Το μήνυμα της ελπίδας από τη φωνή της μετανάστευσης

Σ’ ένα σπίτι στο Μόναχο γεμάτο εικόνες και ιστορίες, η Ελένη Τσακμάκη ξετυλίγει τη ζωή της: από την παιδική απώλεια και την ξενιτιά έως τη γραφή που έγινε το χρονικό μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, οι οποίοι έψαχναν την επιβίωση και βρήκαν μια δεύτερη πατρίδα

Το μήνυμα της ελπίδας από τη φωνή της μετανάστευσης

Μια ζωή γραμμένη με μνήμες, μετανάστευση και σιωπηλή δύναμη. Μέσα σε λίγα τετραγωνικά ενός σπιτιού στο Μόναχο στη Γερμανία, ανάμεσα σε κάδρα ζωγραφισμένα με το ίδιο της το χέρι, φυλάσσονται στιγμές μιας ολόκληρης ζωής. Φωτογραφίες από παρουσιάσεις, σχολεία, εκδηλώσεις με πρόσωπα που μεγάλωσαν και άφησαν το αποτύπωμά τους. Οι στιγμές, όπως λέει η ίδια, ζωγραφισμένες, φυλαγμένες, πολύτιμες. Μας υποδέχτηκε όπως μόνο οι άνθρωποι της μνήμης ξέρουν. Με τσάι του βουνού να αχνίζει στο τραπέζι, με κουρκουρόπιτα φρεσκοψημένη, με εκείνη τη σιωπηλή φροντίδα που δεν χρειάζεται λόγια. Το σπίτι της δεν ήταν απλώς ένας χώρος· ήταν ένα καταφύγιο ιστοριών.

Η Ελένη Τσακμάκη γεννήθηκε στο Ζαγκλιβέρι, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Μικρό παιδί ακόμη έχασε τον πατέρα της το 1942 και η μητέρα της, χήρα με πέντε παιδιά, την πήρε μαζί με τα αδέρφια της στην Κατερίνη. Σε ηλικία μόλις τεσσεράμισι ετών δόθηκε σε θετούς γονείς, πρόσφυγες από τη Σμύρνη, ανθρώπους αγράμματους που μιλούσαν μόνο τουρκικά. Ετσι έμαθε κι εκείνη τη γλώσσα τους. Δεν της πρόσφεραν γράμματα· της πρόσφεραν όμως ζεστασιά και αγάπη. Την αγάπησαν όπως μπορούσαν.

«Ο γυρισμός ήταν πάντα η κουβέντα στο σπίτι. Η πρώτη γενιά μεταναστών δεν ήρθε για να ριζώσει· ήρθε για να φύγει».

Ηταν μικρό παιδί όταν την πήραν, κρατώντας μια πάνινη κούκλα. Μια κούκλα που έγινε σύμβολο ολόκληρης της παιδικής της ηλικίας και τίτλος του πρώτου αυτοβιογραφικού της βιβλίου. Χρόνια αργότερα, μια άλλη γυναίκα τής έραψε μια ίδια. Την κρατά μέχρι σήμερα, σαν παιδί της. Ο δάσκαλός στο σχολείο τής πρότεινε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, όμως η απόφαση του πατέρα ήταν διαφορετική. Επρεπε να μάθει τέχνη, να γίνει μοδίστρα. Στα δεκαπέντε την αρραβώνιασαν και στα δεκαεπτά την πάντρεψαν με έναν ανιψιό τους. Σύντομα απέκτησε δύο παιδιά, σε μια Ελλάδα δύσκολη, χωρίς δουλειές και προοπτικές.

Δεν ήξεραν ούτε μια λέξη γερμανικά

Η μεγάλη απόφαση ήρθε σχεδόν από ανάγκη. Γερμανία. Εργοστάσια, μηχανές, ένα μέλλον άγνωστο. Για δουλειά ζητούσαν μόνο εργάτες οι Γερμανοί, όχι παιδιά. Ετσι πήραν το πρώτο μεγάλο βάρος της ζωής τους: τον χωρισμό. Το ένα παιδί έμεινε στη Θεσσαλονίκη και το άλλο στην Πτολεμαΐδα, στις δυο γιαγιάδες που τα παιδιά δεν γνώριζαν καλά, αφού η θετή της μητέρα είχε φύγει από τη ζωή. Ενας πόνος σιωπηλός, από εκείνους που δεν φεύγουν ποτέ. Από τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν με τρένο, χωρίς να ξέρουν ούτε μία λέξη γερμανικά. «Η Γερμανία ήταν για μας σαν παράδεισος», λέει. «Θα δουλεύαμε, θα μαζεύαμε χρήματα και θα γυρίζαμε πίσω. Ο γυρισμός ήταν πάντα η κουβέντα στο σπίτι. Η πρώτη γενιά μεταναστών δεν ήρθε για να ριζώσει· ήρθε για να φύγει».

Στο Μόναχο γνώρισαν το πρώτο σοκ. Ξύλινα παγκάκια στον παλιό σταθμό, διερμηνείς, χαρτιά, άγνωστες φωνές. Από εκεί στη Στουτγάρδη, σε μια μικρή φάμπρικα με μηχανές. Η δουλειά σκληρή και ατελείωτη. Συχνά δύο δουλειές, για να μαζευτεί κάτι, να σταλεί στην πατρίδα να χτιστεί ένα σπίτι και να γυρίσουν κοντά στα παιδιά τους. Ύστερα από ενάμιση χρόνο κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα με άδεια. Το ταξίδι μέσω Γιουγκοσλαβίας ήταν περιπέτεια. Χαλασμένα αυτοκίνητα, χωματόδρομοι, ύπνος στον δρόμο, φόβος. Κι όταν έφτασε, ο γιος της δεν την αναγνώρισε. Η κόρη της έκλαιγε την κρατούσε από το φόρεμα και την παρακαλούσε να μη φύγει. Κι όμως έπρεπε να ξαναγυρίσει στη δουλειά της.

«Δίκαια χαρακτηρίστηκε η «φωνή της μετανάστευσης», η φωνή των Ελλήνων της ξενιτιάς, της ελπίδας αλλά και της νοσταλγίας για την πατρίδα».

Μετά από 4,5 χρόνια πήρε τα παιδιά κοντά της, λίγο πριν γεννηθεί το τρίτο τους παιδί. Η ζωή συνεχίστηκε γεμάτη δουλειά, αγώνα, αλλά και μικρές φωτεινές στιγμές. Ανάμεσα σε βάρδιες και χρόνια, το τραπέζι της παρέμεινε πάντα ανοιχτό – με τσάι, με πίτες, με ιστορίες που λέγονταν χαμηλόφωνα.

Από τις φάμπρικες στο γράψιμο

Στα πενήντα τέσσερά της χρόνια άρχισε να γράφει. Οχι από φιλοδοξία, αλλά από ανάγκη να εκφραστεί και να θεραπεύσει την ψυχή της. Ενα ποτάμι αναμνήσεων, εμπειριών, τραυμάτων, ελπίδων που την έπνιγε, την πλημμύριζε και έπρεπε να το αφήσει να τρέξει. Ολα όσα κουβαλούσε – ο πόλεμος, η φτώχεια, οι χωρισμοί, η μετανάστευση – ζητούσαν να ειπωθούν.

Ετσι γεννήθηκαν τα βιβλία της, αυτοβιογραφικά και μαρτυρικά, με κορμό την «Πάνινη Κούκλα», την «Απόφαση που δεν πάρθηκε» και τα «Δέντρα που δεν ρίζωσαν». Μέσα από συνεντεύξεις, φωτογραφίες και ντοκουμέντα κατέγραψε τη ζωή της πρώτης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών, αλλά και τις ιστορίες αιχμαλώτων πολέμου που έζησαν στη Γερμάνια.

Ακόμη και τις μνήμες από τις δυο μητέρες της, που το 1922 ήρθαν πρόσφυγες, η μια από τον Πόντο και η άλλη από τη Σμύρνη, δεν παρέλειψε στα έργα της, ως φόρο τιμής, καθώς η μια τη γέννησε και η άλλη τη μεγάλωσε. Το έργο της έγινε ιστορικό υλικό, μνήμη καταγεγραμμένη με φανατικό κοινό στους Ελληνες της Ομογένειας αλλά και τους Γερμανούς. Ακολούθησαν πολλές βραβεύσεις. Δίκαια χαρακτηρίστηκε η «φωνή της μετανάστευσης», η φωνή των Ελλήνων της ξενιτιάς, της ελπίδας αλλά και της νοσταλγίας για την πατρίδα.

Παράλληλα με τη συγγραφή, η Ελένη Τσακμάκη βρήκε στο θέατρο έναν ακόμη τρόπο να αναπνέει. Και τα θεατρικά της έργα γράφτηκαν για να ειπωθούν. Γράφτηκαν, για να ζωντανέψουν και να δραματοποιήσουν τη μοίρα μιας γενιάς με τις κωμικές και τραγικές στιγμές της. Κορυφαίο θεατρικό της το «Κωμικοτραγικές σκηνές από τη ζωή των μεταναστών» με θέμα τον γάμο ανάμεσα σε Ελληνα και Γερμανίδα και τις αντιδράσεις των γονιών τους. Δεν είναι τυχαίο πως και η ίδια βίωσε μια ανάλογη εμπειρία, καθώς ο γιος της παντρεύτηκε Γερμανίδα, την οποία η κυρία Ελένη αγκάλιασε στις φτερούγες της ως μάνα και γιαγιά για τα εγγόνια που ήρθαν και ένωσαν δύο χώρες, δύο πολιτισμούς, δύο καρδιές και δύο αγάπες της, τη χώρα που τη γέννησε και αυτή που τη φιλοξένησε και της χάρισε μια καλύτερη ζωή.

«Οι προσωρινοί» που έμειναν για πάντα

Αυτά τα πέντε έργα παίχτηκαν για χρόνια σε ελληνικές κοινότητες σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, σε σχολεία, σε πολιτιστικές εκδηλώσεις της ομογένειας, εκεί όπου το κοινό δεν ζητούσε εντυπωσιασμό αλλά αναγνώριση. Οι ιστορίες της ήταν οι ζωές τους.

Το έργο παρουσιάστηκε και στο φεστιβάλ του Ρεθύμνου, όπου τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο. Μια αναγνώριση που ήρθε ως επιβεβαίωση και δικαίωση για την ίδια, αλλά και για όλους όσοι είδαν τη ζωή τους να φωτίζεται μέσα από τα κείμενά της. Η ίδια δεν μιλά για επιτυχίες. Μας μιλά για τους ανθρώπους που γνώρισε στην πορεία, τις πολύτιμες εμπειρίες της και τον πόνο της ξενιτιάς. Από αυτά εμπνεύστηκε και αυτά κατέγραψε. Τι να πρωτοθυμηθεί… τις πρόβες που τελείωναν αργά, τα γέλια και τα δάκρυα πίσω από την αυλαία, την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, η Ελλάδα χωρούσε σε μια σκηνή με τους θεατές να μην σταματούν τα χειροκροτήματα.

«Μας υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα δεν χάνεται ποτέ. Αλλάζει τόπο. Και η ανάμνηση χτίζει μέσα μας μια πατρίδα άφθαρτη, που ζει στις ζωές ανθρώπων σαν την Ελένη Τσακμάκη».

Το θέατρο, όπως και η γραφή της, υπήρξε μια πράξη μνήμης και αντίστασης. Παράλληλα, η έκθεση της «MIGRED – 60 χρόνια και εμείς ακόμα εδώ» έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές στη Γερμανία και παρέμεινε αρκετούς μήνες στις προθήκες του Μουσείου του Μονάχου. Αυτό που την ώθησε στη δημιουργία της έκθεσης αυτής ήταν, όπως λέει, η έντονη επιθυμία της να μεταφέρει στις επόμενες γενιές τα βιώματα και τις περιπέτειες που έζησε η γενιά της στον μακρύ και δύσβατο δρόμο της ξενιτιάς.

Η Ελένη Τσακμάκη έγινε η φωνή όσων δεν έγραψαν ποτέ την ιστορία τους. Εκείνων που ήρθαν προσωρινοί και έμειναν για πάντα. Εκείνων που δεν ρίζωσαν, αλλά κράτησαν μέσα τους την πατρίδα ζωντανή. Και κάπως έτσι, μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο κάδρα, με το άρωμα από το τσάι του βουνού, που έφερε από την Ελλάδα, να πλανάται ακόμη, η ιστορία της ζει. Στις φωτογραφίες, στις παρουσιάσεις, στις υπογραφές, στα παιδιά που έφυγαν και στα παιδιά που γύρισαν. Μας υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα δεν χάνεται ποτέ. Αλλάζει τόπο. Και η ανάμνηση χτίζει μέσα μας μια πατρίδα άφθαρτη, που ζει στις ζωές ανθρώπων σαν την Ελένη Τσακμάκη. Μια ζωή που δεν πρέπει να ξεχαστεί.

Διαβάστε όλα τα άρθρα από το Βήμα του Μονάχου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version