Πήγα στο «Χάραμα» δεκαπέντε ετών, χωρίς να καταλαβαίνω ότι έμπαινα στο κέντρο ενός μύθου. Μαζί με τους ηθοποιούς του Ελεύθερου Θεάτρου, τον Σταμάτη Φασουλή, τον Νίκο Σκυλοδήμο και φίλους της μάνας μου, βρέθηκα σε έναν χώρο που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχα ζήσει. Ο Βασίλης Τσιτσάνης στεκόταν σαν τοτέμ, ευθυτενής, συγκεντρωμένος, λιτός, με μια ένρινη φωνή που δεν ζητούσε προσοχή αλλά την επέβαλλε. Καμία σχέση με τα μπουζούκια που ήξερα. Εκεί μέσα όλα αποκτούσαν μια βαρύτητα διαφορετική, σαν να υπήρχε ένας άγραφος νόμος.
Στην αρχή ο καπνός με έπνιγε, έκοβε τον χώρο σε στρώματα, περνούσε μπροστά από τα πρόσωπα στο πάλκο και τα έκανε να μοιάζουν έτοιμα να διαλυθούν. Τα φώτα χαμηλά, τα τραπέζια κολλημένα, στα ποτήρια κονιάκ, Μεταξά τριών αστέρων, άντε πέντε, να εκπέμπουν μια ζέστη που δεν ήταν μόνο από το αλκοόλ.
Το πρόγραμμα άρχιζε σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην ήθελε να σε εντυπωσιάσει, και ύστερα ανέβαινε, σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι που καταλάβαινες ότι κάτι σε έχει ήδη πάρει μέσα του.
Δεν υπήρχε φασαρία, υπήρχε τελετουργία. Μια αίσθηση ότι αυτό που συμβαίνει έχει συμβεί ξανά και θα ξανασυμβεί, αλλά ποτέ το ίδιο.
Ο Τσιτσάνης με το μπουζούκι του εξαϋλωνόταν, σαν ανθρωπάκι του Σαγκάλ περνούσε μέσα από τη στέγη και ανέβαινε στον ουρανό της Αθήνας, κι εμείς από κάτω μέναμε με το στόμα ανοιχτό χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Εκείνη τη στιγμή η βαρύτητα χαλάρωνε, τα σώματα γίνονταν πιο ελαφριά, και ο χρόνος δεν κυλούσε, συσσωρευόταν. Κι ύστερα ερχόταν η απογείωση.
Αρχές δεκαετίας εβδομήντα, έξι το πρωί, η πόλη έξω άδεια. Ο Νίκος ο Σκυλοδήμος είχε ερωτευτεί την τραγουδίστρια Αλεξάνδρα, κι εκείνη του έθεσε τον όρο με μια καθαρότητα που έμοιαζε σχεδόν αρχαία. Για να υπάρξει συνέχεια, έπρεπε να υπάρξει δέσμευση. Γάμος. Και παντρεύτηκαν. Χρόνια μετά, τον χάσαμε από το ίδιο του το χέρι, και τότε κατάλαβα πως αυτά τα μέρη δεν είναι μόνο φώτα και ίσκιοι, κουβαλούν και μαύρο σκοτάδι.
Στα παρασκήνια οι μουσικοί έπαιζαν κουτόσπιρτα, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Μάνος Χατζιδάκις παρακολουθούσαν σιωπηλά, ο Γκρέγκορι Πεκ και η Ρόμι Σνάιντερ είχαν έρθει να δουν τον μεγάλο καλλιτέχνη, κι ένας φωτογράφος εμφάνιζε εικόνες σε ένα μικρό δωμάτιο σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τον χρόνο.
Σήμερα το «Χάραμα» έχει ρημάξει. Κι όμως, αν σταθείς για λίγο, κάτι θα επιστρέψει. Γιατί οι τόποι που έζησαν αλήθεια δεν χάνονται. Μετακινούνται μέσα μας και περιμένουν τη στιγμή που θα τους ξαναθυμηθούμε. Ενα μόνιμο χάραμα θα με αγκαλιάζει πάντα. Σύγκορμο.
