Πότε ξεκίνησαν τα σημερινά σκάνδαλα; Κατά μία εκδοχή, περίπου από την εποχή του ζιβάγκο. Το φαινόμενο, σύμφωνα με την ίδια λογική, είναι «ιστορικό», θα πρέπει να μελετηθεί στην εξέλιξή του. Μόνο που οι κυβερνήσεις δεν είναι όμιλοι προβληματισμού. «Χρόνιες παθογένειες», ναι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αντιμετωπίζονται ως ύλη ημερίδας με θέμα «Η διαφθορά στην αρχαία Ελλάδα: όψεις του προβλήματος και ο απόηχος στις μέρες μας». Σήμερα, δεν στέκει καν η πικρή παραδοχή του Κώστα Σημίτη πως «αυτή είναι η Ελλάδα». Μπορεί να ήταν αυτή πριν από 30 χρόνια. Αλλά τώρα τι γίνεται;
Γίνεται αυτό που εξίσου πικρά διαπιστώνεται στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Σχεδόν ρομποτικά, εκεί αποτυπώνεται η αίσθηση μιας στασιμότητας και μιας ματαίωσης που δεν αναγνωρίζει καμία πρόοδο. «Κάποτε, όχι και πολύ παλιά», είναι σαν να λένε, «τα πράγματα ήταν καλύτερα». Γιατί; Επειδή η απουσία προοπτικής μεταβολίζεται ψυχολογικά σε εξωραϊσμό του παρελθόντος.
Συντίθεται έτσι το σκηνικό μιας κόπωσης από το οποίο δεν λείπει απολύτως κανένας. Ενα κουρασμένο εκλογικό σώμα δυσπιστεί απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Μια κουρασμένη κυβέρνηση αδυνατεί, τουλάχιστον στη δεύτερη θητεία της, να ανανεώσει το αφήγημά της. Μια κουρασμένη αντιπολίτευση παλεύει, εδώ και επτά ολόκληρα χρόνια, να διατυπώσει μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ενώ ακόμη και όσοι φιλοδοξούν να επιστρέψουν, να εισβάλουν ή να ανατρέψουν το πολιτικό σκηνικό ξεμένουν ήδη από ανάσες. Το rebranding του Τσίπρα έχει ήδη αρχίσει να θολώνει, το πολιτικό προφίλ της Καρυστιανού σκοτεινιάζει ανάμεσα στους μετανάστες και τις αμβλώσεις και οι φωνές της Κωνσταντοπούλου, χωρίς την καύσιμη ύλη του ξυλολίου, μετατρέπονται σε έναν από εκείνους τους καθημερινούς θορύβους που συνηθίζονται όσο ψηλά και αν ανέβει στα κάγκελα.
Με τόση κούραση τριγύρω, η εκλογική γυμναστική γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Πόσοι από τους «αδιευκρίνιστους» θα μαζέψουν τις δυνάμεις τους για να σηκωθούν και να πάνε στις κάλπες; Θα ψηφίσουν στο τέλος την κυβέρνηση περισσότεροι απ’ όσους πείθει και που στο μεταξύ έχουν γίνει λιγότεροι; Θα μείνει καμία δυνατή φωνή στην αντιπολίτευση για να ακουστεί το προσκλητήριό της ή θα τσακώνονται εντελώς αποκαμωμένοι μεταξύ τους;
Αν η κόπωση είναι ο ένας απρόβλεπτος παράγοντας αυτής της προεκλογικής χρονιάς, ο άλλος είναι τα γεγονότα, έτσι όπως τα όριζε – ή μάλλον τα φοβόταν – ο Χάρολντ Μακμίλαν. Ενα αιφνιδιαστικό συμβάν ή αλλιώς μια «στραβή στη βάρδια», η δυναμική της οποίας θα είναι αδύνατον να ελεγχθεί. Τα σκάνδαλα των ημερών έσκασαν, έκαναν τον πρώτο τους κρότο. Αλλά τι υπάρχει από κάτω;
Ο φόβος ότι ο κρότος ακούστηκε μόνο στην κορυφή του παγόβουνου είναι υπαρκτός στο Μέγαρο Μαξίμου. Ο Πρωθυπουργός, λένε εκείνοι που γνωρίζουν, λάμβανε καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ «δεν είναι τίποτα». Αντίστοιχες διαβεβαιώσεις λαμβάνει και τώρα για τις υποθέσεις των προγραμμάτων κατάρτισης και του ΟΠΕΚΑ. Δεν είναι πραγματικά «τίποτα»; Ή είναι «δυο-τρεις ΟΠΕΚΕΠΕ μαζί», όπως υποστηρίζουν γνώστες των διαδρομών του επιδοτούμενου χρήματος;
Ακόμη και αν δεν δικαιωθούν αυτοί οι τελευταίοι, συντηρείται για την κυβέρνηση μια φθορά που υπονομεύει την προβολή μιας έστω θετικής ατζέντας, τώρα που το αφήγημα λείπει και η επικοινωνιακή διαχείριση επιστρατεύεται ως υποκατάστατο. Ενα κουρασμένο εκλογικό σώμα δύσκολα σηκώνεται για να πάει στις κάλπες. Αλλά σηκώνεται ακόμη δυσκολότερα εάν το κλίμα παραμείνει δηλητηριασμένο από τις τοξίνες της διαφθοράς.
Οι εκλογές του 2027 κινδυνεύουν από τις αναθυμιάσεις μιας τέτοιας ατμόσφαιρας. Από ένα εκλογικό σώμα που θα νιώσει πως αυτοπροστατεύεται εάν την ημέρα της κάλπης προτιμήσει απλώς την κυριακάτικη βόλτα του στον καθαρό αέρα και το γεύμα του στις ταβέρνες της θάλασσας. Τι θα προκύψει από μια τέτοια κάλπη; Πιθανότατα, ένα πολιτικό σύστημα όχι απλώς κουρασμένο. Αλλά στα όρια της κανονικής εξάντλησης.
