Τι αλλάζει στις σχέσεις Αθήνας – Ουάσινγκτον και γιατί ανησυχεί το Μαξίμου

Το «έλλειμμα επικοινωνίας», οι «ειδικοί απεσταλμένοι», ο «δευτερεύων» ρόλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ - Ποιοι κρατούν ανοικτούς τους διαύλους των επαφών ανάμεσα σε Ελλάδα και ΗΠΑ;

Τι αλλάζει στις σχέσεις Αθήνας – Ουάσινγκτον και γιατί ανησυχεί το Μαξίμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς μεταπολεμικής εποχής, Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες συνέπλεαν εντός ενός κοινού πλαισίου πολιτικής και αξιών, χωρίς φυσικά να λείπουν κρίσεις και αντιπαραθέσεις. Πάντα, όμως, Αθήνα και Ουάσιγκτον διατηρούσαν τις σχέσεις τους στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο με ανοικτούς και κυρίως λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας, τόσο μεταξύ του πρωθυπουργικού γραφείου και του Λευκού Οίκου όσο και των υπουργείων Εξωτερικών. Αλλωστε, η παραδοσιακή διπλωματία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ανεξαρτήτως διακυβέρνησης Δημοκρατικών ή Ρεπουμπλικανών, ήταν αυτή που καθόριζε τις προτεραιότητες σε μια περιοχή που για τις Ηνωμένες Πολιτείες ανέκαθεν αποτελούσε γεωπολιτικό διακύβευμα.

«Μετράνε τα συμφέροντα»

Τι έχει αλλάξει σήμερα; «Για τον Τραμπ μετράνε τα συμφέροντα. Και τα συμφέροντα Ελλάδας –  ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο ταυτίζονται» λέει στο «Β» δραστήριο στέλεχος της κυβέρνησης. Ωστόσο, τα τρέχοντα δεδομένα στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις δεν ταυτίζονται με αυτά της προ Τραμπ εποχής. Ο τρόπος που ασκεί εξωτερική πολιτική ο Λευκός Οίκος, με το Διεθνές Δίκαιο και τους υπερεθνικούς οργανισμούς να έχουν τεθεί στο περιθώριο, προβληματίζει την Αθήνα. Κινήσεις, δε, όπως η απαγωγή του Μαδούρο, η συγκρότηση του Συμβουλίου Ειρήνης, καθώς και απειλές, με πλέον σοβαρή αυτή της προσάρτησης της Γροιλανδίας, έχουν φέρει επανειλημμένως την κυβέρνηση σε αμηχανία.

Παραλλήλως, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, διαπιστώνεται έλλειμμα επικοινωνίας σε επίπεδο ηγετών, ενώ η Αθήνα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη λογική των «ειδικών απεσταλμένων» του προέδρου, διά των οποίων ασκείται η εξωτερική πολιτική στην ευρύτερη περιοχή. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το ταξίδι των κ. Ρίτσαρντ Γκρενέλ και Πάολο Τζαμπόλι στην Αθήνα – το οποίο έφερε στο φως το «Β» – με τους δύο συνεργάτες του Λευκού Οίκου να συναντώνται με σειρά υπουργών και αξιωματούχων.

Η περίπτωση δε του πολυπράγμονος αμερικανού πρεσβευτή στην Αγκυρα και διορισμένου απεσταλμένου για τη Συρία Τομ Μπάρακ, ο οποίος έχει προβεί σε διατυπώσεις περί διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών, προκαλεί έντονο προβληματισμό στην ελληνική πρωτεύουσα. Ταυτοχρόνως, η διεξαγωγή του επόμενου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας –  ΗΠΑ παραμένει εν κενώ, καθώς ουδεμία σχετική επαφή προς διαμόρφωση της ατζέντας έχει καταγραφεί, με τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να διατηρεί μεν επικοινωνία με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, χωρίς όμως να έχει εκφράσει προς το παρόν έμπρακτο ενδιαφέρον να ταξιδέψει στην Ελλάδα.

Η προσοχή δε της γραφειοκρατίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι προσανατολισμένη στα δεκάδες άλλα μέτωπα που έχει ανοίξει παγκοσμίως ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ την ίδια ώρα όπως επισημαίνει παλαιός διπλωμάτης, με κριτική διάθεση, «η Ελλάδα δεν απασχολεί σχεδόν καθόλου τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν είμαστε στις προτεραιότητές τους και αυτό φαίνεται στις επιλογές του Τραμπ για τις δύο πρεσβείες. Απ’ τη μία είναι ο Μπάρακ που παίζει “χοντρό” παιχνίδι στην Τουρκία, τη Συρία και τη Μέση Ανατολή, απ’ την άλλη η Γκίλφοϊλ, η οποία απλώς επικεντρώνεται στη μεγέθυνση των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων». Η πρεσβευτής, βεβαίως, βρίσκεται σε τακτική επαφή με την ελληνική πολιτική ηγεσία, συνομιλώντας σχεδόν καθημερινά με όλους τους πρωτοκλασάτους υπουργούς.

Το Συμβούλιο της Ειρήνης

Στο Μέγαρο Μαξίμου, πάντως, όπως και στο υπουργείο Εξωτερικών γνωρίζουν ότι θα πρέπει να κινηθούν με βάση τα νέα δεδομένα και με κύριο στόχο να προστατευθεί η υπάρχουσα ελληνοαμερικανική συμπόρευση. Σύμφωνα με ανώτερη διπλωματική πηγή, η Αθήνα είναι «γενικά ικανοποιημένη από τη σχέση με τους Αμερικανούς». Υπάρχει όμως και αμφιθυμία στην ελληνική πρωτεύουσα, που φάνηκε στη στάση της έναντι του Συμβουλίου της Ειρήνης. Η αρχική συμμετοχή στην εναρκτήρια συνεδρίαση του Συμβουλίου μεταβλήθηκε έπειτα από τη θετική απάντηση της Κύπρου, άλλων μεσογειακών κρατών, καθώς και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Αθήνα αποφάσισε να συμμετάσχει ως «παρατηρητής» εκπροσωπούμενη από τον υφυπουργό Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη. Εκ μέρους της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον βρέθηκε ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν.

Αυτό, πάντως, που γίνεται εύκολα αντιληπτό – και αποτυπώνεται διά στόματος κυβερνητικών στελεχών – είναι ότι «εν μέσω όλης αυτής της ρευστότητας δεν μπορείς να πεις δύο αλλεπάλληλα “όχι” στον Τραμπ». Στη βάση πανομοιότυπης λογικής τοποθετείται η απόφαση της κυβέρνησης να συμμετέχει στο αμερικανικής έμπνευσης Πολιτικοστρατιωτικό Κέντρο Συντονισμού για τη Γάζα (Civil-Military Coordination Center), το οποίο συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας ειρήνευσης του Οκτωβρίου 2025 και τελεί υπό τη διοίκηση της CENTCOM (United States Central Command), δηλαδή της στρατιωτικής δομής των Ηνωμένων Πολιτειών με αρμοδιότητα μεταξύ άλλων την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιοι αξιωματούχοι στην Αθήνα δηλώνουν ρητά πως στόχος είναι «να είμαστε ενεργά παρόντες στην περιοχή», η παραπάνω επιλογή, σε συνδυασμό με την πιθανολογούμενη αποστολή τμήματος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στη Γάζα, δύναται να θεωρηθεί προσπάθεια ανάδειξης της Ελλάδας ως περιφερειακής δύναμης έτοιμης να μεταβεί και στο πεδίο, στοιχείο που βεβαίως θα προσελκύσει την προσοχή και τα θετικά σχόλια των Αμερικανών.

Η ενέργεια και ο σκεπτικισμός

Η Αθήνα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στη διπλωματία της ενέργειας, ως ένα προνομιακό πεδίο για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Ακόμα κι αν για την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου και τη μεγιστοποίηση των ποσοτήτων αμερικανικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά απομένουν να γίνουν αρκετά βήματα (προς αυτό συνεδριάζουν οι εμπλεκόμενοι, συμπεριλαμβανομένου του έλληνα υπουργού Ενέργειας, αυτή την Τρίτη στην Ουάσιγκτον), η εμπλοκή της Exxon Mobil και της Chevron στην Ελλάδα θωρακίζει περαιτέρω τις διμερείς σχέσεις. Κινητοποιεί το ενδιαφέρον του αμερικανού προέδρου, ενώ φέρνει σε διαρκή επαφή τον κ. Σταύρο Παπασταύρου με τους αρμόδιους υπουργούς του κ. Τραμπ.

«Αν η Chevron δεν είχε την έγκριση του Λευκού Οίκου, δεν θα ερχόταν στη χώρα» λέει στο «Β» στέλεχος του πρωθυπουργικού διπλωματικού επιτελείου. Αυτή τη στιγμή, πάντως, και ανεξαρτήτως των φημολογούμενων προετοιμασιών για ένα ταξίδι Τραμπ στην Ελλάδα στο πλαίσιο των εορτασμών των 250 ετών από την Αμερικανική Ανεξαρτησία, στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι μια συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον πρόεδρο των ΗΠΑ δεν θα λειτουργούσε προς όφελος της Αθήνας. Οπως λένε έμπειροι στις διεθνείς σχέσεις κυβερνητικοί, «πλέον πρέπει να περιμένουμε και τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου». Εννοούν, δηλαδή, ότι μια ενδεχόμενη ήττα του Τραμπ ίσως τον καθιστούσε πιο μετριοπαθή και στην εξωτερική πολιτική. Εως τότε θα συνεχίσει να επικρατεί το δόγμα «μακριά και αγαπημένοι».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version