Υπάρχει ένα εύρημα στην πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO που αξίζει να σταθεί κανείς λίγο παραπάνω. Ανάμεσα στους ψηφοφόρους που δηλώνουν ότι θα βλέπουν την Ελπίδα για τη Δημοκρατία στα μάτια της Μαρίας Καρυστιανού, μόλις το 1% το κάνει επειδή συμφωνεί με τις πολιτικές (όποιες είναι αυτές) θέσεις του κόμματος.
Για την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 8%, επιβεβαιώνοντας το μοτίβο πως το εκλογικό σώμα ετοιμάζεται για την κάλπη, όταν έρθει η ώρα της, χωρίς μεγάλη έννοια για το τι θα πράξουν όσοι διεκδικούν την εξουσία.
Μάλιστα, την ώρα που το ΠαΣοΚ του Νίκου Ανδρουλάκη έχει κάνει κάτι που δεν κάνουν συχνά τα ελληνικά κόμματα στην αντιπολίτευση: παρουσίασε πρόγραμμα. Συγκεκριμένο, με αριθμούς, με τομείς πολιτικής. Το αποτέλεσμα στις τελευταίες δημοσκοπήσεις είναι 10%, κατηφόρα δηλαδή. Βέβαια, αυτές τις δημοσκοπήσεις δεν τις δέχονται στη Χαριλάου Τρικούπη, αλλά αυτό θυμίζει λίγο τον μπασκετικό Παναθηναϊκό που έριξε τον αποκλεισμό από τη Βαλένθια στη διαιτησία.
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά επί σιξ-σέβεν χρόνια και έχει κάτι απτό να επιδείξει, έστω και ανομοιόμορφα, έστω και λειψό. Κρατά την πρώτη θέση, αλλά κολλημένη στο 23,5%, απέχοντας πολύ από τις εκλογικές της επιδόσεις και ακόμα περισσότερο τις αυτόδυναμες φιλοδοξίες της.
Στο μεταξύ, ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει με νέο κόμμα, χωρίς να έχει εξηγήσει ακόμα τι θα έκανε διαφορετικά από τότε που είχε το παλιό, και μπαίνει αμέσως δεύτερος με 12,8%. Η Καρυστιανού έχει ένα ηθικό αίτημα και τίποτε άλλο, και αγγίζει το 9,5%, απειλώντας να ξεπεράσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ανωμαλία; Μπα. Σημείο των καιρών. Το ελληνικό εκλογικό σώμα έχει μάθει να αξιολογεί την πολιτική ως εμπειρία και ως συναίσθημα. Το πρόγραμμα δεν πείθει, γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι θα εφαρμοστεί. Η κυβερνητική απόδοση δεν ανταμείβεται, γιατί η αξιολόγηση δεν γίνεται με βάση τα θετικά αποτελέσματα, αλλά με τις αρνητικές συνέπειες.
Αυτό που κινεί ψηφοφόρους είναι η αίσθηση ότι κάποιος εκφράζει κάτι αληθινό, είτε αυτό είναι η ελπίδα επιστροφής σε μια εποχή που φαινόταν καλύτερη (ή απλά ήταν καλύτερη για εκείνον και μόνο) είτε η οργή για μια αδικία που έμεινε ατιμώρητη. Αυτό δεν είναι πρόβλημα της αντιπολίτευσης. Είναι πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας που χτίστηκε επί δεκαετίες από κόμματα που δεν εκπαίδευσαν ποτέ ψηφοφόρους, μόνο εξαρτημένους.
Σε αυτές τις συνθήκες, ναι, ο Τσίπρας παίζει το χαρτί του Μεσσία της Δευτέρας Παρουσίας και η Καρυστιανού αυτό της Μαγδηληνής. Μη ρωτήσετε ποιος είναι ο Καίσαρας και ποιος ο Πόντιος (Πιλάτος), γιατί θα πέσει φωτιά να μας κάψει.
