Ας ξεκινήσουμε από τη μόνη απογοήτευση. Ο λόγος για τη Μικρή Γοργόνα, αυτό το ύψους πενήντα ενός εκατοστών μπρούντζινο άγαλμα που έχει τοποθετηθεί επάνω σε έναν βράχο στο Langelinie, με ορδές τουριστών να ανταγωνίζονται για μια φωτογραφία (με φόντο φουγάρα εργοστασίων) και την ίδια να κοιτάζει μελαγχολικά τη θάλασσα, λες και γνωρίζει καλά πως δεν αξίζει τόση φασαρία. Αν περιμένει να δει κανείς το σύμβολο μιας πρωτεύουσας, θα φύγει αμήχανος. Αν έχει προετοιμάσει τον εαυτό του ότι θα τη χαζέψει για λίγο κάνοντας μια ωραία βόλτα δίπλα στη θάλασσα, δεν θα νιώσει άσχημα. Μόνο ένα πράγμα μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά: η Κοπεγχάγη δεν είναι η Μικρή Γοργόνα. Είναι όμως όλα τα υπόλοιπα. Και τα υπόλοιπα είναι πολλά.
Οταν μάλιστα ο καιρός βάλει τα καλά του – κάτι το οποίο στην πρωτεύουσα της Δανίας δεν είναι αυτονόητο – η πόλη μοιάζει να ανθίζει σαν λουλούδι. Οι κάτοικοι ξαπλώνουν στις προβλήτες, απολαμβάνουν τα κανάλια, κυλιούνται ημίγυμνοι στα γρασίδια του Κάστρου Ρόζενμποργκ, πίνουν την πρώτη μπίρα νωρίς το απόγευμα και όλα μοιάζουν με μια διαρκή, ήσυχη γιορτή. Οι άνθρωποι του Βορρά δεν εκδηλώνονται όπως οι λαοί της Μεσογείου, αλλά όταν βγει ο ήλιος ξέρουν να τον τιμήσουν με τον δικό τους τρόπο.

Κάτι πολύ ωραίο που συμβαίνει στην Κοπεγχάγη είναι ότι μετακινείσαι με το ποδήλατο. Αυτός είναι απλώς ο φυσικός τρόπος να περιηγείσαι στην πόλη. Υπάρχουν περισσότερα ποδήλατα από ό,τι αυτοκίνητα και οι ποδηλατόδρομοι, φαρδείς και αυτόνομοι, σε προστατεύουν τόσο από τα οχήματα όσο και από τους πεζούς. Σε κάθε γέφυρα, σε κάθε διασταύρωση, οι Δανοί κάνουν πετάλι προς τη δουλειά, το γυμναστήριο, τη βραδινή έξοδο, ενίοτε έχοντας ένα μικρό παιδί στο εμπρόσθιο κιβώτιο του ποδηλάτου (εξ ου και η ονομασία του, cargo bike). Νοικιάζεις ένα ποδήλατο (μέσω, για παράδειγμα, της εφαρμογής Donkey Republic) – κλασικό ή ηλεκτρικό, δεν έχει σημασία – και μέσα σε ένα δίωρο έχεις μάθει τους κανόνες: μείνε δεξιά, σήκωσε το χέρι όταν θες να σταματήσεις και δείξε με χειρονομίες προς ποια κατεύθυνση θέλεις να στρίψεις.
Η πόλη είναι επίπεδη και τα σχεδόν 25 χιλιόμετρα από τη μία άκρη της στην άλλη καλύπτονται με ευχέρεια. Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι αυτό. Είναι ότι, παρ’ όλο που το ποδήλατο αρκεί, τα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι άψογα. Το μετρό λειτουργεί 24 ώρες, χωρίς οδηγό, με αμαξοστοιχίες που καταφθάνουν στη στάση κάθε δύο-τρία λεπτά. Τα λεωφορεία είναι ακριβή ως προς την ώρα τους. Και υπάρχουν τα harbour buses, μικρά κίτρινα πλοιάρια που εκτελούν χρέη συγκοινωνίας επάνω στο νερό. Η μετακίνηση εδώ είναι ένα από τα λιγότερο αγχωτικά πράγματα που θα βιώσει κάποιος σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Sightseeing
Στη φήμη της πόλης για το υψηλό επίπεδο ποιότητας ζωής συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η ίδια η αρχιτεκτονική της. Παστέλ ή ζωηρόχρωμες προσόψεις στο Nyhavn, που όλοι έχουμε δει χιλιάδες φορές στο Instagram, αλλά εξακολουθούν να σου κόβουν την ανάσα όταν τις δεις να καθρεφτίζονται στο κανάλι ένα ηλιόλουστο απόγευμα. Πλατιές γέφυρες για ποδηλάτες με ξύλινα παγκάκια, νεόδμητα κτίρια στο λιμάνι σε σχήμα κορυφογραμμών, εντυπωσιακές πλατείες, παλιές αποθήκες που έχουν μετατραπεί σε εστιατόρια ή πολιτιστικούς χώρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τελευταίας κατηγορίας η συνοικία Kødbyen στο Βέστερμπρο, η περίφημη Meatpacking District της πόλης. Πρόκειται για την παλιά αγορά κρέατος που χρονολογείται από το τέλος του 19ου αιώνα και σήμερα αποτελεί πολυσύχναστο σημείο. Λευκά πλακάκια, χαμηλά κτίρια, ψαροταβέρνες δίπλα σε γκαλερί σύγχρονης τέχνης, μπιραρίες δίπλα σε κλαμπ.

Για κάτι πιο ήσυχο αλλά εξίσου νεανικό, αξίζει η περιδιάβαση στο Φρέντερικσμπεργκ. Εκεί, σε μια ήσυχη γωνία της οδού Gammel Kongevej, λειτουργεί ένα μπαρ που λέγεται Bird, και είναι ίσως η πιο αναπάντεχα γοητευτική στάση που μπορείς να κάνεις στην πόλη. Απ’ έξω είναι τόσο μίνιμαλ που οριακά θα το έλεγες και αόρατο. Μέσα ακούς αμέσως φοβερά κομμάτια παιγμένα από χειροποίητα ηχεία. Είναι ένα μπαρ φτιαγμένο από ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική και την προσέχουν, και τα κοκτέιλ τους επιβεβαιώνουν ότι την ίδια φροντίδα έχουν δείξει και στον κατάλογό τους.
Νοτιοανατολικά της κεντρικής Κοπεγχάγης απλώνεται το πιο ιδιόρρυθμο κομμάτι της πόλης, η Κριστιάνια. Πρόκειται για μια αυτοδιοικούμενη κοινότητα που γεννήθηκε το 1971 σε ένα εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο, όταν μια ομάδα χίπις την κατέλαβε και διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Η Fristaden Christiania κράτησε αυτό το χαρακτηριστικό για δεκαετίες, με τον δικό της εναλλακτικό τρόπο ζωής και την περίφημη Pusher Street, όπου διεξαγόταν ανοικτό εμπόριο χασίς και δημιουργούνταν διαρκείς εντάσεις με τις δανέζικες αρχές. Δεν υπάρχει πια.

Το 2024, έπειτα από αλλεπάλληλα περιστατικά συμμοριακής βίας που κορυφώθηκαν με δολοφονία, οι ίδιοι οι κάτοικοι αποφάσισαν να ξηλώσουν τους πάγκους και κυριολεκτικά να ξεριζώσουν τις πλάκες του δρόμου. Σήμερα η Kριστιάνια αλλάζει. Οι street artists δουλεύουν ακόμα επάνω στους τοίχους, οι μικρές γκαλερί λειτουργούν, οι μπιραρίες και τα μικρά εστιατόρια δίνουν την αίσθηση ενός παράξενου εκκεντρικού χωριού μέσα στην πόλη.
Στην απέναντι όχθη, στο Χόλμεν, υψώνεται η Οπερα. Το κτίριο που σχεδίασε ο Χένινγκ Λάρσεν το 2005 με χρηματοδότηση του A.P. Møller and Chastine Mc-Kinney Møller Foundation που συνδέεται με τον ναυτιλιακό κολοσσό της Maersk, θεωρείται μία από τις πιο ακριβές κιβωτούς του λυρικού θεάτρου που χτίστηκαν ποτέ. Είναι επιβλητικό, με μια τεράστια μαρκίζα που εκτείνεται προς το νερό, και ντυμένο με κίτρινο ασβεστόλιθο από τη Βαυαρία. Το φουαγέ είναι στρωμένο με μάρμαρο Σικελίας και η οροφή της κεντρικής αίθουσας στολισμένη με 105.000 φύλλα χρυσού.
Μια εκδρομή με το harbour bus από το Nyhavn μέχρι την Οπερα και πίσω αποτελεί μία από τις πιο όμορφες εμπειρίες της πόλης. Παρεμπιπτόντως, το όλο εγχείρημα έχει τη δική του πικρή ιστορία: μετά την παράδοση του κτιρίου, ο Χένινγκ Λάρσεν εξέδωσε ένα ολόκληρο βιβλίο όπου αποκήρυσσε δημόσια το έργο του και το χαρακτήριζε «μαυσωλείο» του χρηματοδότη. Δεν απαρνείται κάθε μέρα ένας αρχιτέκτονας τέτοιου διαμετρήματος το ίδιο του το δημιούργημα μετά τα εγκαίνια.
Διάλειμμα για τέχνη
Για κάποιον που αγαπά τη σύγχρονη τέχνη, η Κοπεγχάγη παίζει ένα από τα δυνατά της χαρτιά λίγο έξω από την πόλη. Σαράντα χιλιόμετρα βόρεια, στο Χούμλεμπεκ, βρίσκεται το Louisiana Museum of Modern Art, που δεν χρωστάει το όνομά του σε καμία αμερικανική Πολιτεία αλλά στις τρεις συζύγους ενός παλιού κυνηγού της Αυλής που όλες λέγονταν Λουίζε. Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, το Louisiana έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο γοητευτικά μουσεία της Ευρώπης, όχι μόνο λόγω της συλλογής αλλά κυρίως χάρη στον τρόπο με τον οποίο η αρχιτεκτονική του αφομοιώνεται από το τοπίο.

Διάδρομοι με τζαμαρίες από όλες τις πλευρές, γλυπτά του Κάλντερ και του Χένρι Μουρ στον κήπο, θέα προς τον Ορεσουντ και στην ακτή της Σουηδίας απέναντι, μια εγκατάσταση της Γιαγιόι Κουσάμα γεμάτη υπέροχες λάμψεις. Φεύγεις από εκεί νιώθοντας ότι έχεις περάσει ένα χαλαρό απόγευμα στο εξοχικό ενός πλούσιου φίλου που τυγχάνει να συλλέγει τέχνη παγκόσμιας κλάσης. Το τρένο από τον κεντρικό σταθμό κάνει σαράντα λεπτά και το μουσείο μένει ανοιχτό μέχρι τις δέκα το βράδυ από Τρίτη έως Παρασκευή (τα Σαββατοκύριακα ως τις 6 μ.μ.), οπότε σπάνια αισθάνεσαι πιεσμένος.
Η επίσκεψή μου συνέπεσε με δύο εκθέσεις που από μόνες τους θα δικαιολογούσαν το ταξίδι. Το «Basquiat – Headstrong», η πρώτη μεγάλη έκθεση που είναι αφιερωμένη αποκλειστικά σε πορτρέτα του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, σαράντα πέντε σχέδια σε χαρτί φτιαγμένα κυρίως μεταξύ 1981 και 1983. Πρόκειται για έργα που ο ίδιος κράτησε για τον εαυτό του και τα οποία δεν παρουσιάστηκαν παρά μετά τον θάνατό του. Δεν είναι προσχέδια, δεν είναι μελέτες για μεταγενέστερες ζωγραφικές: είναι ένας ιδιωτικός διάλογος του Μπασκιά με την ίδια τη μορφή του ανθρώπινου κεφαλιού.
Στη δυτική πτέρυγα, η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική: η έκθεση με τίτλο «Sophie Calle: Something Missing?», αναδρομική έκθεση της γαλλίδας εννοιολογικής καλλιτέχνιδας με πάνω από 300 έργα – φωτογραφίες, κείμενα και βίντεο που καλύπτουν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες δουλειάς. Στη σειρά έργων με τίτλο «Οι Τυφλοί», από το 1986, ρωτά ανθρώπους που γεννήθηκαν χωρίς όραση τι θεωρούν εκείνοι όμορφο – και οι απαντήσεις είναι από τα πιο συγκινητικά πράγματα που μπορείς να διαβάσεις σε τοίχο μουσείου.
Στο κέντρο, την κλασική επιλογή για μια ολόκληρη ημέρα αφιερωμένη στην τέχνη την κρατάει το Glyptoteket. Ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Καρλ Γιάκομπσεν, τον γιο του ιδρυτή της Carlsberg – ναι, άφθονη μπίρα χρηματοδότησε τη συλλογή –
και σήμερα στεγάζει αρχαία γλυπτά από την Αίγυπτο, την Ελλάδα, τη Ρώμη, καθώς και ιμπρεσιονιστικά έργα και έναν εντυπωσιακό αριθμό από γλυπτά του Ροντέν. Στο κέντρο του κτιρίου βρίσκεται ένα τροπικό αίθριο με ψηλούς φοίνικες, ένα κυκλικό σιντριβάνι και έναν φωτεινό γυάλινο τρούλο – ένας από τους πιο όμορφους εσωτερικούς χώρους σε όλη την Ευρώπη.

Είχα την τύχη να δω και την έκθεση «Παλμύρα: Μητρόπολη της Ερήμου», που εγκαινιάστηκε τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ως μόνιμη πια παρουσίαση της εξαιρετικής συριακής συλλογής του μουσείου. Στο πλαίσιό της παρουσιάζονται τα νεκρικά πορτρέτα που έχει στην κατοχή του το πολιτιστικό ίδρυμα. Πρόκειται για ανάγλυφες πλάκες που στόλιζαν τους τοίχους των οικογενειακών τάφων σε αυτή τη μυθική όαση της ερήμου, στο σταυροδρόμι ανάμεσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους εμπορικούς δρόμους που οδηγούσαν στην Περσία, την Κίνα και την Ινδία. Οι κάτοικοι της Παλμύρας θέλησαν να περάσουν στην αιωνιότητα ως πολίτες του κόσμου, με βαριά κοσμήματα και περίτεχνα χτενίσματα. Είναι ένα παράθυρο σε μια πόλη που η κανονική σύγχρονη ιστορία της είναι θλιβερή, καθώς μερικά από τα μνημεία της έχουν καταστραφεί τα τελευταία χρόνια.
Nordic taste
Τέχνη ωστόσο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η γαστρονομία. Η Κοπεγχάγη πέρασε δύο δεκαετίες ως πρωτεύουσα ενός ολόκληρου ρεύματος ονόματι new nordic cuisine, με αιχμή του δόρατος το φημισμένο Noma. Στα τέλη του 2024, το ίδιο το Noma έκλεισε με την κλασική του μορφή και μεταμορφώθηκε σε εργαστήριο γαστρονομικής έρευνας. Ο Ρενέ Ρετζέπι θα συνεχίσει να κάνει pop-up σε άλλες πόλεις – έως τα τέλη Ιουνίου θα βρίσκεται στο Λος Αντζελες, για παράδειγμα – αλλά το κανονικό εστιατόριο δεν υπάρχει πια ως καθημερινή εμπειρία. Ωστόσο, στο θερμοκήπιο μπροστά από τις παλιές εγκαταστάσεις του, έχει ανοίξει ένα χαριτωμένο μικρό Noma Café όπου σερβίρεται specialty καφές.
Για κανονικό φαγητό, ίσως στο πιο διασκεδαστικό εστιατόριο της πόλης, όλοι σπεύδουν στο Barabba στη Store Kongensgade (με μια φωτογραφία του Παβαρότι να κοσμεί τον τοίχο – στην τουαλέτα θα ακούσεις την άρια «E lucevan le stelle»), το οποίο σερβίρει λιχουδιές του ιταλικού Νότου. Ενα από τα αγαπημένα στέκια των μαγείρων της πόλης είναι το υπέροχο Lille Blå Vinbar, ένα μικρό φυσικό οινοπωλείο. Οποίος θέλει να δοκιμάσει καταπληκτικό μπέργκερ θα στηθεί αναγκαστικά στην ουρά του Gasoline Grill, το οποίο λειτουργεί και ως βενζινάδικο.

Για φαγητό σε ένα πιο χαλαρό σκηνικό, στο Refshalevej – ένα παλιό βιομηχανικό νησί το οποίο στο παρελθόν φιλοξενούσε ένα από τα μεγαλύτερα ναυπηγεία της Ευρώπης – λειτουργεί από το 2018 το Reffen. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη street food αγορά της Βόρειας Ευρώπης: τριάντα πέντε πάγκοι μέσα σε χρωματιστά κοντέινερ, δέκα μπαρ, μια δική τους ζυθοποιία, εργαστήρια χειροτεχνίας, ένα τεράστιο γήπεδο πάνω στο νερό όπου ξαπλώνεις, τρως αργεντίνικα asados ή κουρδική μπριζόλα, πίνεις χειροποίητη μπίρα και βλέπεις τον ήλιο να δύει πίσω από τους ουρανοξύστες. Πας με το ποδήλατο σε είκοσι λεπτά από το κέντρο ή με το harbour bus σε δέκα.
Το πρωί, αν έχεις τη διάθεση να σταθείς σε ουρά, ο προορισμός είναι αυτονόητος. Στο Οστερμπρο, μια ήσυχη – ωστόσο ραγδαία ανερχόμενη και πολυ hip – αστική γειτονιά βόρεια του κέντρου, στην οδό Århusgade λειτουργεί από το 2017 το Juno the Bakery. Ο ιδιοκτήτης Εμίλ Γκλέιζερ, Σουηδός με προηγούμενη θητεία στο Noma, ψήνει το πιο διάσημο cardamom bun (kardemummabullar) της Σκανδιναβίας – μια λεπτή, αρωματική σπείρα από ζύμη που λιώνει στο στόμα, η μυρωδιά του σε μεθά και η γεύση του μπορεί να παρομοιαστεί με το να δαγκώνεις ένα συννεφάκι απόλαυσης.
Η Κοπεγχάγη, λοιπόν, μάλλον υπολείπεται σε εντυπωσιακά αξιοθέατα σε σύγκριση με άλλες πόλεις της Ευρώπης όπως το Παρίσι ή το Αμστερνταμ. Διαθέτει ωστόσο μια ξεχωριστή γοητεία και έναν ευγενή, ιδιαιτέρως cool, όμορφο και στυλάτο λαό που ξέρει να χαμογελά με την ψυχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι μπορείς εύκολα να πετύχεις εκεί μια σταρ σαν την Ντούα Λίπα να περπατάει στα σοκάκια του κέντρου με τον μέλλοντα σύζυγό της και τη μητέρα του χωρίς συνοδεία, φορώντας το τζιν σορτσάκι της και χωρίς να φοβάται για αδιάκριτα βλέμματα.
