Ο γόρδιος δεσμός των συναινέσεων

Μετά την οικονομική κρίση, όλα μαζί τα συστημικά κόμματα συνομιλούν μόνο με το μισό εκλογικό σώμα. Το υπόλοιπο τους έχει γυρίσει την πλάτη και αναζητεί πώς θα τα τιμωρήσει

Ο γόρδιος δεσμός των συναινέσεων

Εχουν τα κόμματα ιδιοκτήτες; Σίγουρα έχουν μετόχους, οι οποίοι δεν ζητούν τα ρέστα σε γενικές συνελεύσεις, αλλά εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους με συνειδητή αποχή από τις κάλπες. Τον Ιούνιο του 2023 η αποχή έφθασε στο 46,8%, επιβεβαιώνοντας την όλο και μεγαλύτερη απόσταση που κρατά μια μερίδα πολιτών από το κομματικό σύστημα. Επιπλέον το 50% θεωρεί ότι βρίσκεται στο περιθώριο και είναι αυτό που τροφοδοτεί τον αντισυστημισμό και περίπου το 20% σχηματίζει τη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη». Αυτές οι δεξαμενές αλληλοτροφοδοτούνται.

Δηλαδή, μετά την οικονομική κρίση, όλα μαζί τα συστημικά κόμματα συνομιλούν μόνο με το μισό εκλογικό σώμα. Το υπόλοιπο τους έχει γυρίσει την πλάτη και αναζητεί πώς θα τα τιμωρήσει.

Το θέμα στα κόμματα δεν είναι η ιδιοκτησία, αλλά η ιδέα της ιδιοκτησίας. Στο παρελθόν τα πράγματα ήταν καθαρά. Το ΠαΣοΚ ήταν παπανδρεϊκό κόμμα, κάτι που δεν άλλαξε ούτε επί Σημίτη, και η ΝΔ ήταν καραμανλική, παρά τους παρένθετους αρχηγούς. Ηταν όμως μεγάλα κόμματα και στα δύσκολα μπορούσαν να συνεννοηθούν.

Το σημερινό ΠαΣοΚ δεν έχει πλέον ιδιοκτήτη, όμως οι εναπομείναντες τσακώνονται για μια πίτα που κανένας δεν ξέρει πόση θα απομείνει μετά τις εκλογές, αφού φροντίζουν μόνοι τους να την καψαλίζουν. Και δεν καταφέρνουν να συσπειρωθούν έναντι της διπλής επίθεσης που προβλέπουν ότι θα δεχθούν από τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα, οι οποίοι, όπως λένε κεντρικά στελέχη, «θέλουν να διαλύσουν το ΠαΣοΚ για να μοιράσουν τα ιμάτιά του».

Αντιθέτως, η ΝΔ παρέμεινε κόμμα ιδιοκτητών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ήταν ο αναμενόμενος πρόεδρος του κόμματος, φλέρταρε με ψηφοφόρους άλλων κομμάτων, κάτι που δεν μπόρεσε ποτέ να καταπιεί η κομματική βάση, που ακούει με ευχαρίστηση την κριτική ότι «πασοκοποίησε τη ΝΔ» ή ότι «την έκανε Ποτάμι», αφήνοντας εκτός κυβέρνησης «τα δικά της παιδιά».

Η πιο σκληρή κριτική προέρχεται από τους δύο πρώην προέδρους της και πρωθυπουργούς, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κώστα Καραμανλή, οι οποίοι έχουν παραπλήσια ατζέντα, αλλά διαφορετικές επιδιώξεις. Ο ένας εξετάζει το ενδεχόμενο να φτιάξει νέο κόμμα, ο άλλος όμως, ο οποίος απείχε πολλά χρόνια από τον δημόσιο βίο, επιχειρεί, όπως λένε συνομιλητές του, να επαναφέρει το κόμμα στην καραμανλική παράδοση επειδή διαβλέπει κίνδυνο συρρίκνωσής του, όχι μόνο εκλογικής αλλά και αξιακής.

Το περιουσιακό στοιχείο των κομμάτων είναι το κράτος. Από αυτό παίρνει μέρισμα όλος ο περίγυρος της εξουσίας και γι’ αυτό κανένας πολιτικός δεν θέλει στην πραγματικότητα ούτε να το αλλάξει ούτε να το μειώσει. Και να προσπαθήσει κάποιος, θα βρει απέναντί του το κομμάτι της κοινωνίας το οποίο υστερεί στον μεταβολισμό των αλλαγών και προτιμά τον συμβιβασμό στην ήδη διαμορφωμένη κατάσταση. «Αν δεν υπάρχει συλλογικότητα, κανένας διάλογος θα ευδοκιμήσει. Εδώ τα κόμματα δεν συνεννοούνται ούτε για τον ορισμό των εργατικών ατυχημάτων» σχολιάζει έμπειρος πολιτικός.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχεδιάζει το προσεχές διάστημα να ανοίξει τέσσερα πεδία αναζήτησης συναινέσεων: τη συνταγματική αναθεώρηση, την επιστολική ψήφο εθνικών εκλογών για τον απόδημο Ελληνισμό, τη συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα, το νέο σχολείο και το εθνικό απολυτήριο. Σε ορισμένα από αυτά τα θέματα ίσως βρει κάποια ανταπόκριση. Αλλά σε ό,τι αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση, διαμορφώνεται ένα επικίνδυνα λαϊκιστικό κλίμα για την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, σε μια κατεύθυνση που σοβαρά στελέχη της κυβέρνησης προειδοποιούν ότι θα μετατρέψει τη χώρα σε ένα απέραντο δικαστήριο. Ποιος υπουργός θα πάρει δύσκολες αποφάσεις αν την επόμενη στιγμή κινδυνεύει να βρεθεί στο εδώλιο ή και στη φυλακή;

Στα ελληνοτουρκικά, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς επιδιώκει η κυβέρνηση από τον διάλογο με την Τουρκία. Διπλωματική πηγή επισημαίνει ότι Μητσοτάκης και Ερντογάν έχουν δύο χρόνια να μιλήσουν από κοντά και πάντα περιορίζονται στα ελληνοτουρκικά, «στα οποία υπάρχει αντιπαράθεση 52 ετών, όχι πολιτική σχέση, ενώ θα μπορούσαν να χτίσουν μια σχέση στη βάση και άλλων θεμάτων, όπως το ΝΑΤΟ, η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή». Θα μπορέσει η κυβέρνηση να κάνει ένα έστω μικρό βήμα ή θα προτιμήσει το αδιέξοδο για να ροκανίσει και αυτή τον χρόνο της μέχρι να παραδώσει στους επόμενους;

Στην οικονομία, οι προβλέψεις για το τι θα γίνει όταν λείψουν οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δεν είναι καλές. Υπάρχει ασάφεια για το πόσα κονδύλια απορροφήθηκαν από τα 36,6 δισ. ευρώ που έλαβε η Ελλάδα. Η ίδια η κυβέρνηση προβλέπει ότι για τα επόμενα χρόνια η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 2,4% το 2026 και 1,3% το 2029 εξαιτίας της υστέρησης επενδύσεων. Παράλληλα, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, οι φοροαπαλλαγές από περίπου 3 δισ. ευρώ το 2014 έφθασαν κοντά στα 23 δισ. το 2024, υπερβαίνοντας την αύξηση των φορολογικών εισπράξεων. Το γλυκό δεν δένει μόνο με παροχές.

Πώς και από ποιους θα διαμορφωθούν οι αναγκαίες συναινέσεις; Οι επιθέσεις της κυβέρνησης στο ΠαΣοΚ της στερούν έναν δυνάμει σύμμαχο και για κάποιους πολιτικούς και των δύο κομμάτων θεωρούνται «ακατανόητες». Μάλιστα, μετριοπαθής βουλευτής της ΝΔ θεωρούσε «μυωπική» την τακτική της κυβέρνησης «να επιτρέπει να αναπτύσσονται τα αντισυστημικά κόμματα προκειμένου να συσπειρωθεί το δικό της ακροατήριο, εξαιτίας του φόβου της ακυβερνησίας».

Ωστόσο, υπουργός αντιλέγει ότι «η κοινωνία έχει πλέον πιο ώριμη αντίληψη για το τι συμβαίνει στον χώρο της αντιπολίτευσης και δεν θα επιτρέψει τερατογενέσεις». Οσο μειώνονται οι ψηφοφόροι τόσο αυξάνονται τα μέτωπα: Η κυβέρνηση προτείνει το «μέτωπο της λογικής», το ΠαΣοΚ ένα «προοδευτικό μέτωπο», ο Αλέξης Τσίπρας ένα «μεγάλο προοδευτικό μέτωπο», ο ΣΥΡΙΖΑ μια «προοδευτική πρόταση συνεργασίας», η Νέα Αριστερά ένα «Λαϊκό Μέτωπο». Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα μέτωπα θα χρειαστούν και κάποιους πρόθυμους, και δεν φαίνονται πολλοί τέτοιοι στον ορίζοντα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version