Tα χρόνια που ονομάσαμε «περίοδος της Μεταπολίτευσης» απλώνοντάς την μέχρι και τον εικοστό πρώτο αιώνα, χαράχτηκαν από ένα τραύμα: την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μετά από το γνωστό άθλιο πραξικόπημα «εθνικιστών» στο νησί. Η, κατά τας Γραφάς, πιο μακρά περίοδος ειρήνης και ευημερίας αναδύθηκε μέσα από ένα γεγονός τρομακτικής στρατιωτικής-πολιτικής βίας. Εύλογα, οι γενιές που έχτισαν τη ζωή τους στις δεκαετίες της ειρηνικής μεγέθυνσης απώθησαν τις πληγές για να βρουν ψυχική πρόσβαση στην αστική κανονικότητα.
Ακόμα και αν οι δεκαετίες μετά από εκείνον τον Ιούλιο γνώρισαν κάμποσα επεισόδια πολιτικού θορύβου από το παρελθόν – ιδίως σε σχέση με σχήματα πολιτικής βίας και πολώσεων – η Ελλάδα έγινε κοινωνία που προχώρησε προς τον δικό της ύστερο νεωτερικό καπιταλισμό: προτεραιότητα της κατανάλωσης, διεύρυνση και αναδιαρθρώσεις της «μεσαίας τάξης» και φυσικά μια κουλτούρα υβριδική ανάμεσα στον ατομικισμό των προσωπικών επιλογών και στην ισχύ κάποιων κοινοτικών και συλλογικών δεσμεύσεων (με κυρίαρχο το αποτύπωμα της οικογένειας).
Το παραπάνω πλέγμα ταξίδεψε μέχρι την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα και την εποχή των κρίσεων. Στη δεκαετία του 2010 αρχίζει να γίνεται πιο ορατό ένα χάσμα συνείδησης εν μέσω χρεοκοπίας. Η δική μου «μεθοριακή» γενιά και ιδίως οι μεγαλύτεροι boomers, o κόσμος που ανήλθε κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά μετά τη χούντα, αρχίζει να μην καταλαβαίνει πια τι συμβαίνει εντός και εκτός.
Το αστικό-συντηρητικό κομμάτι των ώριμων ηλικιών αρπάζεται από μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη κανονικότητα και την τάξη υποτιμώντας τόσο το βάθος των κρίσεων όσο και τις ανάγκες των φτωχότερων ομάδων του πληθυσμού ή νεότερων ανθρώπων. Αναπτύσσει όλο και περισσότερο έναν σοβινισμό της ευζωίας και τον εγωισμό του ιδιοκτήτη θεωρώντας ότι η δημοκρατία μας «γενικά λειτουργεί καλά» ή ότι όλα όσα κατακλυσμιαία συντελούνται στο μεγάλο πλάνο του κόσμου μας, δείχνουν μόνο το πόσο καλώς βαίνει η δική μας, μικρομέγαλη σταθερότητα.
Ενα άλλο πάλι, μικρότερο αναλογικά τμήμα των ώριμων ηλικιών θα αισθανθεί πιο έντονα την οικονομική πίεση, τη συρρίκνωση και τις παραμορφωτικές αλλοιώσεις του κυρίαρχου μοντέλου. Ο πολιτικός του θυμός θα αναζητήσει τη συνάντηση με τις αγωνίες άλλων, πιο υποτελών χώρων, αφού έχουν ένα κοινό: δεν εκπροσωπούνται από το συμβόλαιο των ικανοποιημένων και των χορτασμένων. Και σε αυτό όμως το κομμάτι των μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, επικράτησε η ιδέα ότι το κύριο πρόβλημα της χώρας ήταν κατά βάση η λιτότητα και η κλεπτοκρατική διαφθορά των ελίτ.
Ασφαλώς εδώ συναντά κανείς μια πιο επείγουσα αίσθηση των πραγμάτων και μια διάθεση περισσότερο ανοιχτή στις ανάγκες των νεότερων. Κατά κάποιον τρόπο όμως, και οι δυο πτέρυγες των ανθρώπων που βίωσαν ή απόλαυσαν τη «μακρά μεταπολιτευτική ειρήνη-ευημερία», δυσκολεύονται πλέον να προσανατολιστούν στο σήμερα.
Οι φορείς του νοικοκύρικου, διαχειριστικού αστισμού οχυρώνονται σε έναν ρεαλισμό της σταθερότητας λοιδορώντας κάθε άλλη κοινωνική αναζήτηση ως κακή ουτοπία ή ψεκασμένο ανορθολογισμό. Πλέον μετατρέπονται καθημερινά σε υπερσυντηρητικούς τιμητές ανακαλύπτοντας, γερνώντας, ιδεολογίες της σκληρής δεξιάς: τον αντιμεταναστευτισμό, τη διακωμώδηση για τις δικαιωματικές ευαισθησίες ως woke και την ισραηλοποίηση ως πρόταση για τον έλληνα πολίτη και την ηθική του κράτους
Στην άλλη όχθη, τώρα, ο κόσμος που πέρασε, στάθηκε και δεν εγκατέλειψε τις προοδευτικές και αριστερές διαθήκες, έχει γίνει ένα διχασμένο σώμα πολυτεμαχισμένων οπτικών: οι περισσότεροι, προσχωρούν με τη σειρά τους σε έναν κυβερνητικό πραγματισμό που παραδέχεται ότι η κοινωνία έχει δεξιοποιηθεί και ότι πρέπει να της προσφερθεί μια «έντιμη» διέξοδος, με όρους μιας κρατικής εναλλακτικής. Α
φού η ίδια η κοινωνία δεν κινητοποιείται ή έχει βαρεθεί την πολιτική και τις ιδεολογικές αναφορές, ας επιλέξει τουλάχιστον έναν δρόμο θεσμικής και ηθικής εντιμότητας.
Τέλος, παραμένει και ο άλλος κόσμος, λιγότερος ίσως από ποτέ, που επιμένει να διεκδικεί έναν οραματικό ριζοσπαστικό τόπο. Με σημαντικές φιλοδοξίες, δίχως όμως την επιδοκιμασία των πολλών. Η επίκληση των πολλών, του λαού των πολλών εναντίον της ιδεολογίας και της πρακτικής των ολίγων, παραμένει, προσώρας, έκκληση που δεν εμπνέει τα συναισθήματα ούτε τα εύλογα συμφέροντα αυτών στους οποίους απευθύνεται.
Επιστρέφω, κλείνοντας, στον αρχικό μου συλλογισμό. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία διαμορφώθηκε στη σκιά τραυμάτων κρατικής προδοσίας, πολιτικού αυταρχισμού και μιας στρατιωτικής εισβολής που συνέβη συγχρόνως κοντά και μακριά. Οι γενιές που γνώρισαν ευκαιρίες, πολιτική κοινωνικοποίηση και επαγγελματική ωρίμανση στις δεκαετίες μετά το 1974, εμφανίζονται ως ηλικιωμένοι πολίτες δίχως να μπορούν να καταλάβουν τον σημερινό καπιταλισμό, τις αυταρχικές εκτροπές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τη ζωή πέρα από την κανονικότητα και την πρόοδο όπως αυτές είχαν ως θολές εξιδανικεύσεις και πλαίσια. Πολλοί, έχοντας μεταβληθεί σε νεοσυντηρητικούς κήνσορες, δυσανασχετούν όταν ακούν ότι οι ανισότητες, η βία, ο ιμπεριαλισμός και ένα πλήθος άλλων «φαντασμάτων» του παρελθόντος είναι εδώ, ότι δεν ανήκουν στις ιδεοληψίες κάποιων φανατικών αλλά αφορούν την ίδια τη δομή του πραγματικού κόσμου.
Σε μια πρόσφατη έρευνα, υποστηρίχθηκε κάτι που το βλέπει κανείς εμπειρικά γύρω του: ότι ενώ η γενιά Ζ χρησιμοποιεί εργαλειακά και για τις ανάγκες της την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι πιο φανατικοί και κατά κάποιον τρόπο ιδεολόγοι και αφελείς προπαγανδιστές της είναι boomers. Ενας πληθυσμός ηλικιωμένων παίζει με βίντεο, εικόνες ή άλλα πραγματάκια του λεγόμενου Ai slop (της «σαβούρας» με επεξεργασίες Τεχνητής Νοημοσύνης).
Το μικρό αυτό παράδειγμα επιβεβαιώνει την ανά χείρας υπόθεση: ένας κόσμος που ταξίδεψε περισσότερο με κάποια εξασφάλιση και με όρους σχετικής κανονικότητας δεν μπορεί και συχνά δεν επιθυμεί να αναπροσανατολιστεί στον αναδυόμενο μετα-κόσμο της ριζικής αβεβαιότητας και των ανθρωπολογικών προκλήσεων.
Μια νέα ηθικοπολιτική μέριμνα για το ευάλωτο της δημοκρατίας, της φύσης και των συλλογικών αγαθών θα είναι, αν υπάρξει φυσικά, υπόθεση των ερχόμενων, των επόμενων. Εμείς, ορίζοντες του ΄74 ή σειρές του ΄81, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη νέα περίμετρο των υλικών και πολιτισμικών αγωνιών μιας εποχής που έχει ξαναγίνει πολεμική και αρπακτική.
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.
