Αρεντ, Μποβουάρ, Ραντ, Βέιλ: Φιλοσοφία και χειραφέτηση σε χαλεπούς καιρούς

Ο γερμανός συγγραφέας Βόλφραμ Αϊλενμπεργκερ μιλάει για τη «Φλόγα της ελευθερίας», το βιβλίο στο οποίο εξετάζει πώς διαμορφώθηκαν οι ιδέες τεσσάρων σημαντικών γυναικών σε μια συγκεκριμένη δεκαετία της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον το γραμμένο σαν βιογραφικό μυθιστόρημα βιβλίο του Βόλφραμ Αϊλενμπεργκερ με τίτλο «Η φλόγα της ελευθερίας – Η δύναμη της φιλοσοφίας σε σκοτεινούς καιρούς», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα. Στις σελίδες του συνυφαίνονται οι ζωές και οι ιδέες τεσσάρων γυναικών (Χάνα Αρεντ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Αϊν Ραντ, Σιμόν Βέιλ), που συγκαταλέγονται ευρέως στις επιδραστικότερες μορφές της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, διότι μέσα στο χάος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσαν τα θεμέλια για μια πραγματικά ελεύθερη και χειραφετημένη κοινωνία.

Από το 1933 έως το 1943, τα χρόνια που αποτελούν το πιο ζοφερό κεφάλαιο της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, οι τέσσερις αυτές διανοούμενες αντιτάσσουν στην καταστροφή τις πρωτοπορια­κές σκέψεις τους για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία, για την έννοια του φύλου και της ελευθερίας. Αξίζει να σημειωθεί πως ο γεννημένος το 1972 συγγραφέας διετέλεσε επί σειρά ετών αρχισυντάκτης του «Philosophie Magazin», παρουσιάζει την εκπομπή «Sternstunde Philosophie» στη δημόσια ελβετική τηλεόραση και είναι μέλος της διεύθυνσης του φεστιβάλ phil.COLOGNE, ενώ έχει δημοσιεύσει πληθώρα δοκιμίων και άρθρων σε έντυπα όπως τα «Die Zeit», «Der Spiegel» και «El País».

Γιατί επιλέξατε αυτές τις συγκεκριμένες γυναίκες φιλοσόφους και αυτή τη συγκεκριμένη δεκαετία του 20ού αιώνα, κατά την οποία διαμορφώθηκαν πολλές από τις ιδέες τους;

«Κατ’ αρχάς, δεν τις σκέφτομαι ως γυναίκες φιλοσόφους – αλλά ως φιλοσόφους που τυχαίνει να είναι γυναίκες. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αφορά τη φεμινιστική φιλοσοφία. Αφορά τη δύναμη της σκέψης σε σκοτεινούς καιρούς. Αρχισα να το γράφω στο ξεκίνημα της πανδημίας του κορωνοϊού. Υπήρχε μια ανατριχιαστική αίσθηση ότι κάτι άλλαζε στον κόσμο μας προς το χειρότερο. Εψαχνα λοιπόν ανθρώπους που ενσάρκωναν τη δική μου ιδέα για τη φιλοσοφία, για μια μη ακαδημαϊκή κοσμοθεωρία η οποία έχει τη δυνατότητα να σε μεταμορφώσει. Να στοχάζεσαι δηλαδή την ίδια σου την κατάσταση, προσπαθώντας να αποκτήσεις μια νέα αίσθηση του ποιος είσαι και του τι σημαίνει να συνυπάρχεις με τους άλλους, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τα σημαντικά προβλήματα της εποχής σου. Και αν είσαι πολύ καλός – όπως ήταν αυτές οι τέσσερις γυναίκες –, τότε δίνεις τη δυνατότητα σε έναν ολόκληρο πολιτισμό να μετατοπιστεί προς την ελευθερία. Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ανταποκρίνονται σε αυτό το προφίλ. Στη σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, αυτές οι τέσσερις γυναίκες ήταν σαν διαμάντια: όσο μεγαλύτερη πίεση δέχονταν τόσο πιο έντονα έλαμπαν. Είμαι πεπεισμένος ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα θα έμοιαζε πολύ διαφορετικός χωρίς αυτές».

Το ακούω αυτό που μου λέτε, όμως και το φύλο τους διαδραμάτισε σίγουρα κάποιον ρόλο, γιατί οι εποχές που έζησαν δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικές προς τις γυναίκες…

«Εκείνοι οι καιροί δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικοί ούτε προς τους άνδρες – πέθαναν εκατομμύρια. Οταν όμως εστιάζουμε στον πόλεμο, τείνουμε να εστιάζουμε στον ηρωισμό και τη δράση, στους μαχητές και τον αντίκτυπό τους. Αυτό που αφηγούμαστε λιγότερο συχνά είναι οι ιστορίες ανθρώπων που υποφέρουν από τον πόλεμο χωρίς να συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Αυτός είναι ένας λόγος που με γοήτευσαν αυτές οι διανοούμενες. Αληθεύει επίσης ότι αυτές οι τέσσερις εξαιρετικά προικισμένες προσωπικότητες ανήκαν στις πρώτες γενιές γυναικών που αποφοίτησαν από πανεπιστήμιο και προχώρησαν στη φιλοσοφία – όχι στην ακαδημαϊκή φιλοσοφία, αλλά στη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής. Αν εξετάσει κανείς την υπαρξιακή τους κατάσταση, ήταν τριπλά περιθωριοποιημένες. Ηταν γυναίκες σε έναν ακαδημαϊκό χώρο. Τρεις από αυτές ήταν Εβραίες σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν απλώς δύσκολο – ήταν απειλητικό για τη ζωή. Και βρέθηκαν όλες σε αντίθεση με τις κυρίαρχες ιδεολογικές σχολές της εποχής τους. Στη φιλοσοφία, συχνά διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι που δέχονται πίεση για την ταυτότητά τους έχουν μια πολύ καθαρή εποπτεία του συνόλου. Είναι, θα λέγαμε, καλύτερα εξοπλισμένοι να δώσουν μια ρεαλιστική και απελευθερωτική περιγραφή αυτού που συμβαίνει. Σκεφτείτε τη Σιμόν Βέιλ, η οποία ήταν από τις πρώτες φωνές που επέκριναν ανοιχτά τον σταλινισμό ενώ ήταν η ίδια σοσιαλίστρια. Σε κάθε περίπτωση, μια βαθιά προσωπική εμπειρία γίνεται η αφετηρία ενός φιλοσοφικού εγχειρήματος. Σήμερα σκεφτόμαστε τη φιλοσοφία ως ακαδημαϊκή καριέρα, κάτι που σπουδάζεις. Για εκείνες, ήταν η καθημερινότητά τους. Ο υπότιτλος του βιβλίου μου στα γερμανικά είναι “Η σωτηρία της φιλοσοφίας σε σκοτεινούς καιρούς”. Αυτή η σωτήρια δύναμη δεν συνίσταται μόνο στο ότι η ίδια η πράξη της φιλοσοφίας έσωσε αυτές τις γυναίκες από την απόγνωση και την κατάθλιψη, αλλά στο ότι και εκείνες έσωσαν τη φιλοσοφία από το να καταντήσει απλώς ένα ακαδημαϊκό παιχνίδι εννοιών».

Ηθελα να ρωτήσω συγκεκριμένα για τη Σιμόν Βέιλ, γιατί πρόκειται για μια συναρπαστική περίπτωση, κι όμως είναι ταυτόχρονα η λιγότερο αναγνωρισμένη από τις τέσσερις. Ηταν σημαντικό για εσάς να τη συμπεριλάβετε σε αυτή την τετράδα;

«Είναι αναμφίβολα ένας από τους ξεχασμένους γίγαντες της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Δεν θα άρεσε σε εκείνη αυτή η περιγραφή, φυσικά. Κανονικά, ωστόσο, θα έπρεπε να την εκτιμούμε όπως εκτιμούμε τον Βίτγκενσταϊν. Είναι τέτοιου βεληνεκούς προσωπικότητα. Ο Αλμπέρ Καμί είχε πει κάποτε ότι ήταν πιθανώς το μοναδικό αληθινά μεγάλο πνεύμα της γενιάς του – και πιστεύω ότι είχε δίκιο. Ολοι βέβαια είμαστε προϊόντα της εποχής μας. Η φιλοσοφία δεν λαμβάνει χώρα ποτέ στο κενό. Κάποιες περίοδοι φέρνουν στο προσκήνιο ορισμένα φιλοσοφικά ερωτήματα. Το ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα των δεκαετιών του ’30 και του ’40 είναι: Τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος; Οι άλλοι συμβάλλουν στην ελευθερία μου ή αποτελούν εμπόδιο σε αυτήν; Αυτές οι τέσσερις γυναίκες είχαν την αίσθηση ότι κάτι ήταν λάθος στον κόσμο, χωρίς πάντα να είναι σίγουρες αν τρελάθηκαν οι ίδιες ή όλοι οι υπόλοιποι».

Πώς μπορεί η φιλοσοφία να μας βοηθήσει και σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία αισθανόμαστε ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες κρίσεις;

«Δεν νομίζω ότι ζούμε ακριβώς σε εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, αλλά σε μια περίοδο όπου τα πράγματα φτάνουν αληθινά στο τέλος τους. Αυτό που τελειώνει είναι η μεταπολεμική περίοδος – με την ευρύτερη έννοια: γεωπολιτικά, τεχνολογικά, πολιτικά. Η αρχιτεκτονική του μεταπολεμικού κόσμου καταρρέει και δεν θα ανακάμψει. Και με την Τεχνητή Νοημοσύνη, βρισκόμαστε στην αρχή μιας αληθινής μεταμόρφωσης του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Αυτό δεν είναι κρίση – είναι ρήξη. Ο Ιμάνουελ Καντ περιέγραψε το έργο της φιλοσοφίας με μια γερμανική λέξη: Μündig – το να αποκτήσεις φωνή, να γίνεις ικανός να μιλάς για τον εαυτό σου, να περιγράψεις την κατάστασή σου. Μόλις το πετύχεις αυτό, βρίσκεσαι σε πολύ καλύτερη θέση ως άνθρωπος. Αλλά σε εποχές ραγδαίων αλλαγών, αυτή η ικανότητα – η Mündigkeit – είναι δύσκολο να αποκτηθεί. Χάνεσαι στα λόγια, χάνεσαι στον εαυτό σου. Δεν ξέρεις σε ποια εποχή ζεις, ποιοι είναι οι άλλοι, ούτε καν ποιος είσαι εσύ. Αυτό που μπορούν να μας προσφέρουν αυτές οι τέσσερις γυναίκες – πέρα από τις λαμπρές ιδέες τους – είναι ένα παράδειγμα για το πώς να αποκτήσουμε αυτή τη φωνή. Πώς να βρούμε λέξεις για μια κατάσταση που μοιάζει αδύνατο να την περιγράψουμε με λόγια. Αυτό, νομίζω, είναι το βαθύτερο έργο της φιλοσοφίας. Και δεν θεωρώ ότι το έχουμε πετύχει ακόμη όσον αφορά την εποχή μας».

Η Aϊν Ραντ θεωρείται από πολλούς κάτι σαν πνευματική μητέρα των μεγιστάνων της Σίλικον Βάλεϊ. Πιστεύετε ότι θα ήταν χαρούμενη για όσα συμβαίνουν σήμερα με την Τεχνητή Νοημοσύνη; Τι θα σκεφτόταν για τον Ιλον Μασκ;

«Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό και διαφωτιστικό και μόνο να γνωρίζουμε ότι υπάρχει μία φιλόσοφος πίσω από αυτές τις ιδέες. Μόλις καταλάβουμε από πού προέρχονται, είμαστε πολύ καλύτερα εξοπλισμένοι να τις αξιολογήσουμε και να τις κριτικάρουμε. Οταν δημοσίευσα αυτό το βιβλίο στη Γερμανία, πολλοί μού είπαν: “Γιατί να γράψεις για την Αϊν Ραντ; Ηταν σατανική”. Δεν έγραψα όμως ένα βιβλίο για το αν έχει δίκιο ή όχι. Προσπάθησα να κάνω κατανοητό τι πραγματικά εκπροσωπεί. Θα ήταν ευχαριστημένη με τον Ντόναλντ Τραμπ; Νομίζω πως όχι. Διαβάζοντας το βιβλίο, αντιλαμβάνεσαι ότι ο εφιάλτης της ήταν ακριβώς αυτό: ένα απολυταρχικό, αδίστακτο άτομο να αρπάξει την εξουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή είναι, νομίζω, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα. Οσον αφορά την ψηφιακή επανάσταση και τους ανθρώπους όπως ο Ιλον Μασκ, πιστεύω ότι θα έβλεπε με συμπάθεια την τόλμη, την ανατρεπτική διάθεση και το μεγαλεπήβολο όραμά τους. Αλλά η Τεχνητή Νοημοσύνη, υποψιάζομαι, θα αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα για εκείνη. Διότι η Ραντ εκτιμούσε πάνω απ’ όλα την ανθρώπινη διάνοια. Την ιδέα μηχανών που τρέφονται από ανθρώπινη δημιουργικότητα και γίνονται με κάποιον τρόπο δημιουργικές οι ίδιες, θα ήταν πολύ δύσκολο να την αποδεχθεί. Κι όμως, η ιδεολογία της Σίλικον Βάλεϊ για αυτόν τον έναν ισχυρό άνδρα που χαράζει τον δρόμο της προόδου – διότι αυτή είναι σίγουρα η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους ο Μασκ, ο Ζάκερμπεργκ ή ο Πίτερ Τιλ, πάρθηκε από τα βιβλία και τη φιλοσοφία της. Η ίδια ήταν βεβαίως βαθιά επηρεασμένη από τον Νίτσε και τον Υπεράνθρωπό του. Υπάρχει μια ολόκληρη τροχιά ιδεών που αξίζει να γνωρίζουμε. Δεν είμαι θαυμαστής της Αϊν Ραντ. Δεν είμαι όμως και θαυμαστής της άγνοιας».

Αν αυτές οι τέσσερις γυναίκες ήταν ζωντανές σήμερα και βρίσκονταν μαζί σε ένα δωμάτιο, για τι νομίζετε ότι θα μιλούσαν;

«Νομίζω ότι θα μιλούσαν για την πολύ πραγματική πιθανότητα να ξαναπέσουμε σε ένα σκοτάδι σαν αυτό που γνώρισαν. Η έννοια του ολοκληρωτισμού ήταν στον πυρήνα της σκέψης τους – ο πρωταρχικός τους φόβος. Και θα ήμασταν πολύ τυφλοί αν δεν νιώθαμε αυτόν τον φόβο σήμερα. Ελπίζω οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου να αποκομίσουν μια αίσθηση του πόσο εύθραυστη είναι η σταθερότητα των δημοκρατιών μας. Νομίζω ότι και οι τέσσερις θα συμφωνούσαν ότι βρισκόμαστε τώρα σε ένα πιθανό σημείο καμπής του πολιτισμού μας. Αν δεν το αντιληφθούμε και δεν αντιδράσουμε, ίσως χάσουμε πολλά».

Υπάρχουν σύγχρονες σχολές σκέψης που βρίσκετε ιδιαίτερα συναρπαστικές;

«Δεν σκέφτομαι τη φιλοσοφία με όρους σχολών. Οι σχολές είναι ήδη, θα έλεγα, μια εκφυλισμένη μορφή φιλοσοφικής δραστηριότητας. Δεν είμαι πραγματιστής, καντιανός, υπαρξιστής. Αυτές οι ετικέτες έχουν τη χρησιμότητά τους, αλλά όταν πρόκειται για την ίδια τη σκέψη γίνονται εμπόδιο. Αυτό που βλέπω ως μια αληθινή ελπίδα – σε μια ακαδημαϊκή φιλοσοφία που βρίσκεται, ειλικρινά, σε αρκετά άσχημη κατάσταση, ειδικά η κυρίαρχη αναλυτική παράδοση στον δυτικό κόσμο – είναι η αυξανόμενη προθυμία ορισμένων φιλοσόφων να αντιμετωπίσουν σοβαρά την επιρροή του βουδισμού και των ανατολικών παραδόσεων. Αυτές οι παραδόσεις μπορεί στην πραγματικότητα να προηγούνται και κατά κάποιον τρόπο να προαναγγέλλουν αυτό που θεωρούμε τις απαρχές της ελληνικής σκέψης. Η δυτική φιλοσοφία θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι πηγές της δεν είναι αμιγώς δυτικές. Αυτό, νομίζω, είναι μια πόρτα που μένει ανοιχτή για το μέλλον».

Υπάρχουν σήμερα συγγραφείς ή στοχαστές που θαυμάζετε ιδιαίτερα; Ρωτώ γιατί μου αναφέρατε τον βουδισμό και ο Τζορτζ Σόντερς, για παράδειγμα, αντλεί έμπνευση από τις διδαχές του…

«Γράφοντας αυτά τα βιβλία – που είναι πιο αφηγηματικά, λιγότερο δοκιμιακά, πιο πολύ βιβλία συγγραφέα έργων μυθοπλασίας παρά φιλοσόφου – κοιτάζω φυσικά τι κάνουν οι συνάδελφοί μου. Ο Τζορτζ Σόντερς είναι πράγματι ένα έξοχο παράδειγμα για το τι μπορεί να είναι η λογοτεχνία όταν γίνεται φιλοσοφική. Υπάρχει ένας χιλιανός συγγραφέας, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ, που γράφει αξιοσημείωτα πονήματα. Ο Γάλλος Εμανουέλ Καρέρ είναι κάποιος που εξακολουθώ να θαυμάζω για αυτό που κάνει. Και στη φιλοσοφία, ένας πολύ καλός φίλος μου, ο ισραηλινός φιλόσοφος Ομρι Μπομ, είναι, νομίζω, ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτό το πεδίο σκέψης σήμερα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version