Οι αρχές του δικαίου και η νέα παγκόσμια αταξία
Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης
Η περίοδος μετά τoν Τριακονταετή Πόλεμο και την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648 σηματοδότησε κατά τον βρετανό ιστορικό Τιμ Μπλάνινγκ την «αδυσώπητη πορεία του κράτους προς την ηγεμονία». Στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα στη Δύση θα διαμορφωθεί μια κοινωνία κρατών η οποία θα διευθετεί τις μεταξύ τους διενέξεις με βάση τον κανόνα της ισορροπίας δυνάμεων – της αποτροπής της επικράτησης του ισχυρότερου επί των υπολοίπων χάρη σε ένα πλέγμα συμμαχιών.
Η Γαλλική Επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι από το 1792 ως το 1815 ανατρέπουν αυτό το καθεστώς: η ρήξη με την ιδέα της ελέω Θεού μοναρχίας και η ανάδυση του έθνους ως υπόβαθρου της κυριαρχίας συμβαδίζουν με μια ευδιάκριτη αλλαγή στην πρόσληψη των διακρατικών σχέσεων. «Οι συνθήκες, όπως εκείνες του 1814-15, συνάπτονταν ανάμεσα σε κράτη και όχι ανάμεσα σε μονάρχες και διατηρούσαν την ισχύ τους μέχρις ότου κάποιο συμβαλλόμενο μέρος τις καταργούσε» επισημαίνει ο Ρίτσαρντ Εβανς στο βιβλίο του Η επιδίωξη της ισχύος. Ευρώπη 1815-1914 (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2018).
Την ισορροπία δυνάμεων αντικατέστησε η «Ευρωπαϊκή Συμφωνία» (Concert of Europe), ένα «δίκτυο θεσμών συνεργασίας με κύριο στόχο τη διατήρηση της ειρήνης», ενώ «ο ηγεμόνας ή κυβερνήτης έγινε ο εκτελεστής της εθνικής ή κρατικής κυριαρχίας την οποία εγγυόταν διεθνής συμφωνία με ουσιαστική ισχύ νόμου».
Στην περιγραφή του Εβανς αναγνωρίζονται οι απαρχές του διεθνούς συστήματος που χαρακτήρισε τους τελευταίους δύο αιώνες.
Με όλες του τις ατέλειες, την κατάρρευσή του στον Μεγάλο Πόλεμο, την αποτυχία της συγκράτησης των αναθεωρητικών δυνάμεων στον Μεσοπόλεμο, τις αποικιοκρατικές εξαιρέσεις, τη μεταπολεμική διαίρεση στα στρατόπεδα των υπερδυνάμεων του Ψυχρού Πολέμου, το σύστημα που εδραιώθηκε στον σεβασμό κοινά αποδεκτών αρχών ενός διεθνούς δικαίου κατέληξε στην ανάσχεση των συγκρούσεων και τη βαθμιαία συγκρότηση μηχανισμών επίλυσης διαφορών.
Μεταξύ Ουκρανίας, Βενεζουέλας και Γροιλανδίας δύο αιώνες διεθνούς δικαίου και διεθνούς τάξης μοιάζουν να δίνουν τη θέση τους αιφνίδια σε αναβιωμένες εκδοχές της συνέχισης της πολιτικής με άλλα μέσα και της επιστροφής στην ηγεμονική αξίωση της δράσης χωρίς δεσμεύσεις από κανόνες.
Σε έναν θαυμαστό καινούργιο υβριδικό κόσμο τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και διπλωματίας των κανονιοφόρων δεν παραμονεύει μόνο ο κίνδυνος της παγκόσμιας αταξίας. Ελλοχεύει και εκείνος της ανεπαίσθητης διολίσθησης στην παγκόσμια σύρραξη – μιας hi-tech εκδοχής του Ιουλίου του 1914.
Σκέψεις στον απόηχο της πτώσης
Γράφει ο Σωτήρης Ριζάς
Το διεθνές σύστημα της μεταπολεμικής εποχής βασίστηκε στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και διακηρυκτικά υπηρετούσε τις αρχές της ισότητας, της κυριαρχίας των κρατών και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Ψυχρός Πόλεμος και η διπολική διάρθρωση του διεθνούς συστήματος σχετικοποίησαν την εφαρμογή των αρχών αυτών. Η ιδέα της αυτοδιάθεσης και της ισότητας εθνοτικών ομάδων και εθνών οδήγησε στο τέλος της αποικιοκρατίας, αλλά οι δύο υπερδυνάμεις άσκησαν συχνά μια πολιτική εις βάρος των αρχών που διακήρυξαν επεμβαίνοντας στις ζώνες επιρροής τους και σε διεκδικούμενα σημεία άμεσα ή έμμεσα, υποστηρίζοντας καθεστώτα ευθυγραμμισμένα με τα στρατηγικά τους συμφέροντα.

Η κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ και η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης το 1989-1991 αλλά και η παγκοσμιοποίηση ενίσχυσαν την υπόθεση ότι το φιλελεύθερο δημοκρατικό υπόδειγμα και η οικονομία της αγοράς θα ομογενοποιούσαν τον πλανήτη. Ενας αμερικανός πρόεδρος, ο Τζορτζ Μπους πρεσβύτερος, διείδε την ευκαιρία για την εμπέδωση μιας «Νέας Παγκόσμιας Τάξης», στο πλαίσιο της οποίας «οι κανόνες δικαίου θα υποκαθιστούσαν τον νόμο της ζούγκλας». Ο σχηματισμός του μεγάλου συνασπισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για την εκδίωξη του Ιράκ από το Κουβέιτ το 1990-1991 δημιουργούσε την προσδοκία ότι τα Ηνωμένα Εθνη απαλλάσσονταν από την αγκύλωση του διπολισμού. Η συναίνεση της Σοβιετικής Ενωσης στον πρώτο πόλεμο του Ιράκ σήμαινε ότι λειτουργούσε και το αναγκαίο διεθνές θεσμικό σύστημα για την εμπέδωση της φιλελεύθερης Νέας Παγκόσμιας Τάξης.
Αυτή η βασιζόμενη σε αρχές τάξη (αποκλήθηκε «rules-based order») δεν λειτούργησε σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Το φιλελεύθερο υπόδειγμα της μετα-ψυχροπολεμικής εποχής προϋπέθετε την ύπαρξη της αμερικανικής ισχύος, τη λελογισμένη χρήση της, μια γενικότερη συναίνεση για τις φιλελεύθερες αρχές, καθώς και αποδεκτά αποτελέσματα για όλους τους βασικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.
Η χρήση όμως της αμερικανικής ισχύος θα προκαλούσε αυξανόμενες αντιδράσεις, ιδίως μετά τη μονομερή άσκησή της στον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ το 2003. Οι συνέπειες ήταν αρνητικές για τις ΗΠΑ και υπονόμευσαν την αξιοπιστία τους αφού η βασική αιτιολόγηση της επιχείρησης, η ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Η περίπτωση του πολέμου του Ιράκ αναδείκνυε πάντως κάποιο αξιακό βάρος αυτής της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, καθώς η χρήση ισχύος θα έπρεπε να είναι νομιμοποιημένη και οι πολιτικές επιλογές να σταθμίζονται με βάση κάποιες αρχές.
Εκτός από τη μη λελογισμένη χρήση της αμερικανικής ισχύος σημειώθηκαν και άλλες εξελίξεις που υπονόμευσαν αυτή την ατελή παγκόσμια τάξη: η άνοδος νέων οικονομικών δυνάμεων, ιδίως της Κίνας, η ροπή της ρωσικής πολιτικής προς την ανάκτηση του παλαιού χώρου επιρροής της Μόσχας, η ανάδυση περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Βραζιλία, η Τουρκία, το Ιράν και οι εξαιρετικά πλούσιες μοναρχίες του Περσικού Κόλπου, σήμαναν σταδιακά τη διαμόρφωση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου κόσμου με ποικίλα συμφέροντα, αποκλίνουσες αξίες και προτιμήσεις ασύμβατες με το φιλελεύθερο δημοκρατικό πρότυπο. Τέλος, η εντεινόμενη ανισότητα, αισθητή και σε παγκόσμια κλίμακα αλλά και εντός των δυτικών κοινωνιών, υπονόμευσε το φιλελεύθερο δημοκρατικό πρότυπο και κατέστησε ελκυστική μια αυταρχική πλατφόρμα που παρουσίαζε αναλογίες με τον πολιτικό αυταρχισμό που εκπροσωπούσαν σε διάφορες παραλλαγές η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, η Τουρκία και άλλοι.
Η rules-based order δοκιμαζόταν ήδη το 2024 αλλά η πτώση της δεν ήταν μοιραία. Οφείλεται στη δεύτερη προεδρία Τραμπ και στη δική του ικανότητα να καταστρέψει το διεθνές σύστημα όπως το γνωρίζουμε λόγω και της προφανούς γεωπολιτικής αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Τι μπορεί να αντικαταστήσει αυτή τη rules-based order η οποία ανήκει στο παρελθόν; Είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι ο κόσμος μπορεί να μοιραστεί σε τρία μπλοκ επιρροής της Αμερικής, της Κίνας και της Ρωσίας, αντιστοίχως. Οι ζώνες σύγκρουσης συμφερόντων είναι πολλές σε ένα σύστημα το οποίο ο «Economist» αποκάλεσε ευφυώς «καπιταλισμό των κανονιοφόρων» (gunboat capitalism), ενώ οι απαιτήσεις των μεγάλων δυνάμεων θα δημιουργούν εστίες έντασης. Πριν 80 χρόνια ένας αμερικανός διπλωμάτης που υπηρετούσε στη Μόσχα, ο Τζορτζ Κέναν, ανέλυσε σε ένα τηλεγράφημα 8.000 λέξεων τη σοβιετική συμπεριφορά και έθεσε το θεμέλιο για την αμερικανική πολιτική της ανάσχεσης (containment). Ενδεχομένως κατ’ αναλογία, στις μέρες μας ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ υπέδειξε ότι, στο διαμορφούμενο διεθνές σύστημα που βασίζεται στην ισχύ, τα κέρδη για τους μεγάλους θα είναι αβέβαια και η τροπή των μεσαίων χωρών σε νέους συνεταιρισμούς, ώστε να ενισχύσουν τη δική τους βάση ισχύος, επιβεβλημένη. Για να αναδειχθεί όμως ένας ευρωπαϊκός πόλος χρειάζονται ισχυρές ηγεσίες υποστηριζόμενες από ευρείες κοινωνικές πλειοψηφίες. Αυτό είναι το ζητούμενο στην Ευρώπη την επόμενη διετία έως τριετία.
Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.
H συμβολική, και όχι μόνο, δύναμη του διεθνούς δικαίου
Γράφει ο Πέτρος Στάγκος
Οταν ένα κράτος παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, συνήθως καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να δείξει ότι θεωρεί τον εαυτό του (και τα άλλα κράτη) δεσμευμένο από τον κανόνα που παραβίασε. Λέγοντας ψέματα για ουσιώδη γεγονότα ή υποστηρίζοντας κάποια φαινομενικά εύλογη επέκταση των αποδεκτών κανονιστικών κριτηρίων, ο παραβάτης διαβεβαιώνει τη διεθνή πολιτική κοινότητα ότι δεν επιδιώκει να ανατρέψει το συνολικό σύστημα αμοιβαίων περιορισμών των εθνικών κυριαρχιών που πραγματώνει το διεθνές δίκαιο. Δεν το απορρίπτει ως τέτοιο, in globo, έστω και μόνο για να μην ενθαρρύνει άλλα κράτη να το παραβιάσουν επίσης.

Αυτή είναι μία από τις όψεις της συμβολικής δύναμης που αποδίδεται στο διεθνές δίκαιο. Μια άλλη όψη είναι εκείνη που έχει να κάνει με το παγκόσμιο κύρος που διαθέτουν οι γνωμοδοτήσεις, τα ψηφίσματα οι συστάσεις διεθνώς νομιμοποιημένων οργάνων, που αν και δεν είναι νομικά δεσμευτικές πράξεις, όταν ερμηνεύουν τις ασάλευτες αρχές του κλασικού διεθνούς δικαίου των τελευταίων 80 χρόνων (τη μη προσφυγή στην ένοπλη βία, την ειρηνική επίλυση των διακρατικών διαφορών, τη συλλογική ασφάλεια των κρατών κ.τ.τ.), δημιουργούν ηθική και πολιτική υποχρέωση σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη να δηλώνουν ότι δεσμεύονται από τις αρχές αυτές και από την ερμηνεία που τους δόθηκε.
Η πιο σοβαρή παράμετρος της ένοπλης επιδρομής των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου και της άμεσα θεατής επίπτωσής της, της σύλληψης του Μαδούρο και της συζύγου του, είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν προσπάθησε ούτε μια στιγμή να δικαιολογήσει τη δράση της βάσει του διεθνούς δικαίου. Εξίσου απαξιωτική είναι όμως, για την ακεραιότητα της συμβολικής λειτουργίας που επιτελεί το διεθνές δίκαιο, και η προδιάθεση που επέδειξαν κυβερνήσεις και κοινή γνώμη στην Ευρώπη να ερμηνεύσουν την επιδρομή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα (ή και να την αναγνωρίσουν ίσως, αν τύχαινε) ως διεθνώς νόμιμη ενέργεια, που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών στη χώρα. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών έχει από το 2005, με ψήφισμά της, τυποποιήσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα ή περισσότερα κράτη μπορούν να ασκήσουν ένοπλη βία εναντίον τρίτης χώρας με σκοπό να την απαλλάξουν από το πολιτικό καθεστώς που την κυβερνά δικτατορικά, διαπράττοντας εγκλήματα σε βάρος του λαού της, τα οποία τιμωρεί το διεθνές δίκαιο, προβλέποντας ότι πρέπει να παρέχεται εντολή για χρήση βίας κατά της παραβατικής χώρας από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, αλλά και να υπάρχει πρόσκληση για επέμβαση από μια νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση, η οποία εμποδίζεται από τη δικτατορία να αναλάβει την εξουσία. Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνταν στην αμερικανική εισβολή στη Βενεζουέλα.
Οι δικτατορίες ανατρέπονται όχι μετά από ένοπλη επίθεση από τρίτη ή τρίτες χώρες, αλλά μέσα από τη μαζική αντίσταση των πολιτών, σε συνδυασμό με τις διεθνείς κυρώσεις που τις απομονώνουν και τις αποδυναμώνουν οικονομικά και πολιτικά. Αυτή είναι η εμπειρία που πλειστάκις επαληθεύτηκε στον μακρό 20ό αιώνα. Παρόμοια εξέλιξη ας ελπίσουμε ότι προδιαγράφει η σημερινή κατάσταση στο Ιράν.
Η αμερικανική ένοπλη εισβολή στη Βενεζουέλα δεν υπαγορεύτηκε από κανένα άλλο κίνητρο, πλην της ιδιοποίησης του φυσικού πλουτοπαραγωγικού πόρου της χώρας, του πετρελαίου. Στο πεδίο αυτό, όμως, ρυθμιστική δύναμη, ούτε συμβολική ούτε πρακτική, δεν είναι το κλασικό διεθνές δίκαιο με τις αποκρυσταλλωμένες αρχές του, αλλά το δίκαιο που απορρέει από έναν κλάδο της διεθνούς εμπορικής διαιτησίας: τη διεθνή διαιτησία μεταξύ κρατών και αλλοδαπών εταιρειών σχετικά με επενδύσεις των εταιρειών στο έδαφος των πρώτων. Ο Ούγκο Τσάβες είχε εθνικοποιήσει τις εκμεταλλεύσεις των πετρελαϊκών κοιτασμάτων από αμερικανικές εταιρείες και στη συνέχεια, όταν διεθνή διαιτητικά δικαστήρια στα οποία προσέφυγαν οι εταιρείες επιδίκασαν να τις αποζημιώσει με 8 δισ. δολάρια, ο δικτάτορας όπως κι ο διάδοχός του αρνήθηκαν να πληρώσουν. Οι ΗΠΑ του προέδρου Τραμπ, επομένως, δεν εισέβαλαν στη Βενεζουέλα μόνο για να επενδύσουν στην εκμετάλλευση του πετρελαϊκού της πλούτου. Ενδιαφέρονται να εισπράξουν οι πετρελαϊκές πολυεθνικές τους την αποζημίωση που επιδικάστηκε. Θα μείνει στην Ιστορία η φράση με την οποία ο πρόεδρος Τραμπ ολοκλήρωσε τη συνέντευξή του, στις 3 Ιανουαρίου, αμέσως μετά την εισβολή στη Βενεζουέλα: «Μια τεράστια πετρελαϊκή υποδομή μας αφαιρέθηκε, σαν να είμασταν μωρά, κι εμείς μέχρι σήμερα δεν κάναμε τίποτα».
Η Βενεζουέλα, μετά την αμερικανική εισβολή της 3ης Ιανουαρίου, είναι ένα εργαστήριο του καθολικού διεθνούς δικαίου. Αυτό δεν είναι μόνο προστατευτικό, συμβολικά ή πρακτικά, της εθνικής κυριαρχίας με την κλασική της διάσταση της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Εδώ και πολλά χρόνια αναδεικνύει την οικονομία, την κοινωνία και τους φορείς τους σε μεγέθη άξια υπολογισμού από τις πολιτικές αποφάσεις. Εν τέλει, το διεθνές δίκαιο δεν είναι μια αφηρημένη ηθική. Είναι μια τεχνολογία σταθεροποίησης. Ακόμη και όταν παραβιάζεται ή παρακμάζει, παραμένει δομικό: καθοδηγεί τις συμπεριφορές, περιορίζει τους κινδύνους κλιμάκωσης, μετατρέπει τις επιδείξεις ισχύος σε υποφερτές καταστάσεις.
O κ. Πέτρος Στάγκος είναι ομότιμος καθηγητής του Eυρωπαϊκού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.
Ούτε απολογία ούτε ουτοπία αλλά πραγματισμός
Γράφει η Μαρία-Ντανιέλλα Μαρούδα
Τα τελευταία χρόνια έχουν δοκιμάσει τα θεμέλια του διεθνούς δικαίου με τρόπους που ακόμη και έμπειροι μελετητές δυσκολεύονται να επεξεργαστούν. Η καταστροφή της Γάζας, η βύθιση του Σουδάν σ’ έναν ακόμη εμφύλιο πόλεμο, η επιχείρηση εναντίον της Βενεζουέλας και η σύλληψη του Μαδούρο, η νέα επανάσταση του Ιράν και οι κατάφωρες και μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι γενοκτονίες και τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα και τα εκατομμύρια μετακινούμενων πληθυσμών μάς έχουν αφήσει ως διεθνείς νομικούς αντιμέτωπους με μια δυσάρεστη αλήθεια: ότι παραμένουμε παγιδευμένοι στο ίδιο παράδοξο που εντόπισε ο Μάρτι Κοσκενιέμι πριν από δεκαετίες. Γινόμαστε πότε απολογητές – σε μια ακόμη απόπειρα να δικαιολογήσουμε την παράνομη άσκηση κρατικής εξουσίας – και πότε ιδεαλιστές αναζητώντας αν όχι την ουτοπία, πάντως ένα μέλλον μακριά από τη σημερινή δυστοπία που είναι ανυπόφορη. Oχι τόσο για εμάς, αλλά για τους πιο αδύναμους, τους πιο ευάλωτους στις κοινωνίες μας.
Η απάντηση – χρόνια τώρα – σε ειρωνικές ερωτήσεις για το εάν υπάρχει το διεθνές δίκαιο, κατέληγε στο ότι για την Ελλάδα σίγουρα υπάρχει διότι αποτελεί τη δύναμή μας. Η διαφορά είναι ότι πλέον τα πράγματα είναι σοβαρά. Ως νομικοί διεθνολόγοι απαντάμε ότι ίσως τελικά το διεθνές δίκαιο υπάρχει μόνο για όσο το θέλουν οι μεσαίας ισχύος χώρες. Αν το ενεργοποιήσουν εκείνες. Aν το επαναφέρουν στη συζήτηση. Oπως έκανε στην πρόσφατη ομιλία του στο Νταβός ο καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ. Με άλλα λόγια, τότε που όλοι έλεγαν ειρωνικά, «δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο», μια χαρά υπήρχε, και οι κανόνες του ρύθμιζαν τις διεθνείς σχέσεις επειδή αυτό συνέφερε τα περισσότερα κράτη που εν γνώσει τους ακολουθούσαν το σύστημα ακόμη κι αν οι πιο ισχυροί δεν τιμωρούνται ποτέ. Σήμερα που όλοι ανησυχούν για τον παραμερισμό του, ερχόμαστε με εμφατικό τρόπο να επιβεβαιώσουμε ότι ήρθε η ρήξη και πλέον κάθε κράτος θα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από μια διεθνή δικαιοταξία που δεν το προστατεύει και θα κινείται προς την ενίσχυση μιας κυριαρχίας που θα αντέχει τις πιέσεις που εξαπολύουν υπερδυνάμεις.
Συνεπώς, όταν ο Κοσκενιέμι μάς θυμίζει γιατί ως διεθνολόγοι κινούμαστε «από την απολογία στην ουτοπία» αυτό δεν είναι παρά δομικό δίλημμα του διεθνούς δικαίου: να ταλαντεύεται ατέλειωτα μεταξύ απολογίας για την κρατική εξουσία και προβολής ουτοπικών ιδανικών που δεν μπορεί να επιβάλει. Σήμερα, αυτό το εκκρεμές ταλαντεύεται με βάναυση σαφήνεια. Οταν το Διεθνές Δικαστήριο εκδίδει προσωρινά μέτρα για την πρόληψη μιας ακόμη γενοκτονίας – μέτρα που αγνοούνται –, ή όταν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εκδίδει εντάλματα σύλληψης που δείχνει ν’ αγνοεί η διεθνής δικαιοταξία, όταν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας ναυαγούν λόγω βέτο, βλέπουμε να ορθώνεται η «απολογία». Οταν επικαλούμαστε την «τάξη που βασίζεται σε κανόνες» και τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ πτώματα συσσωρεύονται, εμπορευόμαστε την ουτοπία.
Από την άλλη, στην αέναη αναζήτηση απαντήσεων, συχνά ανακαλώ την επιμονή της Μέρι Ελεν Ο’Κόνελ που υποστηρίζει ότι το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί μέσω της καταναγκαστικής επιβολής, αλλά μέσω της νόμιμης εξουσίας – ότι η συμμόρφωση πηγάζει από την εγγενή κανονιστικότητα και την αποδοχή των νομικών υποχρεώσεων από την κοινότητα. Οτι η αδυναμία του διεθνούς δικαίου δεν έγκειται στη δομή του, αλλά στην συλλογική αποτυχία να δώσουμε προτεραιότητα στη νομική διαδικασία έναντι της πολιτικής σκοπιμότητας.
Ο ρεαλιστικός δρόμος προς τα εμπρός απαιτεί τη διατήρηση της πεποίθησης ότι ο διεθνής κανόνας δημιουργεί γνήσιες υποχρεώσεις, αναγνωρίζοντας παράλληλα ξεκάθαρα ότι η εξουσία θα δοκιμάζει, θα παρακάμπτει και θα εφαρμόζει επιλεκτικά αυτές τις υποχρεώσεις. Επικαλούμαστε κανόνες γνωρίζοντας ότι υποκύπτουν στην εξουσία, αλλά γνωρίζοντας επίσης ότι η επαναλαμβανόμενη επίκληση ενισχύει τη νομιμότητά τους με την πάροδο του χρόνου.
Το εκκρεμές της απολογίας-ουτοπίας θα συνεχίσει να ταλαντεύεται. Καθήκον μας δεν είναι να το αποφύγουμε, αλλά να το ωθήσουμε όσο το επιτρέπουν οι περιστάσεις στην κατεύθυνση ενός πιο δίκαιου κόσμου. Η Ελλάδα και οι νομικοί διεθνολόγοι το έχουν καταλάβει από καιρό, αντιμετωπίζοντας εδαφικές διαφορές, προσφυγικές κρίσεις και περιφερειακές εντάσεις όχι μέσω μεγαλεπήβολων θεωριών, αλλά μέσω υπομονετικής, ρεαλιστικής ενασχόλησης με τη νομική διαδικασία – γνωρίζοντας ότι η σταδιακή πρόοδος μέσω του νόμου, όσο ατελής και αν είναι, είναι καλύτερη από τις εναλλακτικές λύσεις. Το έργο συνεχίζεται όχι επειδή έχουμε επιλύσει το παράδοξο, αλλά επειδή δεν μπορούμε να το εγκαταλείψουμε.
Η κυρία Μαρία-Ντανιέλλα Μαρούδα είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου στην Εδρα UNESCO για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τη Δημοκρατία και την Ειρήνη του Παντείου Πανεπιστημίου.
