Οι φωτογραφίες των διακοσίων της Καισαριανής που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας εύλογα προκάλεσαν ενδιαφέρον και συγκίνηση. Η ιδιαίτερη αξία τους για την ιστορική έρευνα και τη συλλογική μνήμη διαπιστώθηκε έγκαιρα χάρη στην άμεση αντίδραση των ιστορικών, των ειδικών επιστημόνων αλλά και των πολιτών, ενώ θετική ήταν η κινητοποίηση της Πολιτείας, μέσω του υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να αποκτήσει και να διαφυλάξει τα συγκεκριμένα τεκμήρια.
Η μελέτη της οπτικής κουλτούρας του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού εμπλουτίζεται συνεχώς. Δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην προπαγάνδα, η οποία καλλιέργησε την προσωπολατρία, την αίσθηση του μεγαλείου, της ισχύος, της πειθαρχίας και του αήττητου του στρατιωτικού μηχανισμού. Η προπαγάνδα συνυπήρξε με ένα ευρύτερο πλέγμα «καθεστώτων του βλέμματος». Αρχικά στη Γερμανία και, στη συνέχεια, σε πολεμικά μέτωπα, σε κατεχόμενες χώρες, σε χώρους κράτησης, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, εργασίας, βασανισμού ή εξόντωσης πρωτίστως των Εβραίων αλλά και όλων όσων βρέθηκαν στο στόχαστρο του εθνικοσοσιαλισμού, η προπαγάνδα συναρθρώθηκε με ερασιτεχνικές αποτυπώσεις εικόνων από απλούς ανθρώπους αλλά και από στρατιώτες ή αξιωματούχους του Γ΄ Ράιχ.
Ηδη από την περίοδο της Βαϊμάρης, η φωτογραφική μηχανή διαδόθηκε ενώ οι εικόνες κατέλαβαν σημαντική θέση στην οπτική κουλτούρα της εποχής. Η ιστορικός Τζάνετ Ουόρντ ανέλυσε στο βιβλίο της Weimar Surfaces: Urban Visual Culture in 1920s Germany (εκδ. University of California Press, 2001) πώς οι «επιφάνειες» των εικόνων (αφίσα, διαφήμιση, κινηματογράφος κ.τ.λ.) αποτελούν κομβικά πεδία για τη μελέτη της περιόδου. Η «οπτική μνήμη», συχνά μέσα από τη μηχανή του ερασιτέχνη φωτογράφου-στρατιωτικού, κατέγραψε τις πυκνές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της φαινομενικά απροσποίητης «αυτοπαρουσίασης», της καθημερινότητας και της προπαγανδιστικής οπτικής.
Το «φωτογραφικό άλμπουμ» του Γ΄ Ραιχ, ειδικά των στρατιωτών που βρέθηκαν σε μέτωπα και κατεχόμενες χώρες, περιλαμβάνει στιγμιότυπα που θυμίζουν ταξίδι αναψυχής, φωτογράφιση σε τοπίο ή σε εξωτερικό χώρο, φωτογράφιση σε τόπους αρχαιολογικού ή πολιτιστικού ενδιαφέροντος, σύνδεση του τοπίου με μνημεία και ερείπια – σύμφωνα με τη μακρά οριενταλιστική παράδοση –, πόζες καθημερινής κοινωνικότητας, πορτρέτα σε στιγμές χαλάρωσης. Προορισμένες να φτάσουν ή και να τυπωθούν «πίσω στο σπίτι», οι φωτογραφίες συνδέουν τη μακρινή εστία με τον πόλεμο.
Δίπλα σε αυτές, το φωτογραφικό άλμπουμ συχνά περιλαμβάνει και «φωτογραφίες-τρόπαια» (trophy photos). Αν και γενικά αποφεύγονταν η φωτογράφιση ακραίων βιαιοτήτων και εγκλημάτων από τους ερασιτέχνες, ο εγκλεισμός, η αιχμαλωσία αλλά ακόμη και ο θάνατος ενσωματώθηκαν επιλεκτικά: εικόνες αιχμαλώτων, πείνας, καταναγκασμών, σκόρπια αντικείμενα ή ρούχα, εικόνες αφανισμού έγιναν τμήμα της εμπειρίας του πολέμου. Οι κοινοί τόποι ανάμεσα στην προπαγάνδα και την ερασιτεχνική φωτογραφία αναφέρονται στη στρατιωτικοποίηση της ζωής, στην επιδίωξη της κυριαρχίας, στη σαδιστική καταγραφή του ανθρώπινου πόνου και στην εξοικείωση με τον θάνατο.
Η φωτογραφία στο Γ΄ Ράιχ αποτελεί οργανική διαδικασία της «ναζιστικοποίησης» του βλέμματος και της κοινωνίας. Η αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ της επίσημης προπαγάνδας και της ερασιτεχνικής φωτογραφίας που τότε στόχευε στην κανονικοποίηση του εθνικοσοσιαλισμού σήμερα επιστρέφει ως «μιλιταριστική νοσταλγία». Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, η ιστορία παρουσιάζεται ως μια σειρά από στιγμιότυπα στρατιωτικών συγκρούσεων και επιτευγμάτων. Ωστόσο, οι ρωγμές στο φωτογραφικό άλμπουμ του Γ΄ Ράιχ προκαλούνται από τα ίδια τα βλέμματα, τα σώματα, τις μορφές των ανθρώπων που βρέθηκαν απέναντι στον φακό της φωτογραφικής μηχανής· αλλά και απέναντί του. Σε αυτό το σημείο της ρωγμής που διαρρηγνύει την εικόνα αλλά και τον κόσμο που επιχείρησε να δημιουργήσει το Γ΄ Ράιχ στάθηκαν οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής.
Η κυρία Εφη Γαζή είναι καθηγήτρια Θεωρίας της Ιστοριογραφίας και Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
