ΕΕ – Ελλάδα: Από τον πόλεμο στο Ιράκ στην κρίση του Ιράν

Οι αναλογίες και οι διαφορές που χαρακτήρισαν το 2003 και το 2026, από πλευράς ΗΠΑ, ΕΕ και Ελλάδας, που λόγω προεδρίας είχε τότε έναν ιδιαίτερο ρόλο που βεβαίως δεν έχει σήμερα

ΕΕ – Ελλάδα: Από τον πόλεμο στο Ιράκ στην κρίση του Ιράν

Η αμερικανική πολεμική εμπλοκή στο Ιράν το 2026 πρέπει να ιδωθεί ως συνέχεια της εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, ενδεχομένως σε συνδυασμό και με την εισβολή στο Αφγανιστάν το 2001 και τις επιχειρήσεις στη Λιβύη το 2011. Με αφορμή πρόσφατη εκδήλωση που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Κύπρου για τη συμβολή του Κώστα Σημίτη στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, θυμήθηκα το πώς ο Σημίτης ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου χειρίστηκε το θέμα του Ιράκ, κάτω από δραματικές συνθήκες. Κυρίως, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις αναλογίες και τις διαφορές που χαρακτήρισαν το 2003 και το 2026, από πλευράς ΗΠΑ, ΕΕ και Ελλάδας, που λόγω προεδρίας είχε τότε έναν ιδιαίτερο ρόλο που βεβαίως δεν έχει σήμερα.

Η ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ στο Α’ εξάμηνο 1993 για μια χώρα όπως η Ελλάδα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Επιπλέον, το θέμα του Ιράκ αποτέλεσε το πιο καυτό ίσως θέμα που η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιμετώπισε στην ιστορία της. Είχε πρωτόγνωρο πολιτικό βάρος, και οι χειρισμοί εξελίχθηκαν σε αγώνα ασύλληπτης έντασης, καθώς η προεδρία έπρεπε να ισορροπήσει μεταξύ των θέσεων χωρών με μεγάλο πολιτικό βάρος και με αντιτιθέμενες επιδιώξεις, που είχαν πολύ σημαντικές συνέπειες για τις σχέσεις ΕΕ και ΗΠΑ.

Παράλληλα, υπήρχε σοβαρή διάσταση σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες σε ό,τι αφορά τη στάση που έπρεπε να επιλεγεί, αλλά και μεταξύ κυβερνητικών επιλογών και κοινής γνώμης στις χώρες τους. Τα ζητήματα του «προληπτικού κτυπήματος», του «μονομερισμού» (unilateralism) ως βάση θεώρησης των ΗΠΑ σε θέματα διεθνούς πολιτικής σε σύγκριση με τον ρόλο του ΟΗΕ και την αρχή του «πολυμερισμού» (multilateralism), που θεωρήθηκε ότι χαρακτήριζε την ευρωπαϊκή προσέγγιση, όπως και οι προεκτάσεις του θέματος για τις σχέσεις της Ευρώπης με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, ήταν ζητήματα που τέθηκαν πρώτη φορά στο προσκήνιο, και μάλιστα ταυτόχρονα.

Τον Φεβρουάριο του 2003 ήταν φανερό ότι η επέμβαση στο Ιράκ ήταν θέμα εβδομάδων. Μέσα σε ένα οξυμμένο διεθνοπολιτικό κλίμα, ο πρωθυπουργός πήρε μια απόφαση υψηλού κινδύνου. Παρά την ισχυρή αντίθετη άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων χωρών, αποφάσισε τη σύγκληση έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις 17 Φεβρουαρίου.

Κρίθηκε ότι το θέμα της εισβολής στο Ιράκ ήταν τόσο σημαντικό ώστε πολιτικά ήταν αδιανόητο να μην υπάρξει καθαρή τοποθέτηση από πλευράς ΕΕ. Μέσα σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο και επιδεινούμενο κλίμα, όπου ήταν εμφανές ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν θα συμφωνούσε σε μια απόφαση που θα κάλυπτε πολιτικά την επέμβαση και ότι οι χώρες της ΕΕ είχαν διαφορετική γραμμή, η προεδρία βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα αν θα αναλάμβανε ή όχι κάποια πρωτοβουλία για ένα θέμα κορυφαίας σημασίας.

Η προεδρία επέλεξε το ενδεχόμενο ρίσκο της σύγκλησης Συμβουλίου και ενός άγνωστου αποτελέσματος από το βέβαιο ρίσκο μιας επιλογής αδράνειας, η οποία θα παρέκαμπτε το πρόβλημα και θα βρισκόταν πολιτικά σε αναντιστοιχία με τις ανάγκες των περιστάσεων, δείχνοντας ότι η πολιτική Ευρώπη, για άλλη μια φορά, ήταν σιωπηλή, αμήχανη και αδύναμη σε ένα θέμα τόσο κρίσιμο. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκείνο κλήθηκε και ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, κ. Kofi Annan, κίνηση που επέτεινε τη δραματικότητα της συνάντησης, αλλά και ενίσχυσε το βάρος της.

Το διεθνές σκηνικό ήταν πολύ βαρύ και για τον λόγο ότι πρόσφατα ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, είχε εκφραστεί απαξιωτικά για τη «γηραιά Ευρώπη» αντιπαραβάλλοντας σε αυτήν την εικόνα της «νέας Ευρώπης», ξεσηκώνοντας θύελλα αρνητικών αντιδράσεων σε πολιτικές ηγεσίες και κοινωνίες, αλλά, κυρίως, εμφυτεύοντας ένα κλίμα διχοτομικό μεταξύ χωρών-μελών που είχαν ταχθεί ανοικτά υπέρ των αμερικανικών σχεδίων, και εκείνων που ακολουθούσαν μια επιφυλακτική στάση.

Σε επικοινωνιακό επίπεδο, η αντίληψη που κυριαρχούσε ήταν ότι το Ιράκ θα ήταν μια πανωλεθρία για την ΕΕ και ιδιαίτερα για την ελληνική προεδρία. Η προοπτική να αντιμετωπίσει μια χώρα μικρή, με περιορισμένη διεθνοπολιτική εμβέλεια, χωρίς προγενέστερη εμπειρία συλλογικών χειρισμών σε θέματα διεθνούς πολιτικής, και για την οποία εκφράζονταν πολλές και έντονες αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητά της να φέρει σε πέρας με ικανοποιητικό τρόπο ακόμα και πιο συμβατικές λειτουργίες της προεδρίας, οδηγούσε σε ισχυρές αμφιβολίες για το αποτέλεσμα.

Σε ένα τέτοιο σκηνικό, η ελληνική προεδρία είχε να διασφαλίσει τρεις σημαντικούς στόχους στο θέμα του Ιράκ: Τα εθνικά συμφέροντα της χώρας για μια μονομερή επέμβαση που πίεζε τις ευρωπαϊκές χώρες να υιοθετήσουν, την ευθύνη που είχε ως προεδρία της ΕΕ και τις αξίες, τους κανόνες και τους διεθνείς θεσμούς που βρίσκονταν υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα, επιδίωξη ήταν να περάσει το μήνυμα ότι οι αποφάσεις του ΟΗΕ έπρεπε να γίνουν σεβαστές από όλους, ότι η ΕΕ δεν δεχόταν να συναινέσει στο στοιχείο της «μονομέρειας» (unilateralism) ως αρχή της λειτουργίας των διεθνών σχέσεων και ότι υιοθετούσε μια πολύ πιο προσεκτική στάση σε ένα θέμα με κορυφαίες πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις.

Το Συμβούλιο της 17ης Φεβρουαρίου 2003 συμφώνησε σε ένα κείμενο, η ισορροπία του οποίου δεν επέτρεπε να διαφανούν νικητές και ηττημένοι. Στην ουσία τονίστηκε η απόφαση του ΟΗΕ για την ανάγκη αφοπλισμού του Ιράκ, αλλά και η εμμονή στην εξάντληση μιας ειρηνικής διευθέτησης μέσω του ΟΗΕ, η ανάγκη διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας και της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ και όλων των χωρών της περιοχής, καθώς και η ανάγκη να δοθεί η διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση «πολιτισμών». Η Ευρώπη παρακάμφθηκε, η εισβολή έγινε, η διάλυση μιας ολόκληρης χώρας – ενός «πολιτισμού» – έγινε, η αποχώρηση της αμερικανικής πολεμικής μηχανής ακολούθησε, αφήνοντας πίσω της φέρετρα και στάχτες, το τελευταίο, πιθανότατα, ως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Το παραπάνω αφήγημα είναι χρήσιμο για συγκρίσεις με το σήμερα. Θυμίζει μια εποχή στην οποία στις χώρες της ΕΕ υπήρχαν ηγέτες που είχαν το πολιτικό βάρος να διατυπώσουν τις θέσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών και να διαφοροποιηθούν από επιλογές που λειτούργησαν καταστροφικά για εκατομμύρια ανθρώπους, με βασικό όφελος υπόγειες οικονομικές συναλλαγές γύρω από την ανοικοδόμηση των ερειπίων μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, πρώην υπουργός.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version