Οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης κατατάσσουν, για σειρά πολλών ετών, το δικαστικό μας σύστημα στις τελευταίες θέσεις, τόσο από άποψη ανεξαρτησίας όσο και από άποψη αποτελεσματικότητας.
Πρόκειται για μια μεγάλη παραδοξότητα, καθώς το Σύνταγμά μας κατοχυρώνει σε εξαιρετικό βαθμό τη δικαστική ανεξαρτησία και την αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ενώ οι έλληνες δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί χαρακτηρίζονται από υψηλή ποιότητα.
Είναι απαραίτητο, επομένως, να αναζητηθούν τα αίτια των αρνητικών επιδόσεων και αν κάποια απορρέουν από συνταγματικές διατάξεις.
Εχω τη γνώμη ότι αρκετές από τις συνταγματικές διατάξεις περί Δικαιοσύνης απηχούν αντιλήψεις του περασμένου αιώνα, περιέχοντας αναχρονιστικές και λεπτομερειακές διατάξεις οι οποίες δημιουργούν καθεστώς αναλογικής Δικαιοσύνης στην ψηφιακή εποχή.
Αποτελούν τροχοπέδη στην καλύτερη λειτουργία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, εμποδίζοντας τη χρήση μεθόδων που στηρίζονται στις σύγχρονες αντιλήψεις.
Με βάση τις συνταγματικές διατάξεις, τις διατάξεις των νόμων και την πρακτική, έχει παγιωθεί ένα σύστημα «άκαμπτης», «αυστηρής» ιεραρχικής οργάνωσης του δικαστικού και εισαγγελικού σώματος, με βάση την αρχαιότητα.
Η αρχαιότητα είναι καθοριστική για τις προαγωγές και για κάθε σχεδόν ανάθεση καθηκόντων, κατά παραγνώριση των επαγγελματικών ικανοτήτων.
Ομως, όταν εφαρμόζεται αυστηρά ως κανόνας, γίνεται σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας της αποτελεσματικότητας, συντηρεί την αδράνεια, αποθαρρύνει τις πρωτοβουλίες και τις καινοτομίες και εμποδίζει την ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των δικαστικών λειτουργών.
Για τη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας του δικαστικού μας συστήματος, οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις πρέπει να γίνονται με πρωταρχικό κριτήριο την αξιολόγηση των επαγγελματικών ικανοτήτων και της απόδοσης και όχι την αρχαιότητα, η οποία πρέπει να έχει επικουρικό χαρακτήρα.
Για την πρόταξη των επαγγελματικών ικανοτήτων και της απόδοσης έναντι της αρχαιότητας για τις προαγωγές είναι χρήσιμη – αν όχι και απαραίτητη – η καθαρή σηματοδότησή της με σχετική αναφορά στο άρθρο 90 του Συντάγματος.
Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ο ορισμός των επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, τρόπος που θεωρείται υπονομευτικός της δικαστικής ανεξαρτησίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πρόσωπα που τίθενται επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων (ως πρώτοι μεταξύ ίσων και όχι ως Μεσσίες) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο λειτουργίας και στις αποφάσεις του δικαστηρίου στο οποίο προΐστανται και, δευτερευόντως, σε όλα τα δικαστήρια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας.
Οφείλουμε όμως να έχουμε επίγνωση ότι το δικαστικό σύστημα είναι σύνθετο και πολυεπίπεδο. Είναι αδύνατο ένα πρόσωπο με θητεία ενός έως και τεσσάρων ετών να μπορέσει να επιφέρει ριζικές αλλαγές.
Αναντίρρητα στις θέσεις αυτές χρειαζόμαστε πρόσωπα με ανεξαρτησία και ικανότητες, καθώς και διαδικασία επιλογής που θα πείθει για τον σεβασμό της δικαστικής ανεξαρτησίας. Είναι όμως εξίσου σημαντικό να διαθέτουμε δομές ικανές να αναδεικνύουν και να στηρίζουν τις δημιουργικές δυνάμεις του δικαστικού σώματος που υπάρχουν σε όλους τους βαθμούς της δικαστικής ιεραρχίας.
Εχω τη γνώμη ότι η τελευταία νομοθετική ρύθμιση, η οποία προβλέπει γνωμοδότηση της ολομέλειας των ανώτατων δικαστηρίων για την επιλογή προέδρου και αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων αποτελεί μια καλή λύση, με την προϋπόθεση όμως ότι η Βουλή και τελικά το Υπουργικό Συμβούλιο δεσμεύονται να επιλέξουν πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που έχει διαμορφωθεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Είναι όμως απαραίτητο να καθοριστούν, είτε στο Σύνταγμα είτε στον νόμο, τα ουσιαστικά κριτήρια επιλογής: α) η ικανότητα υπεράσπισης και διαφύλαξης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, καθώς και του κύρους του Δικαστηρίου/της Εισαγγελίας και της αντίστοιχης δικαιοδοσίας, β) οι επικοινωνιακές ικανότητες και η ικανότητα διασφάλισης διαφάνειας στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, γ) η ικανότητα αποτελεσματικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και των υλικών πόρων για την ορθή και έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης και δ) η ικανότητα εκπροσώπησης του Δικαστηρίου/της Εισαγγελίας και των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών ενώπιον άλλων κρατικών οργάνων, οργανισμών, διαδίκων, δικηγόρων και κοινού.
Επιτακτικά αναγκαία είναι και η αναμόρφωση του θεσμού των δικαστικών συμβουλίων: να θεσπιστεί επαρκής χρονικά θητεία (πέντε ή και έξι ετών), αποκλειστική απασχόληση ορισμένων μελών, εκπροσώπηση όλων των βαθμών, συμμετοχή δύο πανεπιστημιακών και να καταστούν αρμόδια για τον προγραμματισμό, τον καθορισμό στόχων ανά δικαιοδοσία, τη λογοδοσία, τις υπηρεσιακές μεταβολές, την αξιολόγηση των δικαστών και των δικαστηρίων, το πειθαρχικό δίκαιο, τη δικαστική δεοντολογία και εκπαίδευση. Να αποκτήσουμε ένα όργανο στοχασμού και δράσης με θεσμική μνήμη και συνέχεια.
Ο κ. Κωνσταντίνος Κουσούλης είναι αντιπρόεδρος του ΣτΕ ε.τ., διευθυντής του Νομικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
