Είχε χρόνια να ξεσπάσει κρίση ανάμεσα σε ελληνική κυβέρνηση και ευρωπαϊκό θεσμό, όπως τώρα συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι, η οποία βρίσκεται σε αντιπαράθεση για συγκεκριμένα θέματα που άπτονται όχι μόνον των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά ενδέχεται να θέσουν τη χώρα σε έλεγχο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φθάνοντας ως τον κίνδυνο της περικοπής ευρωπαϊκών πόρων.
Η όξυνση στις σχέσεις μας με την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία ολοκληρώνει τη θητεία της το φθινόπωρο, προέκυψε από δύο θέματα συναφή μεταξύ τους και σχετιζόμενα με το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τις αρμοδιότητές του, και κατ’ επέκταση με το κρίσιμο θέμα του ποινικού ελέγχου των πολιτικών προσώπων.
Το ποτήρι της όξυνσης που είχε αρχίσει να γεμίζει με αφορμή τη διετή ανανέωση από τον Αρειο Πάγο της θητείας τριών Ελλήνων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φαίνεται ότι έφθασε να ξεχειλίσει όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης έφερε ρύθμιση στη Βουλή για την ποινική εμπλοκή πολιτικών για κατηγορίες κακουργήματος.
Η ρύθμιση, που ψηφίστηκε και πλέον αποτελεί νόμο του κράτους, αφορά τους πολιτικούς (βουλευτές, όχι υπουργούς γιατί οι υπουργοί έχουν άλλο νόμο) όταν έχουν κακουργήματα και η ανάκρισή τους ορίζεται να γίνεται στο εξής από εφέτη ανακριτή και όχι από τον απλό ανακριτή που είναι για όλους, και είναι πρωτοδίκης.
Οι νέες διατάξεις που συνδυάστηκαν με την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των υποθέσεων προέκυψαν ως ανάγκη μετά τα μαζικά αιτήματα άρσης ασυλιών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά κυρίως με το σκεπτικό ότι οι βουλευτές δεν μπορούν για καιρό να παραμένουν χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν είναι ένοχοι η αθώοι.
Η ρύθμιση αυτή, κατά βάση θετική, που δεν αφορά μόνον εκείνους που ερευνώνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά κάθε βουλευτή για τον οποίο αίρεται η ασυλία, προκάλεσε την αντίδραση της Λάουρα Κοβέσι με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ είχε προηγηθεί και επιστολή της στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη.
Τι προκάλεσε την αντίδραση της Λάουρα Κοβέσι: το γεγονός ότι η ανάθεση ανακριτικών καθηκόντων σε εφέτη ανακριτή ενδέχεται, όπως σημείωσε άλλωστε και η ίδια, να περιορίσει τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως προς την άσκηση των καθηκόντων της για έρευνα και άσκηση δίωξης πολιτικών.
Η υφέρπουσα για χρόνια έντονη δυσπιστία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την ελληνική νομοθεσία σε σχέση με τους πολιτικούς και τον πολυσυζητημένο νόμο για την ευθύνη των υπουργών αναζωπυρώθηκε εξ αφορμής της νέας ρύθμισης, με αποτέλεσμα η Λάουρα Κοβέσι να προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τα δύσκολα της προσφυγής
Και στο σημείο αυτό αρχίζουν τα δύσκολα. Η προσφυγή Κοβέσι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή γίνεται σε επίκληση των λεγόμενων διατάξεων αιρεσιμότητας, δηλαδή της επιβολής κυρώσεων – που κυρώσεις σημαίνει ότι αν η Επιτροπή φθάσει σε καταδικαστική κρίση, θα αποφασιστεί η πιθανότητα περικοπής κονδυλίων από ευρωπαϊκούς πόρους –, πρακτική που έχει ακολουθηθεί για θέματα κράτους δικαίου και στην περίπτωση άλλων ευρωπαϊκών χωρών, για παράδειγμα της Πολωνίας, αλλά βεβαίως και για την Ουγγαρία, που αποτελούσε τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης σε τέτοιου είδους θέματα.
Ηδη η προσφυγή Κοβέσι έχει κινητοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία, τα οποία ετοιμάζουν τις άμυνές τους προκειμένου να πείσουν ότι η διάταξη για επιτάχυνση στις ποινικές εμπλοκές για τους βουλευτές και η ανάθεση ανακριτικών καθηκόντων σε εφέτη-ανακριτή δεν παραβλάπτουν τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα αυτής της προσφυγής, και μόνον η κατάθεσή της από την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει αυτονοήτως τη σημασία της για τη χώρα μας, που βάλλεται για τον τρόπο προστασίας των πολιτικών με τον νόμο περί της ποινικής τους ευθύνης, νόμος που έχει προταθεί κατά προτεραιότητα για αναθεώρηση εν όψει των επικείμενων αλλαγών στο Σύνταγμα.
Πέραν όμως από τη νομοθετική ρύθμιση που έφθασε στην υποβολή προσφυγής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα ακόμα θέμα έχει προκαλέσει τεταμένες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, καθώς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ως έχει αρμοδιότητα για να επιληφθεί, αποφάσισε τελικά να δώσει δύο χρόνια παράταση σε τρεις εισαγγελείς που υπηρετούν στο ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η απόφαση για διετή ανανέωση δεν βρήκε σύμφωνη τη Λάουρα Κοβέσι, που είχε δώσει πέντε χρόνια ακόμα θητείας στους εισαγγελείς Πόπη Παπανδρέου, Χαρίκλεια Θάνου και Διονύση Μουζάκη. Η ενόχληση της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διετή ανανέωση εκφράστηκε δημόσια και πάντως η κεντρική υπηρεσία της που εδρεύει στο Λουξεμβούργο περιμένει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για να αντιδράσει επίσημα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αντιδράσεις μπορεί να περιοριστούν στη διατύπωση διαφωνίας ακόμα και με σκληρή ανακοίνωση, ωστόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί και η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, κάτι που είχε προαναγγείλει ως πιθανότητα η ίδια η Λάουρα Κοβέσι από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όπου παρέστη και δημόσια τοποθετήθηκε.
Πάντως, από τον Αρειο Πάγο δικαστικές πηγές δήλωναν στο «Βήμα» πως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου είναι εμπεριστατωμένη και δομημένη, ώστε να σταθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην περίπτωση που υπάρξει σχετική προσφυγή, κάτι που στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας δεν πιθανολογούν, αλλά ούτε και αποκλείουν, επιχειρηματολογώντας πως υπήρξε ανανέωση της θητείας των τριών εισαγγελέων για δυο χρόνια, γεγονός που δεν παραβλάπτει το έργο τους.
Η εικόνα της χώρας
Σε κάθε περίπτωση, οι οξυμένες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημιουργούν επιβαρύνσεις για την εικόνα της χώρας σε σχέση με θέματα του κράτους δικαίου, παρά το γεγονός ότι ο αρμόδιος Ευρωπαίος Επίτροπος που επισκέφθηκε πρόσφατα την Ελλάδα σημείωσε ότι έχουν υπάρξει σημαντικοί πρόοδοι στα θέματα του κράτους δικαίου. Κρίσιμη πάντως για την αξιολόγηση και την αποτίμηση όλων των σχετικών θεμάτων θα είναι η επικείμενη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναμένεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Προς τούτο, η ελληνική πλευρά σύμφωνα με πληροφορίες σπεύδει να κλείσει τα ανοικτά μέτωπα για να μην υπάρξουν διολισθήσεις από την προηγούμενη έκθεση, που είχε σημειώσει προόδους σε ορισμένα θέματα και είχε επισημάνσεις σε άλλα.