Σε ένα διήγημα ο Τσαρλς Μπουκόβσκι κάνει μια διαπίστωση σχετικά με την αστυνομία, που επικαλούμαι σαν μάντρα σε κάθε σχετική συζήτηση. Λέει (δική του φρασεολογία) ότι οι μπάτσοι αντιπροσωπεύουν το κράτος όπου ζεις. Εάν σου αρέσει το κράτος όπου ζεις, σου αρέσουν και οι μπάτσοι. Εάν δεν σου αρέσει το κράτος, δεν σου αρέσουν οι μπάτσοι. Πέρα από το προφανές «αντικρατικό» του πράγματος, νομίζω πως υπάρχει ψωμάκι εδώ.
Ο Μπουκόβσκι αποτυπώνει κάποιες τεχνικές γενικές αλήθειες: Οτι το κράτος και όσοι ζουν υπό το καθεστώς του είναι δύο διαφορετικά πράγματα και ότι η αστυνομία είναι μέρος του κράτους και όχι του σώματος των πολιτών. Η σημασία αυτής της διαφοράς δεν είναι πάντα εμφανής. Σίγουρα εκείνος που αστυ-νομεύει πρέπει να βρίσκεται πάνω από το άστυ, όπως ο νόμος που έχει καθήκον να επιβάλλει – ένας νόμος που στοχεύει στην προστασία των πολιτών. Κατ’ επέκταση, όμως, αυτό το σκαλοπατάκι πάνω από τους πολίτες και κάτω από το κράτος σημαίνει πως η αστυνομία είναι υπόλογη στο κράτος, όχι στους πολίτες. Υπακούει το κράτος, δίνει λόγο στο κράτος, διαχειρίζεται τους πολίτες σύμφωνα με όσα της υποδεικνύει (ή της επιτρέπει) το κράτος. Αρα η αστυνομική βία δεν μπορεί παρά να εκδηλώνεται σε ένα πλαίσιο που επιτρέπει το κράτος.
Φυσικά, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κανείς δεν είναι τέλειος. Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές – ούτε ακόμη και όσοι υπηρετούν μια μηχανή, την κρατική. Υφίστανται τροπές, διαφθείρονται, σφάλλουν. Συνεπώς, εάν ένας αστυνομικός σε πυροβολήσει, δεν σημαίνει ότι του είπε το κράτος να το κάνει. Εν τούτοις, το όπλο τού το έδωσε το κράτος. Την κριτική ικανότητά του τη διαμόρφωσε το κράτος. Την εκπαίδευσή του την ανέλαβε το κράτος. Την αξιολόγηση της φυσικής και πνευματικής κατάστασής του την εκπονεί το κράτος. Η μέριμνα για την αποφυγή τέτοιων περιστατικών βαραίνει το κράτος. Επόμενος αντίλογος: Ας μη γινόμαστε δραματικοί όταν ένας ξεφεύγει. Αλλά δεν είναι ένας.
Οταν είναι πολλοί, όταν δύο αστυνομικοί αδειάζουν τα όπλα τους πάνω σε έναν εικοσάχρονο, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι περιέπεσαν σε μαζική υστερία και απλώς «ξέφυγαν». Οταν μια γυναίκα βιάζεται μέσα στο ΑΤ Ομόνοιας, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι «ένας» ξέφυγε. Εξάλλου, οι αστυνομικοί δεν είναι βιντζιλάντηδες. Δεν ιππεύουν μοναχικά στην έρημο Μοχάβε. Είναι πάντα τουλάχιστον δύο. Αρα, όταν συμβαίνει η στραβή, ακόμα κι από έναν, υπάρχει ένα δεύτερο πρόσωπο, που μπορεί να εμποδίσει τον έναν που «ξέφυγε», να τον καταγγείλει, να τον καλύψει ή να τον συνδράμει. Ενα περιστατικό αστυνομικής βίας σημαίνει είτε πως τα πρώτα δύο (εμπόδιση, καταγγελία) απέτυχαν είτε πως λειτούργησαν τα άλλα δύο (κάλυψη, συνδρομή). Και στις δύο περιπτώσεις ευθύνεται το κράτος.
Μάλλον έχει τα δίκια του ο Μπουκόβσκι. Οταν ένα κράτος διαρκώς αποτυγχάνει, με αιματηρό κόστος, να ελέγξει το όργανο επιβολής των νόμων του, όταν διαρκώς «ξεφεύγουν» διάφοροι «ένες», τότε το λογικό είναι ένα τέτοιο κράτος να μην σου αρέσει. Αν εξακολουθεί να σου αρέσει, παρότι δεν κάνει την καλύτερη δυνατή δουλίτσα με αυτούς στους οποίους έχει επιτρέψει να κουβαλάνε όπλα, είτε από άγνοια κινδύνου πάσχεις είτε από μισανθρωπισμό.
Ακόμα και οι Ζαπατίστας – σαφώς πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση και μη μεταφέρσιμο μοντέλο – δεν επιτρέπουν διοικητική συμμετοχή στα μέλη που έχουν οριστεί να οπλοφορούν. Τα «Juntas de Buen Gobierno» (Συμβούλια της Καλής Διακυβέρνησης) ορίζουν ότι τα μέλη των στρατιωτικών μονάδων της οργάνωσης δεν μπορούν να έχουν καθήκοντα στη διακυβέρνηση, ενώ για τις δράσεις τους είναι υπόλογα στην κοινωνία των πολιτών, όχι το αντίστροφο. Σου λένε, δηλαδή, πως εάν σε βάλουμε να κρατάς όπλο, δεν μπορείς ταυτόχρονα να μπλέκεις με τους πολίτες. Θα υπηρετείς τους πολίτες, θα είσαι υπόλογος σε αυτούς, ενώ κανένας νόμος δεν θα περνάει από τα χέρια σου. Αρα η «αστυ-νομία» ως έννοια καταλύεται. Αυτό δεν σημαίνει πως η οργάνωση αποτελείται από χαμογελαστούς χίπις. Ωστόσο, ορίζει σαφή διάκριση ανάμεσα στον στρατό της και στα σώματα των αυτο-διακυβερνούμενων πολιτών. Για να δουλέψει το όλο σύστημα, οι Ζαπατίστας καλούνται να διασφαλίσουν αλλιώς την καλή (αυτο)διακυβέρνηση, παρέχοντας κατευθύνσεις στους πολίτες ως προς το πώς να ζουν αρμονικά μοναχοί τους, δίχως ένοπλους να κρατάνε τα μπόσικα. Ισως επειδή αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή κρατάνε όπλο, ξέρουν ότι όταν κρατάς όπλο πολλά μπορεί να συμβούν. Οπότε διατηρούν όπλα και πολίτες σε ασφαλή μεταξύ τους απόσταση.
Κι άλλος αντίλογος: Να πάρουμε τα όπλα από τους αστυνομικούς – αλλά αν αντιμετωπίσουν κάποιον επικίνδυνο; Το ερώτημα αναδεικνύει ένα πραγματικό πολιτικό δίλημμα, που δεν επιδέχεται προφανή ή απόλυτη λύση. Αν οι αστυνομικοί απαγορευόταν να φέρουν όπλα, ίσως περιοριζόταν η κλιμάκωση της αστυνομικής βίας καθημερινά, όμως το κράτος θα έχανε ταυτόχρονα τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται άμεσα σε καταστάσεις θανατηφόρας απειλής. Γι’ αυτό πολλές δημοκρατικές κοινωνίες πηγαίνουν ενδιάμεσα: οι περισσότεροι αστυνομικοί βασίζονται πρωτίστως σε μη θανατηφόρα μέσα, ενώ η χρήση πυροβόλων όπλων επιφυλάσσεται σε ειδικά εκπαιδευμένες μονάδες ή υπόκειται σε αυστηρούς νομικούς και θεσμικούς περιορισμούς. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αν η αστυνομία πρέπει να διαθέτει όπλα, αλλά πώς μια κοινωνία μπορεί να παραχωρεί στο κράτος την αναγκαία καταναγκαστική ισχύ για να προστατεύει τους πολίτες, χωρίς αυτή η ισχύς να μετατρέπεται σε πηγή αυθαιρεσίας και καταπίεσης. Η πρόκληση δεν είναι η πλήρης κατάργηση της βίας, αλλά ο αυστηρός περιορισμός, η θεσμική ρύθμιση και η λογοδοσία ως προς τη νόμιμη άσκησή της.
Πού αποτυγχάνει η Ελλάδα; Πρώτον: Στο ότι το «πρωτίστως μη θανατηφόρα μέσα» καταλύεται και δεν ελέγχεται ή σπανίως τιμωρείται και δη με τρόπο σωφρονιστικό για τους δράστες και ηθικά επαρκή για τους πολίτες. Δεύτερον: Στο ότι συνήθως οι αστυνομικοί περιέρχονται σε μια ευρύτερη συνθήκη κοινωνικού «απυρόβλητου». Αρκεί να αναλογιστούμε την ευρεία χρήση της full-face μάσκας, σαν τους φύλακες στις λατινοαμερικανικές φυλακές, που κυκλοφορούν με καλυμμένα πρόσωπα για να μην αναγνωρίζονται από τους τρόφιμους (συνήθως επικίνδυνα μέλη συμμοριών). Δεν έχει σημασία ο τυπικός λόγος για την κάλυψη του προσώπου – σημασία έχει ότι ο πολίτης αφενός νιώθει να αντιμετωπίζεται σαν συμμορίτης και αφετέρου σε βλέπει «απέναντί» του. Τρίτον: Στο ότι έχει διαβρωθεί πλήρως η έννοια της προστασίας. Ακόμα και για τον επικίνδυνο πολίτη, η λύση δεν είναι η θανάτωση. Αλλιώς ας επαναφέρουμε τη θανατική ποινή να τελειώνουμε. Στο τέλος κάθε χρονιάς, ας στέλνουμε στους επιζώντες μια πάστα. Ποιος ξέρει, ίσως ο Κρίστοφερ Νόλαν εμπνευστεί μια δική του εκδοχή τού «The Purge», με καουμπόηδες να καταδιώκουν «φτιαγμένα» αναπηρικά αμαξίδια στις Μυκήνες.
