Η πολιτική σκηνή ανακαινίζεται, ίσως και να ανασυγκροτείται. Νέα κόμματα έρχονται στο προσκήνιο φιλοδοξώντας να ταράξουν τα μέχρι πρότινος δημοσκοπικώς αδιατάρακτα πολιτικά νερά και να διεκδικήσουν με αξιώσεις, σε λιγότερο από έναν χρόνο, την ψήφο του ελληνικού λαού.
Ηδη η κυρία Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε την περασμένη Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη την ιδρυτική διακήρυξη της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία», ενός «κινήματος» που συγκροτήθηκε στη βάση των μαζικών πανελλαδικών κινητοποιήσεων με κυρίαρχο αίτημα «Δικαιοσύνη και διαφάνεια» για το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών που συγκλόνισε τη χώρα.
Το νέο σχήμα παραπέμπει στα σχεδόν μονοθεματικά, αποϊδεολογικοποιημένα, σε συναισθηματική βάση συγκροτημένα κόμματα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία εμφανίστηκαν, εξελίχθηκαν και εν τέλει επικράτησαν μετά την κατάρρευση του 1989. Με τη διαφορά ότι εκεί είχαμε συνθήκες πλήρους καθεστωτικής αλλαγής και πολιτικής αναδημιουργίας, πράγμα που δε συμβαίνει εδώ.
Το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού ορίζεται από το αίτημα για δικαιοσύνη, θέτει ζητήματα αξιοκρατίας, αφιερώνει πολλά στην υπογεννητικότητα και την υπαρξιακού τύπου πληθυσμιακή συρρίκνωση της χώρας, υπερασπίζεται ως εκ τούτου τις οικογένειες, την πρώτη κατοικία και την ευημερία τους, υπόσχεται ανάταξη των συστημάτων παιδείας και υγείας, στοχεύει στην ανάπτυξη και στην παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, υπερασπίζεται τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται επί των κρίσιμων παραμέτρων της φορολογίας, των αμοιβών, των ανισοτήτων και των δημοσιονομικών περιορισμών, του υψηλού δημόσιου χρέους συμπεριλαμβανομένου, που περιορίζουν τους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της όποιας οικονομικής πολιτικής.
Στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας
Οι πρώτοι λόγοι παραπέμπουν σε έναν απλοϊκό, εν πολλοίς λαϊκίστικο, συντηρητικής, εθνοκεντρικής κατεύθυνσης πολιτικό σχηματισμό, που έρχεται να αμφισβητήσει την ελιτίστικη φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία και να αλιεύσει ψηφοφόρους από τον ευρύ κύκλο της λαϊκής, χριστιανικής και εθνικιστικής Δεξιάς. Κατά τα φαινόμενα, θα απειλήσει περισσότερο τα κόμματα που κινούνται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας και θα επιδιώξει να καρπωθεί μέρος της φθοράς που καταδιώκει την επί επτά χρόνια φιλελεύθερη κυβερνητική παράταξη.
Αλλάζει ο πολιτικός χάρτης της χώρας
Την προσεχή Τρίτη αναμένεται επίσης η ανακοίνωση από το Θησείο της ιδρυτικής πράξης του νέου κόμματος Τσίπρα. Ο προαναγγελθείς εδώ και καιρό νέος σχηματισμός του πρώην πρωθυπουργού θα κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ηδη ομιλεί ως έκφραση της «κυβερνώσας Αριστεράς» και όλα δείχνουν ότι κατ’ αρχήν θα απευθυνθεί στους ψηφοφόρους του 2015, ελπίζοντας στην πορεία προς τις κάλπες να διευρύνει το ακροατήριό του και να εμφανιστεί ως βασική έκφραση της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης, υποσκελίζοντας το ΠαΣοΚ του κ. Ανδρουλάκη, που θεωρεί ότι ιστορικά του ανήκει η εκπροσώπηση αυτής.
Η διάλυση ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Αριστεράς
Οπως και να έχει, ο κ. Τσίπρας θα απορροφήσει την πλειονότητα των ψηφοφόρων της κατακερματισμένης Αριστεράς. Ηδη τα κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς οδεύουν προς διάλυση και τα στελέχη τους αναμένεται να προσχωρήσουν μαζικά στο νέο σχήμα του Αλέξη Τσίπρα.
Οι πρόωρες εκλογές
Οι δημοσκόποι, παρότι αμήχανοι απέναντι στα νέα σχήματα, μετρούν και ξαναμετρούν και φαίνεται να έχουν καταλήξει ότι τα δύο νέα κόμματα και το ΠαΣοΚ θα παλέψουν για τη δεύτερη θέση. Κοινώς δεν αμφιβάλλουν πια ότι θα αλλάξουν τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Πολύ περισσότερο αυτός θα αλλάξει αν και ο Αντώνης Σαμαράς αποφασίσει τελικά να κινηθεί προς την κατεύθυνση δημιουργίας ενός τρίτου νέου πολιτικού σχηματισμού.
Για τους δημοσκόπους παραμένει αναπάντητο, επί του παρόντος τουλάχιστον, το ερώτημα κατά πόσο η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη θα αντέξει την πίεση που θα δεχθεί από τα νέα σχήματα στην πορεία προς τις κάλπες και αν αυτή τελικά θα οδηγήσει ακόμη και στην επίσπευση των εκλογών.
Μέχρι πρότινος κυρίαρχη ήταν η εντύπωση ότι η κυβερνητική παράταξη διατηρεί τις δυνάμεις της στη ζώνη του 30% και υπερέχει σχεδόν δεκαπέντε μονάδες του επόμενου δεύτερου. Ηταν τέτοιες μάλιστα οι διαφορές που επέτρεπαν στον κ. Μητσοτάκη να δηλώνει ότι μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις και αυτή ακόμη τη δύσκολα επιτεύξιμη αυτοδυναμία.
Ταχεία υποχώρηση της ΝΔ
Εσχάτως ωστόσο, υπό την πίεση της δημιουργίας των νέων κομματικών σχηματισμών, υπάρχουν ενδείξεις ταχείας υποχώρησης της κυβερνητικής παράταξης. Το ενδεχόμενο να καταπέσει εκλογικά η Νέα Δημοκρατία στη ζώνη του 25% δεν είναι αμελητέο πια.
Κάτι που, αν επιβεβαιωθεί, θα φανερώσει το πολιτικό πρόβλημα της χώρας και προφανώς θα επιταχύνει τις εσωκομματικές εξελίξεις στο κυβερνών κόμμα. Σε μια τέτοια κατάσταση δε χωρεί αμφιβολία ότι η ηγεσία του κ. Μητσοτάκη θα αμφισβητηθεί ευθέως και ο ίδιος θα αναγκαστεί σε παραίτηση. Κάτι που μπορεί να συμβεί και στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης.
Προς Ευρώπη ο Μητσοτάκης
Δεν είναι τυχαίο ότι εσχάτως επανήλθαν στο προσκήνιο σενάρια για «έξοδο» του κ. Μητσοτάκη στην Ευρώπη. Νεότερες πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές αναφέρουν ότι, παρά τις κατά καιρούς διαψεύσεις, ο κ. Μητσοτάκης διεκδικεί επιμελώς μια μεγάλη ευρωπαϊκή θέση και συγκεκριμένα αυτή της κυρίας Φον ντερ Λάιεν, η οποία αναμένεται να μετακινηθεί στην προεδρία της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας, αντικαθιστώντας τον Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, η θητεία του οποίου λήγει στις αρχές του 2027.
Το σενάριο ενισχύεται από τη συνεχή παρουσία του Πρωθυπουργού σε πανευρωπαϊκού χαρακτήρα εκδηλώσεις, όπως εκείνη της βράβευσης του Μάριο Ντράγκι στο Ααχεν της Γερμανίας. Πολλοί διερωτήθηκαν εύλογα τότε πώς βρέθηκε ο κ. Μητσοτάκης σε εκείνη τη βράβευση, έχοντας μάλιστα ρόλο ομιλητή στο πλευρό επιφανών της γερμανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής.
Εσχάτως επίσης πολλοί απόρησαν με την εσπευσμένη συμμετοχή του Πρωθυπουργού στο πρώτο Europe Gulf Forum στο Costa Navarino, που οργάνωσε ο Θ. Κυριακού του ομίλου ΑΝΤ1. Ο κ. Μητσοτάκης εγκατέλειψε το εξελισσόμενο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας προκειμένου να βρεθεί δίπλα στην Τζόρτζια Μελόνι, την Κριστίν Λαγκάρντ, την Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα και ανώτερα στελέχη χωρών της Μέσης Ανατολής σε μια κλειστή συνάντηση διαλόγου για τον πόλεμο, την ενεργειακή κρίση και τον ρόλο της Ευρώπης σε τούτες τις συνθήκες γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανακατατάξεων. Οι πιο κακεντρεχείς επισημαίνουν ότι δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στις συζητήσεις και επιμένουν πως επιδόθηκε σε αγώνα δημοσίων σχέσεων εν όψει της επερχόμενης, υποτίθεται, διεκδίκησης της ανώτερης ευρωπαϊκής θέσης.
Βέβαια πολλοί θεωρούν απίθανη ενδεχόμενη μετακίνηση δεύτερου έλληνα πολιτικού στα ανώτατα ευρωπαϊκά αξιώματα, καθώς έχει προηγηθεί η ανάληψη της προεδρίας του Eurogroup από τον υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη. Παρά ταύτα δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιβεβαιώνουν τη διεκδίκηση.
Η αλήθεια είναι ότι και άλλοτε κυκλοφόρησαν σενάρια πολιτικής εξόδου του κ. Μητσοτάκη στην Ευρώπη, αλλά δεν επιβεβαιώθηκαν. Απλώς τώρα ίσως οι συνθήκες είναι διαφορετικές και είναι ευρέως γνωστό ότι ο κύκλος του θα προτιμούσε μια απόδραση από το «τοξικό» ελληνικό περιβάλλον σε ένα ευγενέστερο ευρωπαϊκό.
