Κάτια Παπαγιάννη: Δεν υπάρχει πια μια κοινότητα να αναζητεί κοινές λύσεις

Η διευθύντρια Πολιτικής και Υποστήριξης Μεσολάβησης στο Centre for Humanitarian Dialogue αναφέρεται στα ηθικά διλήμματα ενός ειρηνευτικού φορέα, στην εποχή της ιδιωτικής διπλωματίας και τουσυναλλακτισμού

Πώς σχεδιάζεται η έξοδος μιας κοινωνίας από τον φαύλο κύκλο των ένοπλων συγκρούσεων; Ποια διλήμματα καλείται να αντιμετωπίσει ο ειρηνευτικός διαμεσολαβητής; Συνομιλούμε με την Κάτια Παπαγιάννη, διευθύντρια Πολιτικής και Υποστήριξης Μεσολάβησης στο Centre for Humanitarian Dialogue (HD), το οποίο έχει τιμηθεί με το Carnegie Wateler Peace Prize, για την ειρήνη στην εποχή της ιδιωτικής διπλωματίας και του συναλλακτισμού.

Επεμβαίνετε αν το ζητήσει ένας από τους εμπλεκομένους ή κάποια ανεξάρτητη αρχή που υπηρετεί το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα;

«Σε κάποιες περιπτώσεις επικοινωνούν μαζί μας μη κρατικοί δρώντες και μας ζητούν να ανοίξουμε δίαυλο επικοινωνίας είτε με άλλον μη κρατικό δρώντα είτε με την κυβέρνηση. Αλλες φορές επικοινωνούν μαζί μας κυβερνήσεις ή μπορεί να εργαζόμαστε σε μια γειτονική χώρα και να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει ανάγκη, οπότε τότε θα προσεγγίσουμε άτυπα τα μέρη μιας σύγκρουσης. Παλιότερα ήταν πολύ σύνηθες τα Ηνωμένα Εθνη, η Αφρικανική Ενωση ή άλλοι περιφερειακοί οργανισμοί να μας προσκαλέσουν να εμπλακούμε σε έναν μικρό βαθμό, που στη συνέχεια εξελισσόταν σε πιο ουσιαστική εμπλοκή».

Ανταποκρίνεστε πάντα ή θα κρίνετε πρώτα το αίτιο από το οποίο προκύπτει ανάγκη; Αν σας καλούσαν οι ΗΠΑ στη Βενεζουέλα για να οργανώσετε τους κανόνες μιας μεταβατικής κυβέρνησης, θα πηγαίνατε;

«Εξαρτάται. Αν κάποιος άλλος εμπλέκεται ήδη και έχει τη συναίνεση των μερών, δεν θα το εξετάσουμε, προκειμένου να αποφύγουμε το “forum shopping” ή “poaching” από πλευράς ορισμένων μερών της σύγκρουσης, τα οποία θέλουν, ενδεχομένως, να διχάσουν τη διεθνή κοινότητα ή την κοινότητα της μεσολάβησης. Υπάρχει όμως η πιθανότητα να εμπλέκεται διαμεσολαβητικός φορέας αποδεκτός από τα μέρη, τον οποίο μας ζητείται να υποστηρίξουμε και τότε φυσικά θα το κάνουμε. Το άλλο κριτήριο είναι το κατά πόσο μπορούμε να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό, διότι αν δεν είσαι ενημερωμένος, μπορεί εύκολα να χειραγωγηθείς. Και βέβαια, έχει σημασία τι είδους αίτημα είναι, όπως είπατε και εσείς, και τι είναι διατεθειμένα να συζητήσουν τα μέρη. Για παράδειγμα, μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας τα τελευταία χρόνια υπήρξε συναίνεση ώστε να συζητηθούν ορισμένα ζητήματα. Τέτοιες συνομιλίες οδήγησαν τελικά, για παράδειγμα, στην Πρωτοβουλία για τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας το καλοκαίρι του 2022. Αν όμως μια πλευρά δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν ενδιαφέρεται, τότε όχι, δεν υπάρχει χώρος για εμάς».

Πόσο συχνά θα σας απασχολήσουν ηθικά διλήμματα κατά την άσκηση του ρόλου σας;

«Είναι πάρα πολλά τα ηθικά διλήμματα. Εργαζόμαστε, για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή στη Μιανμάρ και είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκεφτεί κανείς το μέλλον της χώρας χωρίς το στρατιωτικό καθεστώς που ουσιαστικά έχει κυβερνήσει για δεκαετίες. Ολο και περισσότερα μέρη της χώρας εμπλέκονται στη σύγκρουση. Η πλειονότητα των εθνοτικών πληθυσμών, αλλά και οι ίδιοι οι Βιρμανοί, έχουν πάρει τα όπλα ενάντια στο καθεστώς, κάτι που παλαιότερα δεν συνέβαινε. Το ερώτημα λοιπόν είναι: πώς σκέφτεσαι τη μετάβαση ή το μέλλον αυτής της χώρας;».

Τι απάντηση δίνει η μεσολάβηση;

«Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουμε, η μεσολάβηση κινείται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ όσων είναι εφικτό να συμφωνηθούν σε μια δοθείσα στιγμή, ώστε να μειωθεί ο πόνος των αμάχων και όσων μπορούν να διαμορφώσουν συνολικά ένα καλύτερο μέλλον. Η μεσολάβηση είναι μια διαδικασία ταυτόχρονα πραγματιστική και φιλόδοξη. Υπάρχει τρόπος να βρεθεί μια λύση αποδεκτή τόσο από τις ένοπλες μη κρατικές ομάδες όσο και από τον στρατό και να φέρει περισσότερη σταθερότητα σε σχέση με την εκτεταμένη ένοπλη βία που επικρατεί σήμερα; Στις περισσότερες περιπτώσεις καταλήγεις σε δύσκολους συμβιβασμούς. Για παράδειγμα, οι περισσότερες συμφωνίες στις δεκαετίες του ’90 και του 2000 ήταν συμφωνίες κατανομής της εξουσίας. Τα μέρη μιας σύγκρουσης συμφωνούσαν σε μια λύση η οποία θα τα διατηρούσε στην εξουσία, παρότι επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν οι ίδιοι πυροδοτήσει τη σύγκρουση. Και το όραμα τότε ήταν ότι μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα θα διεξάγονταν εκλογές και θα βελτιωνόταν η κατάσταση του άμαχου πληθυσμού, σε όρους ανθρωπιστικών δεικτών αλλά και ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ποιος παράγοντας θα καθορίσει το αν μια σύγκρουση έχει τη δυναμική να κατευθυνθεί προς μια βιώσιμη μακροπρόθεσμη λύση;

«Αν η σύγκρουση λαμβάνει χώρα σε περιοχή που δεν υποστηρίζει τη λύση, αλλά παρεμβαίνει στη σύγκρουση μέσω πολέμου δι’ αντιπροσώπων και αυτού που σήμερα αποκαλούμε διεθνοποιημένη σύγκρουση, τότε είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί βιώσιμη λύση. Ενα “φιλικό” περιβάλλον, μια γειτονιά που δεν παρεμβαίνει ενεργά στη σύγκρουση, που δεν την τροφοδοτεί, που δεν πουλάει όπλα, που δεν υποστηρίζει συστηματικά τη μία ή την άλλη πλευρά, ή που τουλάχιστον όταν το κάνει αυτό δεν καθορίζει την εξέλιξη της σύγκρουσης, είναι σήμερα ο πιο σημαντικός παράγοντας. Γι’ αυτό βλέπουμε πρόοδο σε συγκρούσεις όπως οι υποεθνικές συγκρούσεις στη Σενεγάλη. Γι’ αυτό εξακολουθούμε να βλέπουμε πρόοδο στην εφαρμογή της συμφωνίας στις Φιλιππίνες. Αυτές οι συγκρούσεις δεν έχουν απορροφηθεί από τη γεωπολιτική δίνη που βιώνουμε σήμερα. Ολες οι υπόλοιπες περιοχές υποφέρουν από τη μεγάλη διεθνοποίηση των συγκρούσεων: το βλέπουμε σε ολόκληρη τη Δυτική Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στη Σομαλία, στο Σουδάν».

Στην τωρινή φάση στο Σουδάν, όπου οι εκεχειρίες και οι παραβιάσεις τους συμβαίνουν ταυτόχρονα, τι προσφέρει ένας ειρηνευτικός διαμεσολαβητής;

«Είναι πολύ δύσκολο να νιώθεις ότι προσφέρεις σε χώρες όταν η κατάσταση επιδεινώνεται, όπως στο Σουδάν. Μπορείς να πετύχεις κατάπαυση πυρός στη γειτονιά μιας πόλης ή σε επίπεδο επαρχίας; Μπορείς να συνεργαστείς με ανθρωπιστικούς δρώντες και να διευκολύνεις την πρόσβαση σε περιοχές που ελέγχονται είτε από μη κρατικές ένοπλες ομάδες είτε από τον στρατό; Εμείς συχνά έχουμε διαφορετικές επαφές και σχέσεις με τους ένοπλους και πολιτικούς δρώντες που ελέγχουν εδάφη. Μπορείς να στηρίξεις κρίσιμες υποδομές; Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, υπήρξε πολλή συζήτηση για τη Ζαπορίζια. Το ίδιο και στο Σουδάν, όπου γίνεται μεγάλη κουβέντα για τα φράγματα. Την ίδια στιγμή ένας διαμεσολαβητής θα αναζητεί πάντοτε τις ευκαιρίες που θα ενέχουν τη δυναμική να οδηγήσουν τις διαπραγματεύσεις σε μακροπρόθεσμες λύσεις».

Στο παρελθόν είχατε συνεργαστεί και με τον ΟΗΕ. Αισθάνονται διαφορετικά τα μέρη μιας σύγκρουσης απέναντι σε έναν μη κυβερνητικό οργανισμό όπως ο HD;

«Κάθε φορέας διαμεσολάβησης θα φέρει σε μια ειρηνευτική διαδικασία διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και σύμφωνα με την εμπειρία μας η συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών φορέων είναι πιο πιθανό να στεφθεί από επιτυχία. Σε ό,τι αφορά τον HD, αν ζητήσουμε από τα μέρη να συναντηθούν σε ένα πολύ διακριτικό μέρος, άτυπα, σε μια συνάντηση που οργανώνουμε εμείς, δεν δεσμεύονται σε κάτι. Δεν συμμετέχουν σε συνάντηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή των Ηνωμένων Εθνών, ούτε σε συνάντηση που φιλοξενείται από κράτος. Και μπορούν μετά να αρνηθούν το ότι ήρθαν. Ταυτόχρονα μας έχουν εμπιστοσύνη και λόγω της φήμης μας, γνωρίζουν πως τίποτα δεν θα διαρρεύσει. Και παρότι στις τηλεοπτικές οθόνες βλέπεις ανθρώπους να πολεμούν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο, στην πραγματικότητα συναντιούνται και διερευνούν τρόπους για την άμεση αποκλιμάκωση της βίας και την πιθανότητα μακροπρόθεσμων λύσεων».

Παρατηρούμε πάντως ότι σπανίζουν οι ολοκληρωμένες συμφωνίες και οι ειρηνευτικές διαδικασίες σταματούν στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Αβέβαιο μένει και το μέλλον της εκεχειρίας Γάζας – Ισραήλ.  

«Ναι, πρόκειται για μια τάση που παρατηρούμε εδώ και περίπου μία δεκαετία και είναι κάτι που συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει ενωμένη διεθνής κοινότητα, που να ακολουθεί ενιαία προσέγγιση και κοινό όραμα. Επιπλέον, παρατηρούμε γεωπολιτικό ανταγωνισμό που μεταφράζεται σε περιφερειακό, υποπεριφερειακό και εθνικό επίπεδο. Αρα, έχεις παγκόσμιο ανταγωνισμό, έπειτα έχεις περιφερειακό ανταγωνισμό και παρεμβάσεις σε μεμονωμένες συγκρούσεις, οπότε δεν μπορούμε να έχουμε επίλυση, γιατί υπάρχει προβολή ισχύος και επιρροής από μεσαίες δυνάμεις και φυσικά από μεγάλες δυνάμεις, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει πλέον μια κοινότητα να αναζητεί κοινές λύσεις».

Τις χαμένες ευκαιρίες και τα μέρη που αδυνατούν να συμβιβαστούν για την επίτευξη λύσης, όπως στην Ουκρανία, πώς τα αντιμετωπίζετε;

«Στην Ουκρανία βρισκόμαστε από το 2014, επομένως δεν συμμετέχουμε επειδή περιμένουμε ότι θα υπάρξει συμφωνία σύντομα. Η μεσολάβηση είναι μια μακροπρόθεσμη διαδικασία που προϋποθέτει δέσμευση, σχέσεις εμπιστοσύνης και βαθιά κατανόηση των ζητημάτων, ώστε όταν ανακύπτουν ευκαιρίες επίλυσης, τα μέρη, με την υποστήριξη του διαμεσολαβητή, να είναι σε θέση να αξιοποιήσουν στο έπακρο αυτές τις ευκαιρίες. Είμαστε η φωνή του διαλόγου, γιατί κάποιος πρέπει να είναι αυτή η φωνή, ειδικά σήμερα.Στην περίπτωση των Φιλιππινών, βρισκόμασταν στο πεδίο για δέκα χρόνια προτού τα μέρη να είναι έτοιμα. Οταν έφτασε η στιγμή όπου τα μέρη ήταν έτοιμα να εμπλακούν σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, μπορέσαμε να τα υποστηρίξουμε και να καταλήξουμε τελικά σε συμφωνία το 2014. Η μεσολάβηση δεν είναι επιβολή, δεν είναι στρατιωτική επέμβαση και σίγουρα δεν είναι το να βομβαρδίζεις ανθρώπους μέχρι να υποταχθούν».

Αλήθεια, πώς διασφαλίζεται η ασφάλειά σας κατά τη διάρκεια ενός πολέμου;

«Εχουμε πολύ αυστηρά πρωτόκολλα ασφαλείας όταν ταξιδεύουμε: πόσο συχνά πρέπει να είμαστε σε επαφή με τα κεντρικά γραφεία, τι είδους τηλέφωνα και ηλεκτρονικό εξοπλισμό παίρνουμε μαζί μας κ.ά. Ομως ο κίνδυνος είναι πάντα παρών και σε ορισμένες περιπτώσεις, αν κρίνουμε ότι είναι υπερβολικά υψηλός, καλούμε τους συμμετέχοντες να ταξιδέψουν εκτός της χώρας τους για να μας συναντήσουν. Ομως έχουμε δει να στοχοποιούνται οι ειρηνευτικοί διαμεσολαβητές, όπως συνέβη στον βομβαρδισμό στην Ντόχα τον Σεπτέμβριο του 2025 από το Ισραήλ».

Παράλληλα μια συμφωνία ειρήνης για να τηρηθεί χρειάζεται ουδέτερους και αντικειμενικούς μηχανισμούς τήρησης των συμφωνηθέντων. Λειτουργούν στις μέρες μας;

«Στη δεκαετία του ’90 και στο μεγαλύτερο κομμάτι της δεκαετίας του 2000 βλέπαμε τα Ηνωμένα Εθνη να αναπτύσσουν πολλές ειρηνευτικές επιχειρήσεις και στη βιβλιογραφία των πολιτικών επιστημών να υπάρχει περισσότερο ή λιγότερο η συμφωνία ότι χωρίς εγγυήσεις ασφάλειας, είναι πολύ δύσκολο για τα μέρη να δεσμευτούν στην εφαρμογή μιας συμφωνίας.Αυτό που παρατηρούμε στις διεθνείς σχέσεις είναι ότι οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις μάλλον αποδυναμώνονται συστηματικά. Ετσι, στο μέλλον μάλλον θα χρειαστεί να δημιουργήσουμε ειδικές ειρηνευτικές δυνάμεις ή καθεστώτα ασφάλειας για να προστατεύσουμε τα μέρη μιας σύγκρουσης μετά την ολοκλήρωση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας. Μπορεί επίσης να χρειαστεί να αναζωογονήσουμε τα Ηνωμένα Εθνη, αλλά υποθέτω ότι θα συμβεί το πρώτο. Θα επεξεργαζόμαστε sui generis συμφωνίες με χώρες που είναι πρόθυμες να συνεισφέρουν με στρατεύματα και που θα γίνονται αποδεκτές από τα μέρη της σύγκρουσης, ώστε να εισέλθουν ως μέρος ειρηνευτικής δύναμης σε μια συγκεκριμένη χώρα».

Επομένως ποιος είναι ο ρόλος των θεσμικών οργάνων σήμερα; Υποχωρεί η ισχύς των διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ για την τήρηση του διεθνούς δικαίου;

«Υποχωρεί, ναι, υποχωρεί τα τελευταία 15 χρόνια, και τώρα τα Ηνωμένα Εθνη θα έλεγα ότι απουσιάζουν από πολλές προσπάθειες επίλυσης συγκρούσεων. Είναι ακόμα παρόντες σε μέρη όπως η Υεμένη ή η Λιβύη, αλλά στις περισσότερες καταστάσεις δεν ακούς για τα Ηνωμένα Εθνη. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι εμφανίζονται μονομερείς συνεργασίες, που συχνά αποτελούνται από κυβερνήσεις, μη κυβερνητικούς φορείς όπως ο HD αλλά και διεθνείς οργανισμούς και οι οποίοι καταφέρνουν τελικά να υποστηρίξουν τα μέρη ώστε να προχωρήσουν σε μια ειρηνευτική διαδικασία. Εχουμε συμπεριλάβει τις διαπιστώσεις αυτές σε κάποιες από τις δημοσιεύσεις μας και στο πεδίο της μεσολάβησης μέρος των βασικών σημείων που αναφέρουμε συχνά είναι το ότι ο πολυμερισμός έχει αδυνατίσει και έχει αντικατασταθεί από αυτό που λέμε συναλλακτισμό».

Μπορούμε να αποδεχθούμε ότι το κέντρο βάρους στη διεθνή σκηνή, πέραν του συναλλακτισμού, μετατοπίζεται και προς την πολιτική ισχύος;

«Ως πολίτες είναι φυσικά αδύνατον να αποδεχθούμε κάτι τέτοιο, είναι αντίθετο με ό,τι έχουμε προσπαθήσει να οικοδομήσουμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε υπήρχε ένα οικοδόμημα διεθνούς δικαίου, αρχών και κανόνων, παρότι ακόμα και τότε οι διεθνείς κανόνες και αρχές παραβιάζονταν συχνά και δεν επιτεύχθηκε ποτέ απόλυτη συμμόρφωση. Σήμερα ωστόσο το σύστημα έχει αποδυναμωθεί περαιτέρω και η κατάλυση του διεθνούς δικαίου συνιστά μεγάλο πρόβλημα, γιατί το διεθνές δίκαιο προσέφερε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εργαζόμασταν στον τομέα της μεσολάβησης, αλλά και μια οραματική κατεύθυνση για το πού πηγαίναμε».

Βλέποντας λοιπόν στην Ευρώπη το ζήτημα της ασφάλειας να τίθεται μέσω των εξοπλισμών και όχι των θεσμών συλλογικής ασφάλειας, πώς επηρεάζει τη μεσολάβηση το γεγονός ότι μπαίνουμε σε μια κατεύθυνση όπου τον ρόλο της αποτροπής τον παίζει η πολεμική ισχύς;

«Η Ευρωπαϊκή Ενωση και τα ευρωπαϊκά κράτη υπήρξαν διαχρονικά υποστηρικτές του διαλόγου και της μεσολάβησης, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Σήμερα, όμως, οι πόροι μεταφέρονται στην ασφάλεια και ενώ αυτό είναι κατανοητό, δεδομένης της διεθνούς πραγματικότητας στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, παρατηρούμε ότι η πολιτική βούληση έχει μειωθεί. Κάποιες χώρες παραμένουν ενεργές, αλλά συνολικά η Ευρώπη υποχωρεί, και αυτό είναι προβληματικό, γιατί ήταν μία από τις βασικές φωνές διαλόγου παγκοσμίως. Στη θέση της, αναδύονται μεσολαβητές μεσαίων δυνάμεων, όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τουρκία ή η Κίνα, με άλλα κοινωνικά οράματα. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάτι έχει αλλάξει ριζικά».

Μπορείτε να θυμηθείτε κάποια περίπτωση όπου δυσκολευτήκατε να επιλέξετε τη σωστή διπλωματική κατεύθυνση;

«Οι διαμεσολαβητές καλούνται συχνά να λάβουν δύσκολες αποφάσεις, όπως το ποιον να εμπλέξουν και πότε, τι να προτείνουν στα μέρη και πότε, πότε να κάνουν πίσω, και πώς να τα κάνουν όλα αυτά διατηρώντας την εμπιστοσύνη των μερών. Το 2012-2013 εργάστηκα στην Υεμένη με τον ΟΗΕ ώστε να υποστηρίξουμε τους πολιτικούς φορείς γύρω από την προετοιμασία της Εθνικής Διάσκεψης Διαλόγου. Τα ερωτήματα σχετικά με το ποιοι θα συμμετείχαν και θα είχαν ως εκ τούτου επιρροή στα αποτελέσματα της Διάσκεψης ήταν κρίσιμα. Η συμβολή μας από τη μεριά του ΟΗΕ ήταν να ενθαρρύνουμε τη συμμετοχή ποικίλων οπτικών και συμφερόντων στη Διάσκεψη, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαμε να είμαστε προσεκτικοί σε σχέση με την αποτελεσματικότητά της – πόσο μεγάλη θα μπορούσε να είναι η Διάσκεψη και να παραμείνει αποτελεσματική; Δεν υπήρχε σωστή απάντηση. Τα μέρη τελικά κατέληξαν σε συμφωνία έπειτα από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν αρκετούς μήνες».

Πώς πρέπει να σκέφτεται και να λειτουργεί ένας καλός διαμεσολαβητής;  

«Καλός διαμεσολαβητής είναι εκείνος που είναι υπομονετικός, δημιουργικός και επίμονος, που δεν θα επιτρέψει στο εγώ του να υπερισχύσει. Θα ακούσει πραγματικά και δεν θα υποδείξει τη λύση στο πρόβλημα, ακόμα και αν την έχει διατυπωμένη μέσα του. Επιδιώκει να εμπλέκει τα μέρη, να προτείνει νέες ιδέες και να εντοπίζει σημεία εισόδου που μπορούν να φέρουν τα μέρη κοντά. Αναγνωρίζει τις δυσκολίες που βρίσκονται μπροστά του, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να μετασχηματίσει αυτή την πραγματικότητα προς όφελος των άμαχων πληθυσμών. Γι’ αυτό εμπνέομαι καθημερινά από τους συναδέλφους μου – μπορεί να εργάζονται σε κάποιες από τις πιο σκληρές συνθήκες στον κόσμο, όμως παραμένουν δημιουργικοί και κινητοποιημένοι από την πιθανότητα να συμβάλουν στην οικοδόμηση της ειρήνης».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version