Γιατί φθείρεται η κυβερνητική κυριαρχία

Τα νέα κόμματα δεν «προκαλούν» τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά προσφέρουν εναλλακτικές διοχέτευσης της δυσαρέσκειας κοινωνικών ομάδων που έχουν απομακρυνθεί από την κυβερνητική συμμαχία

Γιατί φθείρεται η κυβερνητική κυριαρχία

Ο John Mueller (1970), πλέον ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Ohio State University, στην κλασική του ανάλυση για τη διαμόρφωση της δημοτικότητας των προέδρων στις ΗΠΑ, υποστήριξε ότι η αύξηση της δημοτικότητας των πολιτικών ηγετών σε περιόδους διεθνών κρίσεων δεν οφείλεται σε ουσιαστική μεταβολή των πολιτικών προτιμήσεων των πολιτών, αλλά σε έναν ψυχολογικό μηχανισμό κοινωνικής συσπείρωσης, που τον ονόμασε «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» (rally round the flag). Κατά τον Mueller, γεγονότα υψηλής πολιτικής έντασης ενεργοποιούν αντανακλαστικά εθνικής ενότητας που καθιστούν την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση κοινωνικά ανεπιθύμητη. Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες αναστέλλουν την κριτική τους απέναντι στην κυβέρνηση και εκφράζουν αυξημένη υποστήριξη προς τον εκάστοτε πολιτικά επικεφαλής, ανεξάρτητα από την προηγούμενη αξιολόγηση της διακυβέρνησής του.

Η ένταση και η διάρκεια της συσπείρωσης αυτής εξαρτώνται από το μέγεθος της κρίσης, αλλά, όπως διαπιστώνουν οι William Baker και John Oneal (2001), και από τη στάση των μίντια, η κάλυψη των οποίων θα επιτρέψει στη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» να αποκτήσει μαζική απήχηση. Πρόκειται ωστόσο για μια συσπείρωση προσωρινή, που φθίνει καθώς η κρίση παρατείνεται, με αποτέλεσμα σταδιακά να επανέρχονται οι κανονικές συνθήκες πολιτικού ανταγωνισμού και της κομματικής αντιπαράθεσης.

Ανεξάρτητα από συγκυριακά γεγονότα και κρίσεις που μπορεί να θέτουν σε λειτουργία τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία», η υποχώρηση της προεδρικής απήχησης και επιρροής θεμελιώνεται με βάση έναν μηχανισμό διαχρονικής φθοράς, που ο Mueller ονομάζει «συσπείρωση μειονοτήτων» (coalition of minorities). Σύμφωνα με το επιχείρημά του, κάθε πρόεδρος – τηρουμένων των αναλογιών και κάθε πρωθυπουργός – εκλέγεται στηριζόμενος σε μια ετερόκλητη εκλογική συμμαχία κοινωνικών ομάδων και πολιτικών ρευμάτων, η οποία δεν συνιστά κάποια συμπαγή πλειοψηφία, αλλά ένα σύμπλεγμα επιμέρους, «μειονοτικών», υποστηρίξεων.

Με την άσκηση της εξουσίας, οι κυβερνητικές επιλογές, οι διαψεύσεις και οι αντιρρήσεις που προκαλούν οδηγούν τμήματα της συμμαχίας που συσπειρώθηκαν «γύρω από τη σημαία» να αποστασιοποιούνται, όχι απαραίτητα μετακινούμενα στην αντιπολίτευση, αλλά υιοθετώντας στάση αποχής, αδιαφορίας ή ήπιας πολιτικής αποδοκιμασίας. Το κύρος του πολιτικά επικεφαλής και η ικανότητα της πολιτικής εξουσίας να διαχειρίζονται κρίσεις μπορεί να επηρεάσουν τον ρυθμό με τον οποίο θα λάβει χώρα μια τέτοια μεταστροφή. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή και σχεδόν αναπότρεπτη μείωση της δημοτικότητας του προέδρου και της κυβέρνησης, η οποία δεν οφείλεται τόσο στην ενεργή πολιτική ή ιδεολογική μεταστροφή των ψηφοφόρων όσο στη διάβρωση της αρχικής συμμαχίας στήριξης και τη χαλάρωση της προεδρικής ή κυβερνητικής «μειονοτικής» υποστήριξης.

Το κόμμα της ΝΔ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη επικεφαλής, κατέλαβε την κυβερνητική εξουσία στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου 2019 συγκεντρώνοντας σχεδόν το 40% των ψήφων του εκλογικού σώματος και αφήνοντας πίσω κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες τον ΣΥΡΙΖΑ. Τέσσερα χρόνια μετά, στις εκλογές του Ιουνίου 2023, η ΝΔ αύξησε ελαφρώς το εκλογικό ποσοστό της προσεγγίζοντας το 41% των ψήφων, προηγούμενη κατά σχεδόν 23 ποσοστιαίες μονάδες του τότε κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η εκλογική επιρροή του οποίου είχε υποχωρήσει δραματικά. Η σαφής αυτή εκλογική υπεροχή της ΝΔ που διαμορφώθηκε κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο όσο και στο πλαίσιο της πολιτικής αναδιάταξης που ακολούθησε τη Συμφωνία των Πρεσπών, συνέβαλε στη δημιουργία νέων ρηγμάτων στο εκλογικό σώμα. Σε συνδυασμό με την υποχώρηση του δικομματισμού και τον κατακερματισμό της κομματικής σκηνής ένθεν κακείθεν του κυβερνώντος κόμματος, η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την εντύπωση μιας σταθερής και εδραιωμένης κυριαρχίας της ΝΔ στο μεταμνημονιακό ελληνικό κομματικό σύστημα.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, αποδείχθηκε, αν όχι πλασματική, τουλάχιστον παροδική. Η εκλογική άνοδος και η φαινομενική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν στηρίχθηκαν στη συγκρότηση μιας σταθερής και ιδεολογικά συνεκτικής πλειοψηφίας, αλλά στη συνένωση μιας ετερόκλητης εκλογικής συμμαχίας, αποτελούμενης από εκλογείς προερχόμενους από τον χώρο του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, μεγάλα τμήματα της παραδοσιακής Δεξιάς, καθώς και περιορισμένες αλλά κρίσιμες εισροές από τον χώρο της άκρας Δεξιάς. Η συμμαχία αυτή είχε κατ’ εξοχήν συγκυριακό και μη-ιδεολογικά εδραιωμένο χαρακτήρα, βασισμένο στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και όχι σε βαθύτερη ιδεολογική σύγκλιση. Ως εκ τούτου, η σταδιακή φθορά της κυβερνητικής επιρροής δεν συνιστά αιφνίδια ανατροπή του πολιτικού συσχετισμού, αλλά αναμενόμενη εξέλιξη της προοδευτικής αποσυσπείρωσης των επιμέρους συνιστωσών της αρχικής εκλογικής «μειονοτικής» συμμαχίας που στήριξε την άνοδο της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εξουσία.

Τα σχετικά ευρήματα όσον αφορά την πτώση της δημοτικότητας του Πρωθυπουργού και της εκλογικής επιρροής της κυβέρνησής του δεν καταδεικνύουν σημαντική μετακίνηση ψηφοφόρων προς τα υπόλοιπα κόμματα, αλλά κυρίως αύξηση των αναποφάσιστων, ενίσχυση της αποχής και απώλειες σε επιμέρους κοινωνικές ομάδες που είχαν συγκροτήσει την αρχική κυβερνητική συμμαχία. Η εικόνα αυτή αντιστοιχεί ακριβώς στον μηχανισμό που περιγράφει ο John Mueller: η φθορά της δημοτικότητας δεν προκύπτει από κάποια πολιτική ανατροπή, αλλά από τη σταδιακή αποσυσπείρωση της ετερόκλητης και λειτουργικής, αλλά όχι ιδεολογικά συμπαγούς, εκλογικής βάσης. Τα δημοσκοπικά δεδομένα υποδηλώνουν, επίσης, ότι ο ρυθμός διάλυσης αυτής της συμμαχίας έχει επιταχυνθεί λόγω σωρευτικών κρίσεων και της κόπωσης από τη σχετικώς μακρά περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ, και όχι εξαιτίας της συγκρότησης μιας εναλλακτικής πλειοψηφικής συμμαχίας απέναντι στην κυβέρνηση.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο τα υπό συζήτηση νέα κόμματα, τα οποία συνδέονται με πρόσωπα όπως η Μαρία Καρυστιανού, ο Αλέξης Τσίπρας ή και ο Αντώνης Σαμαράς, μπορούν να επιτείνουν τη φθορά της κυβερνητικής επιρροής. Η απάντηση είναι καταφατική, αλλά όχι με τον τρόπο που συνήθως υπονοείται στον δημόσιο διάλογο. Υποστηρίζεται εδώ ότι, εφόσον ιδρυθούν, τα κόμματα αυτά μπορεί να λειτουργήσουν ως δευτερογενείς δίαυλοι απορρόφησης της αποσυσπείρωσης που ήδη συντελείται στο κυβερνητικό μπλοκ, παρά ως η βασική αιτία της φθοράς του. Δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι η αρχική απώλεια υποστήριξης εκδηλώνεται πρώτα ως αποχή ή πολιτική αμφιθυμία και μόνο στη συνέχεια μεταφράζεται σε δυνητική στήριξη νέων σχηματισμών. Με αυτή την έννοια, τα νέα κόμματα δεν «προκαλούν» τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά προσφέρουν εναλλακτικές διοχέτευσης της δυσαρέσκειας κοινωνικών ομάδων που έχουν απομακρυνθεί από την κυβερνητική συμμαχία.

Οι περισσότερες μετρήσεις καταδεικνύουν ότι τα κόμματα του χώρου της άκρας Δεξιάς, με κυριότερη την Ελληνική Λύση, αντλούν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης από πρώην ψηφοφόρους της ΝΔ, που είναι ιδίως άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, με χαμηλότερα επίπεδα πολιτικής εμπιστοσύνης και αυξημένη ευαισθησία σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας και ασφάλειας. Σε αντίθεση με τη γενικότερη αποσυσπείρωση της ΝΔ, η οποία αποτυπώνεται κυρίως ως αύξηση των αναποφάσιστων και της αποχής, οι ροές προς την άκρα Δεξιά χαρακτηρίζονται από άμεση εκλογική μετατόπιση, ιδεολογική αναδιάταξη και ανθεκτικότητα στον χρόνο. Υπό αυτή την έννοια, η άκρα Δεξιά δεν συνιστά απλώς έναν ακόμη αποδέκτη της αποσυσπείρωσης, αλλά έναν μηχανισμό που επιταχύνει τη διάλυση της αρχικής κυβερνητικής «συσπείρωσης μειονοτήτων», μετατρέποντας τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε σταθερή πολιτική τοποθέτηση και αναδιαμορφώνοντας, έστω περιφερειακά, το κομματικό τοπίο.

Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version