Βενσάν Πεϊρανί: Η μουσική, για εμένα, είναι πάντα ένα ταξίδι

Ο διεθνούς φήμης γάλλος ακορντεονίστας, με αφορμή τις πρώτες του εμφανίσεις στην Αθήνα, μιλάει στο BHMAgazino για την άνεση με την οποία κινείται ανάμεσα σε ετερόκλητα μουσικά είδη, για την κινηματογραφική διάσταση του ήχου του και για τη ροπή του στην ευαλωτότητα.

Βενσάν Πεϊρανί: Η μουσική, για εμένα, είναι πάντα ένα ταξίδι

Για πρώτη φορά έχουμε αυτές τις ημέρες την ευκαιρία να δούμε από κοντά στην Αθήνα έναν φημισμένο γάλλο μουσικό, τον Βενσάν Πεϊρανί, ο οποίος εμφανίζεται έως και απόψε Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο Half Note Jazz Club, παρουσιάζοντας το project Jokers, ένα σχήμα που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία και την αισθητική του.

Πολυβραβευμένος και διεθνώς αναγνωρισμένος, ο ταλαντούχος ακορντεονίστας έχει ανανεώσει ριζικά τον ρόλο και τη γλώσσα του μουσικού οργάνου του, κινούμενος με άνεση ανάμεσα στην τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό, τη ροκ, την ηλεκτρονική και την κινηματογραφική μουσική. Με σπουδές στο Conservatoire de Paris, έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μουσικούς και ορχήστρες, διαμορφώνοντας έναν προσωπικό, αναγνωρίσιμο ήχο.

Εχετε πει ότι ανακαλύψατε την τζαζ μέσα από έναν δίσκο του Μπιλ Εβανς και ότι αυτό ήταν κάτι καθοριστικό για εσάς. Τι σας έδωσε η τζαζ που δεν μπορούσε να σας δώσει η κλασική εκπαίδευση – και πώς αναδιαμόρφωσε τη σχέση σας με το ακορντεόν;

«Η τζαζ μού έδωσε την άδεια να ψάξω, να διστάσω, να αποτύχω, να επανεφεύρω τον εαυτό μου κάθε ημέρα. Η κλασική εκπαίδευση μου έδωσε πειθαρχία, τεχνική, έναν βαθύ σεβασμό για τον ήχο και τη δομή, όμως η τζαζ άνοιξε μια πόρτα προς την ελευθερία και την ευθύνη ταυτόχρονα. Ξαφνικά, η μουσική εξαρτιόταν από εμένα. Σε ό,τι αφορά το ακορντεόν, αυτό ήταν σημαδιακό. Σταμάτησα να προσπαθώ να το χωρέσω σε έναν προκαθορισμένο ρόλο και άρχισα να ακούω τι μπορούσε πραγματικά να πει: την ανάσα του, την ευθραυστότητά του, τη δύναμή του. Η τζαζ επέτρεψε στο ακορντεόν να γίνει φωνή και όχι απλώς ένα λειτουργικό μουσικό όργανο».

Το ακορντεόν έχει παραδοσιακά συνδεθεί με συγκεκριμένα είδη και πολιτισμικά πλαίσια. Πόσο συνειδητά αμφισβητήσατε αυτές τις προσδοκίες και νιώσατε ποτέ αντίσταση καθώς επαναπροσδιορίζατε τον ήχο του;

«Στην αρχή δεν ήταν στρατηγική. Ηταν αναγκαιότητα. Απλώς δεν άκουγα το ακορντεόν όπως θεωρητικά θα έπρεπε να ακούγεται. Φυσικά υπήρξε αντίσταση – κάποιες φορές από θεσμούς, κάποιες από το κοινό, κάποιες από τον ίδιο μου τον εαυτό. Αμφισβητείς συνεχώς τη νομιμότητά σου. Ομως στάθηκα τυχερός: συνάντησα μουσικούς που δεν έβλεπαν το όργανο, αλλά τον ήχο και την πρόθεση. Αυτό με βοήθησε να εμπιστευθώ το ένστικτό μου. Σήμερα δεν νιώθω ότι πολεμώ μια παράδοση, νιώθω ότι την επεκτείνω».

Η μουσική σας κινείται με ευκολία ανάμεσα στην τζαζ, τη ροκ, την κλασική, ακόμη και τις ηλεκτρονικές υφές. Σκέφτεστε ακόμη με όρους ειδών ή αυτές οι ετικέτες σάς φαίνονται πλέον άνευ σημασίας;

«Τα είδη μπορεί να είναι χρήσιμα για τα δισκοπωλεία ή τους αλγορίθμους, όχι όμως για τη δημιουργία. Οταν συνθέτω ή παίζω, σκέφτομαι με όρους ενέργειας, χρώματος, έντασης, αφήγησης. Ακούω πολλή μουσική, πολύ διαφορετική, και όλη αυτή γίνεται μέρος του ίδιου εσωτερικού τοπίου. Οπότε, όχι, δεν σκέφτομαι πια με βάση τα είδη. Σκέφτομαι με βάση το συναίσθημα και την ειλικρίνεια».

Το τρίο Jokers δημιουργήθηκε με μουσικούς ικανούς να προσαρμοστούν σε κάθε κατάσταση. Τι αναζητούσατε πραγματικά όταν δημιουργήσατε αυτό το σχήμα – μουσικά και φιλοσοφικά;

«Αναζητούσα τον κίνδυνο – με την καλή έννοια. Μουσικούς εξαιρετικά στιβαρούς, αλλά πρόθυμους να αφεθούν, να κάνουν ένα άλμα χωρίς να ξέρουν ακριβώς πού θα προσγειωθούν. Φιλοσοφικά, οι Jokers έχουν να κάνουν με την εμπιστοσύνη και το παιχνίδι. Με την ιδέα ότι η σοβαρότητα και το χιούμορ δεν είναι αντίθετα, ότι η ένταση μπορεί να συνυπάρχει με τη χαρά. Πρόκειται για ένα σχήμα όπου τίποτα δεν είναι σταθερό και όλα είναι πιθανά, αρκεί να ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον».

Το ρεπερτόριο των Jokers εκτείνεται από τον Τελόνιους Μονκ μέχρι τους Nine Inch Nails και ακόμη και τον Μέριλιν Μάνσον. Τι σας ελκύει στο να επανερμηνεύετε τόσο διαφορετικό υλικό;

«Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι το στυλ, αλλά η προσωπικότητα. Με ελκύει η μουσική με ισχυρή ταυτότητα, που μπορεί να διαθέτει κάτι ωμό ή ακόμη και να προκαλεί αμηχανία κάποιες φορές. Αν ένα κομμάτι αντιστέκεται πολύ, γίνεται ενδιαφέρον. Αν παραδίδεται αμαχητί, είναι βαρετό. Επιλέγουμε υλικό που μπορεί να μεταμορφωθεί χωρίς να χάσει την ψυχή του».

Εχετε συνεργαστεί με καλλιτέχνες από πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους – από εμβληματικές μορφές της τζαζ μέχρι ορχήστρες και pop ή hip-hop δημιουργούς. Τι αναζητείτε σε μια συνεργασία, ανεξαρτήτως είδους;

«Περιέργεια και γενναιοδωρία. Χρειάζομαι να νιώσω ότι ο άλλος ενδιαφέρεται πραγματικά για την ανταλλαγή, όχι για τον έλεγχο. Οι καλύτερες συνεργασίες είναι εκείνες όπου δεν ξέρεις τι ακριβώς θα συμβεί, αλλά εμπιστεύεσαι τη διαδικασία και τους ανθρώπους».

Πολλοί ακροατές περιγράφουν τη μουσική σας ως κινηματογραφική. Σκέφτεστε συνειδητά την αφήγηση όταν συνθέτετε ή ερμηνεύετε ή προκύπτει φυσικά;

«Προκύπτει φυσικά, αλλά πρόκειται για κάτι που το γνωρίζω πολύ καλά. Η μουσική, για εμένα, είναι πάντα ένα ταξίδι. Ακόμη και η αφηρημένη μουσική αφηγείται μια ιστορία: δημιουργεί εικόνες, τοπία, εσωτερικές μετακινήσεις. Δεν προσπαθώ ποτέ να εικονογραφήσω κάτι συγκεκριμένο, αλλά η σκέψη μου ακολουθεί μια διαδρομή με καμπύλες, όπου η εκτόνωση διαδέχεται την ένταση».

Εμφανίζεστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Τι περιμένετε από το αθηναϊκό κοινό και τι σας ενθουσιάζει περισσότερο που θα παρουσιάσετε τους Jokers ζωντανά επί σκηνής;

«Είμαι πολύ περίεργος και πολύ ενθουσιασμένος. Η Ελλάδα έχει μια τόσο βαθιά σχέση με τον ρυθμό, την τραγωδία, τη γιορτή και την ένταση. Το Half Note μοιάζει με χώρο οικείο και γεμάτο αμεσότητα. Ανυπομονώ για αυτή την αδιαμεσολάβητη ανταλλαγή, για την αίσθηση ότι η μουσική συμβαίνει μαζί με το κοινό, όχι μπροστά του».

Κοιτάζοντας μπροστά, νιώθετε ότι υπάρχουν ακόμη ανεξερεύνητα πεδία για το ακορντεόν ή για εσάς ως καλλιτέχνη – και τι είδους ρίσκα σας ενδιαφέρει να πάρετε στη συνέχεια;

«Απολύτως. Νιώθω ότι βρίσκομαι μόλις στην αρχή. Υπάρχουν ακόμη τόσοι ήχοι, συμφραζόμενα και μορφές να εξερευνήσω. Το ρίσκο που με ενδιαφέρει περισσότερο αυτή τη στιγμή είναι το να αφεθώ στην ευαλωτότητα: να επιτρέψω περισσότερη σιωπή, περισσότερη απλότητα, μεγαλύτερη έκθεση. Να αφαιρέσω τα προστατευτικά στρώματα και να δω τι απομένει».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version