Πολύ σημαντική η αυριανή ημέρα για την ελληνική γλώσσα και τη χώρα μας. Η 9η Φεβρουαρίου έχει ανακηρυχθεί από την UNESCO, τον καθ’ ύλην αρμόδιο διεθνή Οργανισμό του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, ως «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας».
Η απόφαση που λήφθηκε ομόφωνα τον περασμένο Νοέμβριο από τη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στη Σαμαρκάνδη μπορεί, χωρίς υπερβολή, να χαρακτηριστεί ιστορική. Συνιστά επίσημη διεθνή αναγνώριση της λαμπρής συμβολής της γλώσσας μας στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού.
Παρά τις αναπόφευκτες μεταβολές που, ως ζωντανός οργανισμός, υπέστη στην πορεία των αιώνων, η ελληνική γλώσσα «δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα» όπως είπε ο Σεφέρης κατά την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963. Αποτελεί έτσι τη μόνη και αρχαιότερη ευρωπαϊκή γλώσσα με αδιάσπαστη συνέχεια. Εχει συνεισφορά μοναδικής βαρύτητας στη σκέψη, στις τέχνες και στις επιστήμες.
Αναγνωρίζει η UNESCO ότι τα ελληνικά υπήρξαν θεμελιώδης λίθος της δυτικής σκέψης και, κατ’ επέκταση, του παγκόσμιου πολιτισμού. Ακόμα και σήμερα η ελληνική γλώσσα είναι πηγή επιστημονικών όρων, κυρίως για την ιατρική αλλά και την καλπάζουσα «τεχνολογία», «βιοηθική» και τις «μηχανές» και «μεθόδους» που χρησιμοποιούν «αλγορίθμους». Η ελληνική γλώσσα παραμένει αστείρευτο «ταμιευτήριο» εννοιών και όρων. Είναι ταυτόχρονα αρχαία και σύγχρονη. Ενας έφηβος 3.000 χρόνων.
Η απόφαση της UNESCO και η ανακήρυξη της Παγκόσμιας Ημέρας μπορεί, και δικαίως, να φαίνεται σε εμάς τους Ελληνες προφανής, ίσως και οφειλόμενη. Μια αυτονόητη αναγνώριση. Η διπλωματική πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη και απαιτητική.
Οι άλλες γλώσσες που έως τώρα είχαν τύχει διεθνούς αναγνώρισης μέσω ανακήρυξης «Παγκόσμιας Ημέρας» είναι γλώσσες που ομιλούνται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους και καλύπτουν ιδιαίτερα εκτεταμένες περιοχές στον πλανήτη. Ορισμένες από αυτές μάλιστα είναι και επίσημες γλώσσες εργασίας των Ηνωμένων Εθνών.
Η περίπτωση της ελληνικής γλώσσας είναι, προφανώς, διαφορετική. Το βασικό χαρακτηριστικό και η ουσία της δεν είναι ο αριθμός των ανθρώπων που την ομιλούν και τη γράφουν. Ούτε βέβαια είναι επίσημη γλώσσα εργασίας στον ΟΗΕ. Το κρίσιμο κριτήριο στην «ελληνική περίπτωση» είναι ποιοτικό. Είναι η διαχρονική προσφορά και επίδραση των ελληνικών στη γλωσσική, πνευματική και πολιτιστική δημιουργία του ανθρώπου.
Η υπέρβαση του αριθμητικού στερεοτύπου και η ανάδειξη του ισχυρού ποιοτικού στοιχείου της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν απλή υπόθεση. Το να πεισθούν 194 κράτη ήταν μια πραγματική πρόκληση. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί ότι ένας σημαντικός αριθμός κρατών δεν συμφωνούν, γενικά και επί της αρχής, με την ανακήρυξη διεθνών ημερών, ανεξάρτητα από το θέμα τους.
Απαιτήθηκε λοιπόν μακρά, συντονισμένη και έντονη προσπάθεια στο πλαίσιο της UNESCO προκειμένου οι χώρες-μέλη της, η καθεμία και όλες μαζί, να δώσουν την υποστήριξή τους στην ελληνική πρωτοβουλία. Χρειάστηκε διπλωματική δουλειά «πόρτα-πόρτα». Επιτεύχθηκε έτσι το μοναδικό, να υποβληθεί η πρόταση για την Παγκόσμια Ημέρα ελληνικών όχι μόνο από την Ελλάδα που είχε την πρωτοβουλία, αλλά με ακόμη 88 κράτη-μέλη του Οργανισμού. Ας σημειωθεί ότι συνήθως οι προτάσεις σχεδίων αποφάσεων υποβάλλονται με υποστήριξη 10-15 χωρών το πολύ.
Δεν θα ξεχάσω την παρέμβαση του πρέσβεως, Μονίμου Αντιπροσώπου του Μαρόκου, ο οποίος υποστήριξε την ελληνική πρωτοβουλία με τα λόγια της γαλλίδας συγγραφέως και ακαδημαϊκού Μαργκερίτ Γιουρσενάρ: «Αγάπησα αυτή τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, σαν εκείνη ενός εύπλαστου, τέλειου σώματος, και για τον πλούτο του λεξιλογίου της, όπου κάθε λέξη πιστοποιεί την άμεση και διαφορετική επαφή της με την αλήθεια. Και γιατί ό,τι πιο σπουδαίο έχει ειπωθεί από τον άνθρωπο έχει ειπωθεί στα ελληνικά».
Η διπλωματική δουλειά που έγινε στην UNESCO, μακριά από τη δημοσιότητα, με σταθερή και ισχυρή ενθάρρυνση του Πρωθυπουργού και της ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών, βασίστηκε σε ένα άρτιο υποστηρικτικό κείμενο. Διαμορφώθηκε με σοβαρή εργασία και συνεργασία με τους καθηγητές κ.κ. Γεώργιο Μπαμπινιώτη και Χρήστο Κλαίρη. Ενα κείμενο επιστημονικά στέρεο, διπλωματικά και πολιτικά δομημένο με σαφήνεια και πειθώ. Μια ισχυρή συνηγορία, αποτέλεσμα επιστημονικής γνώσης και διπλωματικής τέχνης. Ενα κείμενο που επιτέλεσε την αποστολή του φέρνοντας μια μείζονα επιτυχία – πολιτιστική και διπλωματική – για την πατρίδα μας.
Η όλη προσπάθεια είχε ισχυρές ρίζες σε προηγούμενα χρόνια. Στην εργώδη προσπάθεια καθηγητών και πνευματικών προσωπικοτήτων όπως οι κ.κ. Κορίνθιος στην Ιταλία, Τάμης στην Αυστραλία και βέβαια ο ακαδημαϊκός κ. Κουνάδης. Η πολιτική θεμελίωση της σημερινής μεγάλης επιτυχίας ανάγεται στην ελληνική ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας με απόφαση της Βουλή των Ελλήνων το 2017.
Τώρα πια έχουμε κάνει ένα νέο, ιστορικό βήμα μπροστά. Τώρα, πρέπει η υπερηφάνεια της επιτυχίας να γίνει ευθύνη δράσης. Καθώς η γλώσσα μας είναι η πιο γερή μας ρίζα, η διατήρηση, η ενίσχυση και η διεθνής της προβολή είναι προϋπόθεση της συνέχειάς μας.
Εχουμε πλέον στα χέρια μας μια διεθνή επιτυχία, ένα «χρυσό διαβατήριο» για την ελληνική γλώσσα. Οφείλουμε να μην το φυλάξουμε στο συρτάρι, στη γνωστή προθήκη «εθνικών επιτυχιών» που έμειναν αναξιοποίητες και κατέληξαν ένδοξες αναμνήσεις. Εχουμε χρέος να το αξιοποιήσουμε με όραμα και πρόγραμμα, με συντονισμένες δράσεις, για να «ταξιδέψουμε» τη γλώσσα μας στις άκρες του κόσμου. Εκεί όπου, όπως έδειξε η εμπειρία του διπλωματικού μαραθωνίου στην UNESCO, η ελληνική γλώσσα έχει πολλούς και συχνά απρόσμενους θαυμαστές, φίλους και υποστηρικτές.
Αυτό καλούνται να πράξουν από εδώ και πέρα η πολιτεία, οι πολιτικές, πνευματικές και επιχειρηματικές δυνάμεις του τόπου καθώς και η Εκκλησία. Να δράσουν με ενότητα και συντονισμό με την ομογένεια. Για να έχει η ελληνική γλώσσα, η γλώσσα μας, τη διάρκεια, την επιδραστικότητα, τη διεθνή λάμψη και το κύρος που της αξίζουν.
Ο κύριος Γιώργος Σ. Κουμουτσάκος είναι μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO, πρώην υπουργός.