Oξος, χολή και τρολ στο Διαδίκτυο

Γράφουν στο ΒΗΜΑ ο καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΕΚΠΑ Σπύρος Βλαχόπουλος, ο συγγραφέας Νίκος Α. Μάντης και ο μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ Χρήστος Τριανταφύλλου

Oξος, χολή και τρολ στο Διαδίκτυο

Ο δημόσιος διάλογος στην εποχή της πλατφόρμας

του Μάρκου Καρασαρίνη

Οι απαρχές του Διαδικτύου, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές εκείνης του 2000, διακρίνονταν από μια διάχυτη αισιοδοξία. Η αισιοδοξία ήταν έτσι κι αλλιώς στον αέρα, ταίριαζε με το πνεύμα των καιρών – το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τη νίκη της δυτικής δημοκρατίας, τη δικαίωση της ανοικτής κοινωνίας.

Αυτό που εκπορευόταν όμως από τον Τίμοθι Μπέρνερς-Λι και τους λοιπούς πρωτοπόρους της επιστήμης της πληροφορικής ήταν η πεποίθηση ότι η νέα τεχνολογία, εκ φύσεως δημοκρατική και ανοικτή στους πάντες, επρόκειτο να μετασχηματίσει τον δημόσιο διάλογο διευρύνοντας, εμπλουτίζοντας και αναβαθμίζοντας τη διεξαγωγή του σε πρωτόγνωρο επίπεδο. Αν η ψήφος είχε οδηγήσει εκατό χρόνια πριν στον εκδημοκρατισμό της πολιτικής, τώρα το πληκτρολόγιο θα επέτρεπε σε ένα μαζικό κοινό να μονιμοποιήσει την αδιαμεσολάβητη έκφρασή του.

Μέσα από φόρουμ, blog, vlog, διάφορες εκδοχές άμεσων μηνυμάτων, την καθιέρωση των σχολίων στις online εκδόσεις, ένας ορμητικός ποταμός λόγου κατέκλυσε το Διαδίκτυο. Οργανική συνέχεια των πρόδρομων μορφών δικτυακής επικοινωνίας, τα κοινωνικά μέσα διαμόρφωσαν καθοριστικά το πεδίο.

Ωστόσο, το μηδενικό ουσιαστικά κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτήθηκαν υπονόμευσε εξαρχής τη λειτουργία τους.

Παρά την εξιδανικευμένη εικόνα των πρωτεργατών του Internet για τις εγγενείς του δυνατότητες, καμία τεχνολογία δεν αναπτύσσεται εν κενώ, όπως επίσης καμία τεχνολογία δεν διαθέτει αφ’ εαυτής θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Καθώς ο κατά Νικ Σέρνικ «καπιταλισμός της πλατφόρμας» αναπτύχθηκε στο περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης απορρυθμισμένης οικονομίας αποστρεφόταν τόσο τους περιορισμούς όσο και τις ευθύνες.

Για μία δεκαετία περίπου ο διακηρυγμένος στόχος ψηφιακών κολοσσών όπως η Google και το Facebook ήταν το περίφημο «monetization». Για την επίτευξή του επιστρατεύθηκαν οι αλγόριθμοι και αποτράπηκε η εποπτεία. Ως αποτέλεσμα, ο εικονικός χώρος του δημόσιου διαλόγου μετατράπηκε σταδιακά σε αρένα όπου ελλείψει θεσμικής οριοθέτησης συχνά επικρατεί το δίκαιο της πυγμής – των τρολ, της τοξικότητας, του λεκτικού εκφοβισμού.

Το ότι το πείραμα μιας αυθαίρετης δικτυακής κοινωνίας απέτυχε είναι σαφές. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει βούληση να τη διαδεχθεί μια εκδοχή της όπου η αγορά να νοείται όχι μόνο με τους σύγχρονους όρους της οικονομίας αλλά και με την αρχαία έννοια της πολιτικής.

 O δημόσιος διάλογος στην ψηφιακή εποχή

του Σπύρου Βλαχόπουλου

Θα περίμενε κανείς ότι το Διαδίκτυο θα βελτίωνε τις συνθήκες του πολιτικού και γενικότερα του δημόσιου διαλόγου. Τα πράγματα ωστόσο δεν εξελίχθηκαν έτσι. Ναι μεν το Διαδίκτυο δημιουργεί ένα «ηλεκτρονικό δημόσιο forum» και βοηθάει ώστε να επικοινωνούν και να συζητούν μεταξύ τους περισσότεροι άνθρωποι πολύ γρήγορα και χωρίς εδαφικούς περιορισμούς, πλην όμως το επίπεδο της δημόσιας αντιπαράθεσης έχει μειωθεί πάρα πολύ.

Αντί για ανταλλαγή γνωμών, στο Διαδίκτυο συχνά κυριαρχεί μια τοξικότητα και ένα κλίμα πολεμικής αντιπαράθεσης, όπου το ζητούμενο δεν είναι ο προβληματισμός για την άποψη του συνομιλητή αλλά η ταπείνωσή του.

Και εάν επρόκειτο για έναν «πόλεμο ιδεών», τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο άσχημα. Συνήθως όμως η συζήτηση εκφυλίζεται σε προσωπικές επιθέσεις, με τις οποίες «δικάζονται» και «καταδικάζονται» με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ανθρώπινες προσωπικότητες και όχι οι ιδέες τους.

Οι λόγοι για αυτήν την κατάσταση είναι πάρα πολλοί. Ο πιο βασικός έγκειται ίσως στην ανωνυμία του Διαδικτύου. Η ανωνυμία παρέχει την ασφάλεια στον κακόπιστο χρήστη ότι μπορεί να πει ό,τι θέλει και όπως επιθυμεί χωρίς καμία απολύτως συνέπεια.

Και ναι μεν υπάρχουν μηχανισμοί για την εξακρίβωση της ταυτότητας του χρήστη του Διαδικτύου, πλην όμως οι προϋποθέσεις για την ταυτοποίηση είναι τόσες πολλές και κρατάνε τόσο πολύ ώστε η πιθανότητα να αποκαλυφθεί ποιος έγραψε το συκοφαντικό σχόλιο να είναι εξαιρετικά ισχνή και να μην αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τον υβριστή του Διαδικτύου. Δεν είναι όμως μόνον η ανωνυμία.

Είναι και η απόσταση και η έλλειψη σωματικής επαφής μεταξύ των διαδικτυακών συνομιλητών. Οταν τον άλλον δεν τον βλέπεις μπροστά σου και δεν φοβάσαι την άμεση αντίδρασή του, εάν είσαι κακόπιστος μπορείς πολύ πιο εύκολα να εκφρασθείς εναντίον του με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.

Εξάλλου, η πιθανότητα ποινικής καταδίκης ή υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης φαντάζει τόσο μακρινό ενδεχόμενο στη σημερινή δικαστική πραγματικότητα, ώστε να μην αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα.

Τα παραπάνω είναι λίγο-πολύ γνωστά και έχουν επισημανθεί πολλές φορές. Κάτι που ίσως έχει τονιστεί λιγότερες φορές είναι ότι στον ανοικτό κόσμο του Διαδικτύου δεν επιλέγεις τον συνομιλητή σου. Στα «δημόσια προφίλ» συμμετέχει όποιος θέλει χωρίς καμία προϋπόθεση.

Αυτό μπορεί να φαντάζει δημοκρατικό (και πράγματι είναι) αφού επεκτείνει τον κύκλο των προσώπων που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, από την άλλη όμως αποτελεί την «τέλεια συνταγή» για να καταστραφεί ένας εποικοδομητικός διάλογος και μια ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων.

Γιατί, πολύ απλά, αργά ή γρήγορα στη συζήτηση θα εμπλακεί, επιβάλλοντας τους όρους του, και ο κακόπιστος, ο ακραίος, ο επιθετικός, ακόμα και το «τρολ» (αμειβόμενο ή μη). Στο Διαδίκτυο έχουμε μάλλον ξεχάσει τους όρους διεξαγωγής μιας πετυχημένης συζήτησης.

Ξεχάσαμε δηλαδή ότι όταν ετοιμάζουμε μια δημόσια συζήτηση, το πρώτο πράγμα που σκεφτόμαστε είναι η επιλογή των καλεσμένων συνομιλητών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται μια ουσιαστική, πολιτισμένη και ισορροπημένη ανταλλαγή απόψεων.

Κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί στον δημόσιο χώρο του Διαδικτύου όπου δεν υπάρχουν προσκεκλημένοι αλλά μόνον «απρόσκλητοι» επισκέπτες που μπορούν να πουν το οτιδήποτε.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Αν κάτι χαρακτηρίζει τον δημόσιο διάλογο στο Διαδίκτυο, αυτό είναι η ταχύτητα.

Γράφει κάποιος μια άποψη και αυτός που δεν συμφωνεί, αισθάνεται ότι πρέπει να απαντήσει αστραπιαία με ταχύτητα δευτερολέπτων. Για να ανταπαντήσει και πάλι ο πρώτος, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, ο ουσιαστικός διάλογος προϋποθέτει όχι μόνο σκέψη, αλλά και περίσκεψη.

Να συλλογισθείς δηλαδή και να προβληματιστείς για τα λεγόμενα του άλλου, μήπως και έχει αυτός δίκιο και όχι εσύ. Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία του διαλόγου, την οποία μάλλον έχουμε απολέσει στον σύγχρονο τεχνολογικό κόσμο της απίστευτης ταχύτητας και των αυτονόητων βεβαιοτήτων.

Ολα τα παραπάνω μπορεί να φαντάζουν «τεχνοφοβικά». Δεν είναι όμως. Ο εκφυλισμός του δημόσιου διαλόγου στο Διαδίκτυο δεν οφείλεται στο Διαδίκτυο αυτό καθαυτό, αλλά στο ότι δεν έχουμε μάθει να το χρησιμοποιούμε σωστά.

Οχι μόνο με την έννοια ότι συχνά δεν χρησιμοποιούμε τα τεχνολογικά «φίλτρα» που μας παρέχει για να αποφύγουμε έναν τοξικό διάλογο, αλλά με την έννοια ότι έχουμε «ξεσυνηθίσει» να λαμβάνουμε υπεύθυνες αποφάσεις.

Και το να επιλέξεις τον συνομιλητή σου και τους όρους του διαλόγου μαζί του, είναι μια πολύ υπεύθυνη και δύσκολη απόφαση.

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΕΚΠΑ.

Τα θερμοκήπια της εχθροπάθειας

του Νίκου Α. Μάντη

Πριν από λίγο καιρό πέθανε ένας νέος άνθρωπος, από μια μεσαίου μεγέθους επαρχιακή πόλη. Ηταν επιστήμονας και, όπως λένε συχνά, γνωστός παράγοντας της τοπικής κοινωνίας. Οι προσωπικοί φίλοι του μίλησαν για τις ευαισθησίες, την ευγένεια και τις τρυφερές του πλευρές.

Ωστόσο, πέρα από την καθημερινή ιδιότητά του, είχε και μία άλλη: εκείνη που έχει καθιερωθεί, είτε μειωτικά είτε εντελώς πραγματιστικά, να αποκαλείται «διαδικτυακό τρολ».

Η είδηση του θανάτου του στο Διαδίκτυο είχε διαφορετική έκβαση απ’ ό,τι εκείνη στην ενσώματη ζωή.

Εκεί, όσοι είχαν βρεθεί απέναντί του στις αρένες πολιτικής αντιπαράθεσης της περασμένης δεκαετίας, αλλά και μετέπειτα, έγραψαν ότι κάποιες φορές ο κόσμος γίνεται καλύτερος με την απώλεια, αρνούμενοι όχι μονάχα να πενθήσουν, αλλά ακόμα και να αναγνωρίσουν τη βαρύτητα και την ιερότητα του θανάτου στην περίπτωσή του.

Είχε ευχηθεί τόσες φορές με σκαιότητα τον θάνατο αντίπαλων ιδεολογικά συνομιλητών του, ισχυρίστηκαν, που είναι σαν να είχε απεμπολήσει από καιρό τη δυνατότητα να κριθεί με τους όρους που προτάσσει η στοιχειώδης ανθρωπιά.

Η ιστορία αυτή, μολονότι πριν από χρόνια θα φάνταζε πρωτότυπη, ίσως και πρωτάκουστη, πλέον δεν είναι καθόλου.

Εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες αντίστοιχες περιπτώσεις ζουν και κινούνται ανάμεσά μας, διασχίζοντας με ευκολία τα νοητά σύνορα πραγματικού και ψηφιακού, εναλλάσσοντας την καθημερινή τους ταυτότητα με τη διαδικτυακή τους ψευδωνυμία (αν και η τελευταία δεν είναι απαραίτητη για όλους) και επιδιδόμενες συστηματικά στο σπορ της εναντίωσης, της φανατικής κατάκρισης του ενός ή του άλλου ιδεολογικού, αθλητικού, αισθητικού ή εμπορικού στρατοπέδου, με στόχο να εξυπηρετείται μία ανάγκη: η εκτόνωση της εχθροπάθειας.

Κάποτε βέβαια ούτε καν αυτό. Σε πολλές περιπτώσεις η βία είναι λιγότερο έντονη, πιο υποδόρια, στο επίπεδο ας πούμε μιας φευγαλέας κακίας, ενός κουτσομπολιού εν τη ρύμη του λόγου, που στόχο έχει όχι να αποδομήσει κάποιον αντίπαλο, αλλά περισσότερο να τον αποσταθεροποιήσει, λειτουργώντας ως ράπισμα, σε ένα καθημερινό πάρε-δώσε ελεγχόμενης επιθετικότητας: βιτριολικά σχόλια για τα κιλά μιας τηλεπερσόνας που «μας έχει ζαλίσει με την έκθεση της προσωπικής της ζωής», μειωτικό αστείο για την ηλικία τού ενός ή τη σεξουαλικότητα κάποιου άλλου, όπως θα γινόταν κάποτε στην αυλή ενός σχολείου ή στη ρούγα ενός επαρχιακού νυφοπάζαρου – μόνο που εδώ η ψηφιακή γραφή μεγεθύνει και διαιωνίζει τα πάντα.

Η περιστασιακή κακία γίνεται κύμα, μόδα, γίνεται μιμητική επανάληψη και λόγος ύπαρξης εκείνου που επιζητεί τη θέση ενός μικρού δημόσιου κατήγορου και την (στιγμιαία ή όχι) εξουσία που πηγάζει από κάτι τέτοιο.

Γιατί αυτό βρίσκεται νομίζω πίσω από την εχθροπάθεια του Διαδικτύου: η ανάγκη του καθενός και της καθεμιάς μας για ορατότητα αφενός, αλλά και για έναν έλεγχο, μία αίσθηση εξουσίας στον ευρύτερό του ιδιωτικού χώρο.

Η φαντασιακή συμμετοχή σε ένα πολιτικό παιχνίδι με όρους οξύτητας που υπερβαίνει τα όρια της «στενής ζωής».

Η προσπάθεια αποκαθήλωσης μιας διασημότητας που άλλοτε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να διασταυρωθούμε μαζί της. Ματαιώσεις, καθηλώσεις και μεταθέσεις απωθημένων, αλλά και αντικαθρέφτισμα της κοινωνικής βίας που έχουν υποστεί πλατιά στρώματα τα τελευταία χρόνια.

Ενα είδος συλλογικής, τοξικής αποφόρτισης – δίχως το κόστος μιας κατά πρόσωπο σύγκρουσης, αφού το «κράξιμο» στο ίντερνετ το πολύ-πολύ να οδηγήσει σε ένα «μπλοκ».

Φυσικά τόσο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) όσο και οι ιδρυτές τους, αλλά και οι πολύτιμοι αλγόριθμοι που κανοναρχούν όλο ετούτο το αλισβερίσι, τρίβουν τα χέρια τους. Η έχθρα και η αντιπαλότητα εθίζουν, και δεν υπάρχει τίποτα που να εγγυάται περισσότερο την προσκόλληση του κοινού στα εργαλεία αυτά, από τη σχέση αγάπης και μίσους με τους αντίστοιχους χρήστες-συνομιλητές τους.

Επιπλέον, ζούμε σε μια εποχή συνεχών εντάσεων, πολύ διαφορετική από τη «μακρά δεκαετία του ’90», όταν οι στοχαστές του φιλελευθερισμού κήρυτταν το τέλος της Ιστορίας. Σήμερα είμαστε στο αντίθετο άκρο: κανείς πια δεν συμφωνεί με κανέναν για τίποτα, ακόμα και για το αν η γη είναι στρογγυλή.

Η επέλαση της ΤΝ και τα μέσα διασποράς του ενορχηστρωμένου ψεύδους με τα οποία πρόκειται σύντομα να μας πλημμυρίσει δεν δημιουργούν την παραμικρή αισιοδοξία για μεγαλύτερες συναινέσεις στο μέλλον.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μονάχα κάτι: Οπως έγραψε και στο εκλεκτό βιβλίο της με τίτλο R.I.F.: Ο θάνατος στο φέισμπουκ η Μαρία Γιαγιάννου (εκδ. Στερέωμα, 2022) σε κάποιον καιρό, για πολλούς απ’ τους χρήστες τους, τα ΜΚΔ θα αποτελέσουν όχι μόνο χώρο μιας ανεπίσημης αυτοβιογράφησης, αλλά και αποθετήρια της κύριας μεταθανάτιας μνήμης.

Ισως λοιπόν, κατά το πρότυπο των αρχαίων στωικών, μια «φροντίδα θανάτου» από πλευράς όλων μας, σε σχέση με το πώς θα επιθυμούσαμε να μας θυμούνται, να απαλύνει κάπως την ένταση των διαδικτυακών διαξιφισμών μας.

Ετσι κι αλλιώς, η σκέψη του θανάτου αποτελεί έναν άριστο οδηγό και για τη διαχείριση της ζωής. Ειδικά όταν πολλοί γύρω μιλάνε για «ψόφους», χωρίς να συναισθάνονται ούτε στιγμή το νόημα της λέξης.

Ο κ. Νίκος Α. Μάντης είναι συγγραφέας.

Η τοξικότητα ως καύσιμο

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Το 1947, σε ένα συνέδριο ανθρώπων του ραδιοφώνου που ανησυχούσαν ότι θα τους αντικαθιστούσε η τηλεόραση, ο Μάρσαλ Μακλούαν είπε για πρώτη φορά μια φράση που θα κατέληγε στα χείλη όλων μας: «το μέσο είναι το μήνυμα». Σε ιστορικό επίπεδο, ο ορίζοντας προσδοκιών από την είσοδο σε ένα νέο μιντιακό σύμπαν μπορεί να μοιάζει με την κατάκτηση ενός συνόρου ή με βήματα σε ένα ναρκοθετημένο τοπίο.

Σήμερα ο προβληματισμός για τα σόσιαλ μίντια φαίνεται να μετατοπίζεται από το πρώτο στο δεύτερο: από την εντύπωση της περιήγησης σε ένα περιβάλλον εκδημοκρατισμένου λόγου στη δυσφορία για την τοξικότητα.

Για να τεθεί, όμως, ο προβληματισμός σε ευρύτερο πλαίσιο, είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψη την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ψηφιακότητα ως ιστορική συνθήκη και στα σόσιαλ μίντια ως αυτό που λέει το όνομά τους – ως μίντια.

Το Ιντερνετ των προηγούμενων δεκαετιών ήταν όντως ένα διαφορετικό μέρος. Οι δυνατότητές του φάνταζαν απεριόριστες και ο έλεγχος ήταν από υποτυπώδης έως ανύπαρκτος· σε αυτή τη σύντομη, όπως αποδείχθηκε, ιστορική στιγμή, η πρόσβαση στο Ιντερνετ έμοιαζε με πλοήγηση σε αχανείς εκτάσεις όπου οποιοσδήποτε μπορούσε να κάνει, να μάθει και να αποκτήσει οτιδήποτε.

Περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 2010 οι εκτάσεις άρχισαν να περιφράσσονται – όπως συνέβη και στις πραγματικές εκτάσεις του πρώιμου καπιταλισμού –, με αποτέλεσμα τον ολιγοπωλιακό «καπιταλισμό της πλατφόρμας».

Εντός αυτής της ψηφιακής συνθήκης εμφανίστηκαν και τα σόσιαλ μίντια, υποσχόμενα – όπως και παλαιότερα μέσα – την πλήρη διασύνδεση αλλά και – σε αντίθεση με παλαιότερα – τη δυνατότητα να αποκτήσουν όλοι μια πλατφόρμα έκφρασης και παραγωγής περιεχομένου.

Η υπόσχεση συνδεόταν άρρηκτα με το προαναφερθέν αίσθημα ελευθερίας και, αν περιοριστούμε στο Facebook και στο Twitter ως τα σόσιαλ μίντια που στηρίζονται στον λόγο, πραγματώθηκε αναλόγως: για κάθε γνωριμία με ενδιαφέροντες ανθρώπους υπήρχε και ένα υβρεολόγιο ανάμεσα σε αγνώστους· για κάθε σχηματιζόμενη ψηφιακή κοινότητα υπήρχε και μια εκστρατεία δυσφήμησης· για κάθε γόνιμη συζήτηση υπήρχε και μια δολοφονία χαρακτήρα.

Με άλλα λόγια, τα σόσιαλ μίντια κουβαλούσαν εξαρχής όλες τις πτυχές της ψηφιακής επικοινωνίας – απελευθερωτικές και τοξικές.

Πριν από λίγα χρόνια ο κριτικός Κόρι Ντοκτόροου έκανε γνωστή την έννοια «enshittification», δηλαδή την προοδευτική επιδείνωση ποιότητας των ψηφιακών πλατφορμών.

Αυτή η «πλατφορμική φθορά», όπως αποκαλείται επίσημα, αφορά και τα σόσιαλ μίντια, αλλά η αιτία δεν είναι τόσο η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, όσο οι πρακτικές των γιγαντιαίων εταιρειών στις οποίες αυτά ανήκουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος στα σόσιαλ μίντια δεν βρίθει από επιθετικότητα και μισαλλοδοξία, αλλά ότι ο τρόπος λειτουργίας των πλατφορμών εκμεταλλεύεται με ολοένα και περισσότερους τρόπους ένα φαινόμενο που προϋπήρχε, πολλαπλασιάζοντάς το.

Είναι τεκμηριωμένο ότι ειδικά το Facebook επενδύει ολοένα και περισσότερο σε αυτόν τον Ιανό: από τη μία συγκροτεί θαλάμους αντηχήσεων (echo chambers), εκθέτοντάς μας σε απόψεις με τις οποίες συμφωνούμε, αλλά από την άλλη προωθεί την αλληλεπίδραση ως το κυριότερο νόμισμα· καθώς οι αρνητικές αντιδράσεις είναι συνήθως εντονότερες από τις θετικές, δόθηκε έμφαση στην εκμαίευσή τους – το clickbait έδωσε τη θέση του στο rage-bait.

Eτσι, πολλοί χρήστες, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων ΜΜΕ, αρδεύουν πλέον στα σόσιαλ μίντια όχι απλώς την προσοχή, αλλά την οργή. Προφανώς μια βασική αναγκαιότητα για τα μίντια είναι να μπορούν να έλξουν την προσοχή του κοινού.

Αν, όμως, η σκανδαλοθηρία και ο κιτρινισμός αποτελούσαν βασικές πηγές εσόδων για τους εκδότες των εφημερίδων και τους ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών καναλιών, σήμερα αναπτύσσεται μια σοσιαλμιντιακή οικονομία των αρνητικών συναισθημάτων.

Τελικά, η ανάλυση του Μακλούαν διατηρεί τη δύναμή της: χωρίς να υποπίπτει στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, επισήμανε ότι η κλίμακα, η ταχύτητα και τα μοτίβα που αναδύονται από τη χρήση ενός μέσου εισάγουν νέες πολιτισμικές λογικές και πρακτικές.

Στην περίπτωση των σόσιαλ μίντια, η αρχική ανεξάντλητη ελευθερία της ψηφιακής συνθήκης εγγράφηκε στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε· στην πολιτική οικονομία του ύστερου καπιταλισμού, όμως, ένα μέρος αυτής της ελευθερίας αποτελεί το ιδανικό καύσιμο για μια μηχανή που τρέφεται με το μίσος.

Οταν, άλλωστε, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο και ιδιοκτήτης του πρώην Twitter μεταδίδει δωρεάν μια ταινία όπου επικροτούνται οι δολοφονίες μεταναστών, το μέσο είναι, πέρα από κάθε αμφιβολία, το μήνυμα.

Ο κ. Χρήστος Τριανταφύλλου είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version