Με ακούς;

Η μαθήτρια του σχολείου μας Μαρία Τουρσίδου γράφει ένα διίηγημα για όσα συχνά συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες. Το έργο τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Μαριλένα Λασκαρίδη 2024 για τα Λύκεια του Εξωτερικού.

Με ακούς;

Άλλη μια μέρα χαμένη στις σκέψεις της, άλλη μια μέρα που αναπολούσε τα παλιά, τις μέρες που ξυπνούσε το πρωί και ήταν ξέγνοιαστη και ανέμελη, δίχως φόβους και ανησυχίες. Όλα αυτά τα σκεπτόταν η Γεωργία καθώς βρισκόταν στο μικρό και στενό μπαλκονάκι του διαμερίσματός της, που αντίκριζε στον αεραγωγό και καθόταν στη γωνίτσα με μια κούπα καφέ στο χέρι και με ματιά πρησμένα ακόμα από τον ύπνο. Ξυπνούσε πάντα νωρίς νωρίς, για να κάνει το νοικοκυριό και να ετοιμάσει ένα καλό γεύμα για εκείνη και τον άντρα της πάντα βέβαια με αυτόν ως προτεραιότητα.

Ο καφές τέλειωσε και η Γεωργία ήταν έτοιμη να αρχίσει με τις δουλειές του νοικοκυριού. Ξεκίνησε το καθάρισμα από την κουζίνα και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το σαλόνι για να μαζέψει τον χαμό… τα σπασμένα γυαλιά… όλα από χθες το βράδυ. Η Γεωργία έλεγε στον εαυτό της ότι ήταν ένα λάθος, έλεγε ότι την αγαπά, ότι από αγάπη κάνει ό,τι κάνει και πως εκείνη ήταν η τελευταία φορά.

Κόντευε 14:00 η ώρα και είχε σχεδόν τελειώσει με τις δουλειές του σπιτιού. Το μόνο που της είχε μείνει ήταν ένα γρήγορο ξεσκόνισμα και να σκουπίσει το διαμέρισμα και οι δουλειές της για εκείνη την ημέρα είχαν τελειώσει. Άρχισε, λοιπόν, το ξεσκόνισμα, έπιασε ένα παλιό και ξεφτισμένο πανί και άρχισε να μαζεύει τις σκόνες, ξεκίνησε μετά τη φασίνα της στο καθιστικό και πέρασε με το ξεσκονόπανο πρώτα τα πορσελάνινα βάζα τα όποια ήταν δώρα του γάμου της, στη συνέχεια πήγε προς το κεντρικό μέρος του καθιστικού και τέλος στη συρταριέρα, εκεί οπού βρίσκονταν όλες οι φωτογραφίες της με τον άντρα της, είτε από τον γάμο τους είτε από κάποια ευχάριστη έξοδο… Η Γεωργία κοιτούσε τις φωτογραφίες αρκετή ώρα, χωρίς καμία σκέψη, χωρίς κάποιο συναίσθημα, ένα απλό παγωμένο κενό. Κυρίως παρατηρούσε το χαμόγελο της, που στις φωτογραφίες φαινόταν τόσο αληθινό, τόσο αυθόρμητο τόσο διαφορετικό που δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Λες και δεν ήταν αυτή στη φωτογραφία του γάμου, λες και ήταν μια άπατη.

***

Ο γάμος της, ο γάμος της Γεωργίας και του Στεργίου, έγινε όταν ήταν οι δυο τους πολύ νέοι πάνω στην τρέλα της νιότης και του έρωτα. Παρόλο που ο Στέργιος ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερός της, αυτό δεν ένοιαζε ούτε την ίδια ούτε τους γονείς της. Ο Στέργιος ζήτησε το χέρι της Γεωργίας σε γάμο από τον πάτερα της, τάζοντάς του λαγούς με πετραχήλια… Αν και η Γεωργία δεν είχε μεγάλη προίκα, ήταν μια παρά πολύ όμορφη γυναίκα, ψηλή, κομψή με λαμπερά ξανθά μαλλιά τα όποια κατέληγαν σε ελαφριές μπούκλες στις άκρες, μια γυναίκα με αρχές, γεμάτη χάρες και ταλέντα. Σε αντίθεση με τα γλυκά χαρακτηριστικά της Γεωργίας, ο Στέργιος είχε πιο άγρια και σκούρα χαρακτηριστικά με μαύρα σχεδόν μαλλιά και φρύδια και με μια στιβαρή κορμοστασιά. Γινόταν, όμως, τόσο γλυκός και τρυφερός μπροστά στη μορφή της Γεωργίας, τουλάχιστον για τα πρώτα χρονιά της σχέσης τους. Μετά η τρέλα της νιότης έφυγε και ο έρωτας πάγωσε γι’ αυτόν, παρόλο που ακόμα καίει τα μέσα της Γεωργίας.

Η ερωτευμένη Γεωργία, που τώρα βρίσκεται στο σπίτι της, στη δικιά της προσωπική φυλακή κοιτώντας τις ίδιες φωτογραφίες που βρίσκονται εκεί μόνο για να σκονίζονται και να παλιώνουν με την πάροδο του χρόνου, χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι για τη ζωή της. Πόσο θα ήθελε να επιστρέψει στα παλιά και όλα να ξαναγίνουν όπως τότε. Με αυτήν την ελπίδα κοιτούσε και τώρα τις φωτογραφίες και σκεπτόταν «πώς μπορώ να τα κάνω όλα να γίνουν εντάξει;», «έχω κάνει εγώ το λάθος;» και με αυτές τις σκέψεις συνέχισε τις δουλειές της βιαστικά, πριν γυρίσει ο άντρας της από τη δουλειά.

Παίρνοντας το βλέμμα της από τις φωτογραφείς, κοίταξε στον απέναντι τοίχο το ρολόι και διαπίστωσε ότι η ώρα είχε περάσει, σε λίγο ο Στέργιος θα ήταν στο σπίτι και αυτή δεν είχε τελειώσει ακόμη. Έτρεξε γρήγορα μέσα στον πανικό της και άρπαξε την ηλεκτρική σκούπα που υπήρχε στην αποθήκη. Η σκούπα, όμως, ήταν παλιά και ταλαιπωρημένη από τα χρονιά και, όσο και αν προσπάθησε η Γεωργία να την κάνει να λειτουργήσει, απλώς ήταν αδύνατο. Τότε μέσα σε ακόμα πιο μεγάλο πανικό άφησε τη σκούπα στη θέση της και έτρεξε στην κουζίνα. Άρπαξε από το ντουλάπι στο κάτω μέρος του νεροχύτη ένα μικρό σκουπάκι χειρός και ένα φαράσι κι άρχισε να σκουπίζει σχολαστικά το διαμέρισμα με όσο κουράγιο της είχε απομείνει.

Το σπίτι έλαμψε, αλλά η Γεωργία ήταν πλέον εξουθενωμένη, η πλάτη της πονούσε και το σώμα της ίσα ίσα που την κρατούσε, δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε κοιμηθεί καθόλου… Το σοκ, οι φωνές και ο ήχος των αντικειμένων που σπάνε ήταν πολλά για να τα προσπεράσει. Οσο όμως και αν πονούσε, το σπίτι έπρεπε να λάμπει! Και για αυτό, μόλις τέλειωσε, σηκώθηκε αργά από το πάτωμα πιάνοντας με το δεξί της χέρι τη μέση της κατευθυνόμενη προς το μπάνιο με σκοπό να ρίξει στο πρόσωπό της παγωμένο νερό για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στην υπόλοιπη ημέρα.

***

Φτάνοντας στο μπάνιο, ακούμπησε το χέρι της στον νιπτήρα και στηρίχτηκε πάνω σε αυτόν, γιατί, όσο και αν ήθελε να σταθεί όρθια, η βαρύτητα υπερνικούσε και την τραβούσε προς τα κάτω. Αφού σταθεροποιήθηκε, σήκωσε το βλέμμα της στο επίπεδο του καθρέφτη, αντίκρισε το είδωλό της και τότε το είδε: έναν τεράστιο μώλωπα κάτω από το αριστερό της μάτι. Αμέσως το βλέμμα της άλλαξε, ήταν κενό και είχε μια νότα μελαγχολίας, τα καταπράσινα μάτια της σκοτείνιασαν, σχεδόν μαύρισαν. Έμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε απαλά το σημείο κάτω από το μάτι. Το χέρι της έπεσε κάτω απότομα και η Γεωργία έβγαλε από μέσα της μια μικρή κραυγή πόνου, καθώς ένα δάκρυ ξεχύθηκε και κύλησε πάνω στο μάγουλό της. Το ένα δάκρυ έγιναν πολλά, ένας χείμαρρος από δάκρυα γέμισαν το ταλαιπωρημένο πρόσωπό της, που κρύφτηκε πίσω από τα δυο της χέρια, αφήνοντας έτσι τη βαρύτητα να την παρασύρει στο κρύο πάτωμα του μπάνιου, πλαγιάζοντας το κεφάλι της στον τοίχο δίπλα της και ξεσπώντας σε λυγμούς. Σκούπισε τα δάκρυα από τα ματιά της και έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί, διότι δεν ήθελε να τη βρει ο άντρας της σε αυτήν την κατάσταση. Πιάστηκε από το έπιπλο κάτω από τον νιπτήρα και δίνοντας ώθηση σηκώθηκε και ξανακοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη, αυτήν τη φορά με μια πιο ψύχραιμη αντίδραση. Σκούπισε τα ματιά της, άνοιξε το πρώτο συρτάρι στο ντουλαπάκι του μπάνιου και έβγαλε ένα μικρό ξεχασμένο μπουκαλάκι με μακιγιάζ το όποιο το έχει εκεί κρυμμένο για αυτές τις ιδιαίτερες περιπτώσεις. Τοποθέτησε λίγο στο χέρι της και το άπλωσε πάνω στο σημείο. Τη στιγμή που έβαζε το μπουκαλάκι στη θέση του, κλειδιά ακουστήκαν στην πόρτα.

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και ο ήχος μια στιβαρής βαριάς αντρικής φωνής αντήχησε μέσα σε όλο το διαμέρισμα: «Γεωργία!». Ο Στέργιος μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά και ήταν εξουθενωμένος. Πέταξε βιαστικά τα γεμάτα λασπόνερα παπούτσια του στο χολ και έριξε το παλτό του πάνω σε μια καρέκλα. Στη συνέχεια, ξάπλωσε πάνω στον καναπέ και ξαναφώναξε το όνομα της γυναικάς του, αυτήν τη φόρα όμως η χροιά της φωνής του ήταν διαφορετική, πιο άγρια και επιθετική. Τότε η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και η Γεωργία έτρεξε στο άκουσμα του ονόματός της. Μόλις την είδε της είπε: «Γιατί δεν απαντάς απευθείας όταν σε φωνάζω; Πρέπει να γίνομαι άγριος για να με σέβεσαι;». Η Γεωργία απολογήθηκε μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, σκύβοντας το κεφάλι. Μπορούσε να δει την ευχαρίστηση στα ματιά του, που έλαμπαν σαν μικρού παιδιού μόλις του δώσεις αυτό που θέλει. Η Γεωργία τον ρώτησε για τη ημέρα του στη δουλειά, σε μια προσπάθεια να κάνει το κλίμα λίγο πιο ανάλαφρο, ο Στέργιος όμως δεν είχε διάθεση για τέτοιου είδους συζητήσεις λέγοντάς της: «Τι ρωτάς; Δουλειά είναι. Τι ενδιαφέρον να έχει;».

Ο Στέργιος εργάζεται στην τράπεζα ως τραπεζικός υπάλληλος παλεύοντας για την προαγωγή, γιατί τα λεφτά δεν επαρκούν για τη συντήρηση του σπιτιού και για τις ανάγκες τους – τουλάχιστον αυτό λέει εδώ και χρονιά στη γυναίκα του. Συνέχισε λέγοντας: «Τώρα κάνε τον εαυτό σου χρήσιμο και στρώσε το τραπέζι». Και η Γεωργία αυτό έκανε, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Το τραπέζι στρώθηκε και το μόνο που είχε μείνει ήταν να βγάλει το ζεστό φαγητό από τον φούρνο και να φτιάξει και μια γρήγορη χωριάτικη σαλάτα ως συνοδευτικό. Αφού έβγαλε το φαγητό και το σέρβιρε σε πιάτα, σειρά είχε η ετοιμασία της σαλάτας, τη πήρε και τη τοποθέτησε στο τραπέζι δίπλα στα πιάτα με το κοτόπουλο. Το τραπέζι ήταν έτοιμο, όποτε φώναξε τον άντρα της για να έρθει, να ξεκινήσουν το γεύμα τους.

***

Ο Στέργιος σηκώθηκε αργά από τον καναπέ και πλησίασε την τραπεζαρία, όπου η Γεωργία ήταν ήδη καθισμένη, περιμένοντάς τον, για να ξεκινήσουν μαζί το φαγητό. Ο Στέργιος τράβηξε τη καρέκλα απέναντί της και κάθισε… Δεν μιλούσε κανένας τους, η σιωπή στο τραπέζι ήταν εκκωφαντική, μέχρι τη στιγμή που μίλησε η Γεωργία: «Στέργιο, έχει χαλάσει η ηλεκτρική μας σκούπα». Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του τη κοίταξε και απάντησε έντονα…

– Και εγώ τι θέλεις να κάνω για αυτό;

– Ε… να… Μήπως θα μπορούσαμε να αγοράσουμε μια καινούργια ;

– Δεν μας περισσεύουν λεφτά.

– Μα πώς γίνεται αυτό; Δεν ξοδεύουμε δα και τόσα.

– Μίλησα!

– Μα…

Και τότε ο Στέργιος σηκώθηκε απότομα χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι και πλησίασε απειλητικά την Γεωργία, πιάνοντάς τη από τα μαλλιά και χτυπώντας το κεφάλι της στο τραπέζι. Η Γεωργία προσπαθούσε να τον σταματήσει, άλλα ο Στέργιος υπερείχε σε δύναμη. Ξεκίνησε να φωνάζει τόσο πολύ που η πολυκατοικία θα σηκωνόταν στο πόδι και ο Στέργιος τοποθέτησε γρήγορα το χέρι του στο στόμα της, σταματώντας την και λέγοντάς της στο αυτί «Όταν λέω κάτι δεν θα με αμφισβητείς και μην ξανακούσω κουβέντα για τα λεφτά». Η Γεωργία σήκωσε το βλέμμα της και τον αντίκρισε με τα δακρυσμένα ματιά της. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο με αίματα.

-Και τώρα πάνε σκουπίσου και μάζεψε αυτόν τον χαμό.

Την άφησε με μια απότομη κίνηση. Η Γεωργία έφυγε και έτρεξε προς το μπάνιο, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της και ξεσπώντας σε λυγμούς, ακούγοντας μέσα από το σαλόνι τη φωνή του να της λέει «Μην καθυστερείς! Το σπίτι δεν θα καθαριστεί μόνο του!». Προσπάθησε να ηρεμήσει, ρίχνοντας νερό στο πρόσωπό της και σκουπίζοντας το αίμα με μια πετσέτα που ήταν κρεμασμένη πίσω από την πόρτα. Δεν τόλμησε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη.

Ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στον άντρα της, που ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του σαλονιού έτοιμος να τον πάρει ο ύπνος. Η Γεωργία κοίταξε τον χαμό στην τραπεζαρία και ξεκίνησε να μαζεύει το τραπέζι. Πήγε τα πιάτα στον νεροχύτη, τα έπλυνε και κατόπιν καθάρισε το τραπέζι. «Τελείωσα, επιτέλους τέλειωσα!» είπε με μια ψιθυριστή φωνή και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι για να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Βγαίνοντας έξω κάθισε σε μια μικρή καρέκλα και κοιτούσε το κενό με δάκρυα στα μάτια της να τρέχουν. Δεν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο εκείνη τη στιγμή άλλα η πίεση και η στενοχώρια έκαναν τα μάτια της να γεμίζουν με δάκρυα και την ψυχή της με πληγές. Κοιτούσε το κενό παγωμένη και τότε σήκωσε το βλέμμα της και την είδε, είδε τη γειτόνισσά της να την κοιτάζει. Τα ματιά τους ενώθηκαν για μόνο ένα δευτερόλεπτο, άλλα η Γεωργία το ένιωσε σαν έναν αιώνα, μια αίσθηση παρηγοριάς και ζεστασιάς την τύλιξαν. Αλλά μετά πρόσεξε ότι η γυναίκα είχε παγώσει και μπορούσε να δει τον τρόμο στην έκφρασή της. Γρήγορα έγινε καπνός, φεύγοντας στο διαμέρισμά της. Η Γεωργία απόρησε και σηκώθηκε.

Στρίβοντας το κεφάλι της κατευθυνόμενη προς τα μέσα αντίκρισε την αντανάκλασή της στην τζαμαρία της μπαλκονόπορτας και τότε το είδε, το μακιγιάζ είχε φύγει και ο τεράστιος μώλωπας κάτω από το μάτι της ήταν πλέον εμφανής και το πρόσωπό της είχε ακόμη αίμα.

***

Πίσω όμως από το τζάμι ήταν και ο Στέργιος ο όποιος είχε δει τη συνάντηση της γυναίκας του με τη γειτόνισσα. Η Γεωργία μπορούσε να δει και νιώσει τον θυμό του. Με μεγάλο δισταγμό μπήκε μέσα στο σπίτι, προσπαθώντας να τον αποφύγει. Όμως δεν τα κατάφερε. Ο Στέργιος ήταν και πιο γρήγορος και πιο δυνατός. Την άρπαξε και την κόλλησε στον τοίχο, χτυπώντας το κεφάλι της με δύναμη. Η Γεωργία προσπάθησε να φωνάξει, άλλα ο Στέργιος της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι κλείνοντάς της το στόμα και φωνάζοντας «Θέλεις να με βάλεις σε μπελάδες;». Η Γεωργία προσπάθησε να μιλήσει, άλλα το χέρι του ήταν τοποθετημένο σφιχτά το στόμα της. Συνέχισε… «Μην ξανατολμήσεις και βγεις στο μπαλκόνι, κατάλαβες;». Η Γεωργία δεν αντέδρασε και τότε της φώναξε ξανά, κοιτώντας την απειλητικά: «Κατάλαβες;». Πάλι καμία αντίδραση… Και τότε ήταν που, μαινόμενος, άρχισε να τη χτυπά με δυνατές μπουνιές στο πρόσωπο. Η Γεωργία δεν είχε τη δύναμη να φωνάξει, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να λύσει τα δεσμά της, κουνώντας σπασμωδικά τα χέρια και τα πόδια της. Πάνω σε αυτήν την προσπάθειά της έριξε κάτω ένα πορσελάνινο βάζο και το έκανε κομμάτια. Τότε ο Στέργιος την άφησε και η Γεωργία πήγε να πέσει κάτω άλλα κρατήθηκε από μια συρταριέρα που βρισκόταν δίπλα της. Την ίδια στιγμή ο Στέργιος άρπαξε ένα κομμάτι από το σπασμένο βάζο, κοιτώντας τη στα μάτια. Το κρατούσε τόσο σφιχτά που το χέρι του άρχισε να ματώνει και να στάζει στο πάτωμα. «Δες τι έκανες!», της είπε απειλητικά. Η Γεωργία, βλέποντας το θέαμα αυτό, προσπάθησε να τρέξει μακριά του άλλα ήταν ανώφελο, ήταν πιο γρήγορος από αυτήν. Την άρπαξε ξανά και με μια γρήγορη κίνηση το αιχμηρό αντικείμενο καρφώθηκε στην κοιλιά της. Δεν μπορούσε να αντιδράσει, δεν μπορούσε να μιλήσει, το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως είχε έρθει το τέλος.

Πάνω που ο Στέργιος ήταν έτοιμος να τελειώσει αυτό που άρχισε, ακούστηκαν φωνές στην πόρτα: «Ανοίξτε! Αστυνομία…». Ο Στέργιος άφησε τη Γεωργία να πέσει στο πάτωμα και ο ίδιος έτρεξε γρήγορα σαν αστραπή, έφυγε χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του από την άλλη πόρτα του σπιτιού. Η Γεωργία ήταν αιμόφυρτη στο πάτωμα της τραπεζαρίας, κοιτάζοντας το ταβάνι με ανάσα που τρεμόπαιζε, ακούγοντας πλέον τα χτυπήματα και τις φωνές έξω από την πόρτα της… Τότε ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, γιατί επιτέλους κάποιος θα τη βοηθούσε…

Διαβάστε όλα τα άρθρα από το Βήμα του Μονάχου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version