Σε δύο προηγούμενα κείμενα με τον ίδιο τίτλο είχα περιγράψει, στο πρώτο, τις ελληνοτουρκικές διαφορές σαν ένα «μπερδεμένο κουβάρι», και είχα ξεκινήσει την ανάλυση, στο δεύτερο, παρουσιάζοντας τις πλάνες στην κατανόηση του διεθνούς δικαίου που, εκατέρωθεν του Αιγαίου, συντηρούνται στους δύο λαούς. Θα συνέχιζα, σε μια προσπάθεια να μετατρέψω το «μπερδεμένο κουβάρι» σε «μίτο της Αριάδνης» (σε νήμα, δηλαδή, για την έξοδο από το αδιέξοδο), με την παραδοχή ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο μπορεί να επιλυθούν στη βάση του διεθνούς δικαίου.
Μια κοσμογονία από γεγονότα μεσολάβησε, ωστόσο, από τη δημοσίευση του τελευταίου κειμένου. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, πιστεύουν πλέον ότι, στην ολοφάνερη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, αυτό που μετράει είναι μόνο η ισχύς, η οποία έθεσε εκποδών το διεθνές δίκαιο, και έκανε να φαίνονται αφελείς όσοι πιστεύουν ακόμη σε αυτό. Σ’ αυτήν, λοιπόν, τη νέα πραγματικότητα, έχει ακόμη νόημα να αναζητούμε τον «μίτο της Αριάδνης»; Μπορούμε ακόμη να πιστεύουμε ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές θα επιλυθούν στη βάση του διεθνούς δικαίου και όχι της ισχύος;
Η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Οχι με επίκληση ηθικής φύσεως επιχειρημάτων, στα οποία πράγματι κανείς δεν δίνει πλέον σημασία. Αλλά γιατί τα συμφέροντα της Τουρκίας και η προσωπικότητα του προέδρου της ωθούν, ειδικά για το Αιγαίο, στη χρήση του διεθνούς δικαίου ως εργαλείου αξιοπρεπούς επίλυσης των διαφορών.
Τα συμφέροντα της Τουρκίας
Στην τρέχουσα συγκυρία, η Τουρκία έχει κάθε συμφέρον να αποτρέψει οποιαδήποτε ανοιχτή σύγκρουση με την Ελλάδα.
Την τελευταία πενταετία αναδείχθηκε σε παγκόσμιο παίκτη. Η στρατιωτική της ισχύς εκτοξεύθηκε. Μετέτρεψε τη Σομαλία, τη Λιβύη και τη Συρία σε προτεκτοράτα της. Προμηθεύει όπλα, που κατασκευάζει η ίδια, σε δεκάδες χώρες, προστατεύει μαχητικά τους ισλαμικούς πληθυσμούς σε όλη την Ασία και την Αφρική. Κατάφερε να γίνει η πρόθυμη χώρα-καταφύγιο για τη διάθεση ειρηνευτικών δυνάμεων όπου απαιτείται. Η διπλωματία της πέτυχε το ασύλληπτο, να παραμείνει φίλη στη Ρωσία, αν και χύνεται άφθονο ρωσικό αίμα από τα όπλα που προμηθεύει στους Ουκρανούς. Και τώρα θέλει να διεισδύσει στη δομούμενη ευρωπαϊκή άμυνα ως βασικός μας εταίρος.
Το Αιγαίο τής φαίνεται πλέον πολύ μικρό σε αυτό το τοπίο. Μόνο ως παράγοντα διακινδύνευσης των σχεδίων της (ως «risk factor») από ένα ατυχές επεισόδιο, μπορεί να το βλέπει.
Η προσωπικότητα του προέδρου της
Ενισχύει αυτή την εικόνα η προσωπικότητα του προέδρου της χώρας. Στις δύο και πλέον δεκαετίες που την κυβερνά, αυτό που απέδειξε είναι ότι ξέρει να μετατρέπει τη συγκυρία σε ιστορία με άξονες στο Ισλάμ και τον Οθωμανισμό. Και έτσι μπόρεσε να συμφιλιώσει δύο αντιθετικές τάσεις εντός του γειτονικού λαού, τον κεμαλισμό, που ωθεί στη Δύση, άρα στο όνειρο ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, και τη θρησκευτικότητα, που μεταβάλλει την παγκόσμια πραγματικότητα σε μάχη για την εξάπλωση της μουσουλμανικής πίστης.
Οσοι προσπαθούν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου στη βάση μόνο ορθολογικών κριτηρίων μιας δυτικού τύπου ανάλυσης, μάλλον πλανώνται. Ως γνήσιος πιστός, που οφείλουμε να υποθέσουμε ότι είναι, εμπνέεται από τη θρησκευτική του συνείδηση. Και αυτή τον κατευθύνει να επιδιώκει το μεγαλείο της χώρας του, που είναι συγχρόνως και της πίστης του.
Το Αιγαίο, για οικονομικούς λόγους, μπορεί να μετρούσε στα σχέδιά του πριν από μια δεκαετία, τότε που κατασκευαζόταν η θεωρία της «γαλάζιας πατρίδας». Τώρα πλέον μόνο ενόχληση μπορεί να προκαλεί.
Το «τεστ» της αλήθειας
Τα παραπάνω συγκλίνουν στο να αποδεχθούμε ότι το διεθνές δίκαιο παραμένει και στους γείτονές μας, όπως βεβαίως και σε εμάς, απολύτως λυσιτελές για την επίλυση των διαφορών μεταξύ μας. Παρέχει αυτό που η Τουρκία χρειάζεται για μια αξιοπρεπή έξοδο από το πεδίο των τριβών, οι οποίες εύκολα μετατρέπονται σε καταστροφική σύγκρουση.
Πώς όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί; Τα αδιέξοδα παραμένουν, και το βλέπουμε στην πρόδηλη στασιμότητα για κάθε λύση.
Ας δούμε με διαύγεια αυτό που συμβαίνει. Και ας μην αυταπατόμαστε. Η στασιμότητα έχει μια βασικότατη, σοβαρότατη αιτία: τις τουρκικές διεκδικήσεις σε ελληνικές νησίδες και βραχονησίδες του ανοιχτού Αιγαίου. Ποτέ η Ελλάδα δεν θα δεχθεί υπαγωγή σε δικαστική κρίση της κυριαρχίας της σε αυτά τα εδάφη, και ποτέ η διένεξη περί την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα δεν θα μπορέσει να λήξει χωρίς λύση σε αυτό το ζήτημα.
Εδώ, ωστόσο, μας χρειάζεται μια εξήγηση της τουρκικής συμπεριφοράς. Αν, δηλαδή, πράγματι πιστεύουν οι Τούρκοι σε αυτό που διεκδικούν, ως θύματα, όπως εμφανίζεται να λέγεται, της «άδικης» Συνθήκης της Λωζάννης, ή αν αυτό που διεκδικούν είναι απλώς ένα διαπραγματευτικό εργαλείο για να επιτύχουν κάτι άλλο μέσω αυτού. Οπότε, σε μια διαπραγμάτευση, δεν θα επιμείνουν, ξέροντας άλλωστε ότι, από επόψεως διεθνούς δικαίου, έχουν άδικο.
Αν ισχύει η «αναθεωρητική» εξήγηση, καλύτερα να ετοιμαζόμαστε πολεμικά. Αν ισχύει, όμως, η «εργαλειακή» εξήγηση, θα πρέπει να την υποβάλουμε σε δοκιμασία.
Νησίδες και βραχονησίδες αντί δώδεκα ναυτικά μίλια
Το λεγόμενο «casus belli» εμφανίστηκε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το καλοκαίρι του 1995 και η κρίση στα Ιμια, από όπου αναπτύχθηκε η θεωρία των γκρίζων ζωνών, τον Ιανουάριο του 1996. Φαίνονται άσχετα μεταξύ τους, όμως δεν είναι καθόλου. Διότι οι νησίδες και οι βραχονησίδες έχουν στο διεθνές δίκαιο κι αυτές χωρικά ύδατα, οπότε, με αμφισβητούμενη κυριαρχία επ’ αυτών, η χάραξη θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, άρα και η επέκταση των χωρικών μας υδάτων, γινόταν ρεαλιστικά αδύνατη.
Μια θεωρία, λοιπόν, μπορεί να δοκιμαστεί για το ξεπέρασμα της ακινησίας. Η θεωρία ότι οι Τούρκοι προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους σε νησίδες και βραχονησίδες του ανοιχτού Αιγαίου ως διαπραγματευτικό αντιστάθμισμα για να συγκρατηθεί η Ελλάδα από την επέκταση των χωρικών της υδάτων.
Εχει χρησιμότητα αυτή η παρατήρηση; Αναμφισβήτητα ναι. Διότι, στο «μπερδεμένο κουβάρι» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μας δείχνει από πού αναπόφευκτα πρέπει να ξεκινήσει ο «μίτος της Αριάδνης».
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι έχουμε επανειλημμένα δηλώσει ότι η επέκταση των χωρικών μας υδάτων είναι για μας «αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα». Και είναι όντως. Ομως, αυτό το δικαίωμα, από το διεθνές δίκαιο απορρέει, και το διεθνές δίκαιο δεν είναι, αν εφαρμοστεί στο «στενό» Αιγαίο, τόσο απόλυτο όσο νομίζουμε.
Λύσεις στη βάση του διεθνούς δικαίου υπάρχουν, και, έχοντας πλέον αντίληψη από πού θα ξεκινήσουμε, μπορούμε, στη συνέχεια αυτής της αρθρογραφίας, να τις διερευνήσουμε με εθνική επίγνωση και προσοχή.
Ο κ. Ιωάννης Σαρμάς είναι τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
