Τη στιγμή που η διάσταση απόψεων μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα ως προς την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ενωση απέναντι στον πόλεμο στο Ιράν εκδηλώθηκε πλέον ανοιχτά, έγινε απόλυτα φανερό ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση αυτής της εξαιρετικά επικίνδυνης κρίσης.
Μιας κρίσης που, πέρα από τα συνεχή στρατιωτικά πλήγματα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, λαμβάνει τώρα τεράστιες αρνητικές οικονομικές διαστάσεις, λόγω των επιπτώσεων στην προμήθεια πετρελαίου σε ολόκληρη τη Δύση και κυρίως στις ευρωπαϊκές χώρες. Και είναι η διάσταση αυτή που έχει ήδη αρχίσει να πλήττει και τη χώρα μας, με άγνωστο προς το παρόν το πού μπορεί να φθάσει, καθώς οι βομβαρδισμοί συνεχώς διευρύνονται σε όλα τα μέτωπα. Ενώ οι διαβεβαιώσεις του Τραμπ δεν έχουν καμία αξία, διότι άλλοτε δηλώνει ότι έχει ήδη νικήσει και ο πόλεμος τελειώνει και άλλοτε ότι συνεχίζει ακάθεκτος τις επιθέσεις.
Μέσα σε όλα αυτά δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ιδιαίτερα ωφελημένος εμφανίζεται ο Πούτιν, καθώς κανένας δεν ασχολείται πλέον με τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ δεν παραλείπει να τηρεί ενήμερο τον Τραμπ, με τον οποίο είχε και πάλι τηλεφωνική επικοινωνία, προτείνοντας μάλιστα να μεσολαβήσει για τον τερματισμό της κρίσης! Γνωρίζοντας φυσικά ότι ο αμερικανός πρόεδρος δεν θέλει να διακόψει την επαφή μαζί του, αποβλέποντας στο μέλλον σε κοινά επιχειρηματικά σχέδια προς όφελος των προσωπικών του επιχειρήσεων.
Δεν δίστασε όμως να επικοινωνήσει και με τον ιρανό πρόεδρο ζητώντας «ταχεία αποκλιμάκωση της κρίσης» και «επίλυσή της με πολιτικά μέσα». Χωρίς βέβαια όλη αυτή η προσπάθεια να αναιρεί το γεγονός ότι η Μόσχα παραμένει ο κύριος προμηθευτής οπλισμού στο ιρανικό καθεστώς. Αλλά η συμφωνία «ολοκληρωμένης στρατηγικής συνεργασίας» μεταξύ των δύο χωρών δεν προβλέπει «αμοιβαία άμυνα». Γεγονός που επιτρέπει στον Πούτιν να παίζει τα παιχνίδια του ακόμα και με τον Τραμπ, έχοντας αντιληφθεί ποιες είναι οι απώτερες προθέσεις του αμερικανού προέδρου απέναντί του.
Από την άλλη πλευρά, δεν στερείται σημασίας ότι ελλείψει μιας κοινής ευρωπαϊκής προσπάθειας ο πρόεδρος της Γαλλίας ανέλαβε την πρωτοβουλία (έπειτα από την ιδιαίτερα σημαντική παρουσία του με τον έλληνα πρωθυπουργό στην Κύπρο, τη στιγμή που αντιμετωπίζει τους γνωστούς κινδύνους) να ακολουθήσει το παράδειγμα του στρατηγού Ντε Γκωλ στην περαιτέρω ανάπτυξη του γαλλικού πυρηνικού προγράμματος, που τη δεκαετία του ’60 είχε ως στόχο την απεξάρτηση της χώρας από την αμερικανική επιρροή και την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.
Τώρα όμως ο Μακρόν επιδιώκει και τη συμμετοχή της Ευρώπης. Ετσι στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής για την πυρηνική ενέργεια στο Παρίσι κάλεσε την Ευρώπη να προχωρήσει σε μια «ριζική ενοποίηση» του πυρηνικού της προγράμματος. Υπογραμμίζοντας ότι η πυρηνική ενέργεια αποτελεί «το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας». Ζητώντας την τυποποίηση του σχεδιασμού των πυρηνικών αντιδραστήρων σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Και το ερώτημα είναι βέβαια αν όλη αυτή η κινητικότητα θα σημάνει και την απαρχή μιας γενικότερης προσπάθειας για μια κοινή αμυντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που τόσο αναγκαία κρίνεται ιδιαίτερα την περίοδο αυτή.
