Στον απόηχο των σφοδρών πολιτικών αντιδράσεων (και όχι μόνον) που προκάλεσε η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μη διατάξει εκ νέου έρευνα για τις υποκλοπές, η υποθεση των παράνομων παρακολουθήσεων παραμένει ανοικτή παρά την αρχειοθέτησή της για δεύτερη φορά από την Εισαγγελία του ανωτάτου δικαστηρίου.
Η εισαγγελική απόφαση να μην ερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση, μετά την καταδικαστική απόφαση με βαριές ποινές για τέσσερις ιδιώτες, που έφερε τον φάκελο των υποκλοπών και πάλι στον Αρειο Πάγο, δεν προκαλεί σύμφωνα με νομικές πηγές κλείσιμο των ερευνών, ούτε μπορεί να σταματήσει ενδεχόμενες αποκαλύψεις για μια υπόθεση που ταλανίζει την πολιτική για τρία και πλέον χρόνια, από τότε που ήρθε στη δημοσιότητα.
Η πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα που στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι νεότερα στοιχεία δεν προέκυψαν από την πολύμηνη δίκη για τους τέσσερις εμπλεκομένους στις υποκλοπές, αλλά και ότι τα στοιχεία αυτά που αποκαλύφθηκαν στη δίκη δεν είναι τόσο ισχυρά για να οδηγήσουν σε περαιτέρω έρευνα, σύμφωνα με νομικές πηγές, ενώ αρχειοθετεί τον φάκελο των υποκλοπών, εν τούτοις δεν τον κλείνει.
Οι λόγοι που η υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων κυβερνητικών στελεχών, κρατικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων, δικαστικών κ.λπ. παραμένει ανοικτή στηρίζονται στη δικαστική πραγματικότητα αλλά και στη δυναμική των αποκαλύψεων για τις υποκλοπές.
Ειδικότερα. Ο «φάκελος υποκλοπές» παραμένει ανοικτός καθώς στις 11 Δεκεμβρίου έχει προσδιοριστεί να γίνει σε Τριμελές Πλημμελειοδικείο (σε δεύτερο βαθμό) η δίκη των τεσσάρων που καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές και κινδυνεύουν να οδηγηθούν στη φυλακή.
Ανάμεσα σε αυτούς και ο ισραηλινός υπήκοος Ταλ Ντίλιαν, που μετά τη βαριά καταδίκη του, δημόσια απείλησε με αποκαλύψεις, ενώ στη δίκη δεν προσήλθε ούτε για να απολογηθεί, όπως το ίδιο έκαναν και οι άλλοι τρεις καταδικασθέντες.
Η δίκη των τεσσάρων τον Δεκέμβριο παραμένει, σύμφωνα με νομικές πηγές, ανοικτό πεδίο αποκαλύψεων, κάτι που έγινε και στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όπου κατατέθηκαν γεγονότα και μαρτυρίες που δεν ήταν γνωστά για την υπόθεση, οδηγώντας το δικαστήριο όχι μόνον στη βαριά καταδίκη των τεσσάρων, αλλά και στη διαβίβαση της δικογραφίας στην Εισαγγελία για να αποφασιστεί (που δεν αποφασίστηκε) περαιτέρω έρευνα.
Ενδεχόμενες αποκαλύψεις
Πέραν όμως από τη δίκη των τεσσάρων και τις ενδεχόμενες αποκαλύψεις που μπορεί να πυροδοτήσει η ανοικτή αυτή δικαστική διαδικασία, μία ακόμα δικογραφία παραμένει ανοικτή στο πλαίσιο των ερευνών που συνεχίζονται για τις υποκλοπές.
Πρόκειται για τις αποκαλύψεις που προέκυψαν στη δίκη των τεσσάρων, όταν μάρτυρας κατέθεσε ότι προσήλθε στην εξεταστική επιτροπή που έγινε για τις υποκλοπές, με σκονάκια από κυβερνητικούς βουλευτές για να ελεγχθεί τι θα πει και πώς θα το πει.
Οι σχετικές αποκαλύψεις έχουν σταλεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας και αποτελούν πλέον αντικείμενο ξεχωριστής έρευνας από εισαγγελέα, για το παρασκήνιο της πρώτης Εξεταστικής, καθώς επίκειται και δεύτερη, αποτελούν επίσης πεδίο όχι μόνον νέας έρευνας αλλά και αποκαλύψεων, οι οποίες ενδέχεται να προσδώσουν νέα δεδομένα στην όλη υπόθεση.
Παράλληλα, μηνύσεις που έχουν προαναγγελθεί από θύματα των παράνομων παρακολουθήσεων που για χρόνια δεν είχαν κινηθεί νομικά, αλλά υπό το φως των νέων δεδομένων έχουν αποφασίσει να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, εκτιμάται από νομικές πηγές ότι αν προσφέρουν νεότερα στοιχεία, θα προκαλέσουν νέες έρευνες διευρύνοντας το άνοιγμα των δικαστικών διαδικασιών για τις υποκλοπές.
Επίσης, ανοικτό παραμένει το ενδεχόμενο νέα στοιχεία να προστεθούν από αποκαλύψεις, που θα προσφέρει η ερευνητική δημοσιογραφία, η οποία έτσι κι αλλιώς έχει αναμειχθεί στις έρευνες για τις υποκλοπές από την πρώτη στιγμή των αποκαλύψεων, προσδίδοντας δυναμική στις δικαστικές και πολιτικές εξελίξεις.
Σε κάθε περίπτωση, όπως σημείωναν νομικές πηγές που παρακολουθούν τις πολιτικοδικαστικές εξελίξεις, η πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν μπορεί να εκληφθεί ως δικαστικό προηγούμενο, απαγορεύοντας περαιτέρω έρευνες, ενώ κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος που σχετίζονται με την υπόθεση των υποκλοπών δεν παραγράφονται, όπως συμβαίνει με τα πλημμελήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων ήδη βρίσκονται σε στάδιο παραγραφής.
Ο κίνδυνος της παραγραφής τους άλλωστε οδήγησε συνηγόρους των θυμάτων, όπως ο Ζαχαρίας Κεσσές, στον Αρειο Πάγο, πριν δημοσιοποιηθεί η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επισημανθεί μετ’ επιτάσεως ότι κατηγορίες παραγράφονται κάθε μέρα που η Δικαιοσύνη δεν προχωρούσε σε περαιτέρω έρευνα, όπως και τελικά αποφάσισε να μην προχωρήσει.
Θεσμικές εκτροπές
Μέσα στο πλαίσιο της σφοδρής πολιτικής επίκρισης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης για τους δικαστικούς και πολιτικούς χειρισμούς στην υπόθεση των υποκλοπών, σφοδρές υπήρξαν και οι αντιδράσεις σε νομικό επίπεδο. Τόσο η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας όσο και το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών επέκριναν με εντονότατο τρόπο την εισαγγελική απόφαση του Κ. Τζαβέλλα, κάνοντας λόγο για «θεσμική εκτροπή» και σημειώνοντας ότι η απόφασή του δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της δικαστικής κρίσης από τη δίκη των τεσσάρων ιδιωτών.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος μάλιστα προχώρησε σε απόφαση κατά πλειοψηφία, με μία ψήφο διαφορά, 12 υπέρ, 11 κατά και δύο αποχές, ζητώντας για πρώτη φορά από ιδρύσεως του ανωτάτου δικαστηρίου την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, απόφαση που προκάλεσε αναταραχή στον νομικό κόσμο και επικρίθηκε με σφοδρότητα από την Ενωση Εισαγγελέων, αλλά και γενικά από δικαστικούς και νομικούς κύκλους, καθώς χαρακτηρίστηκε ως «ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης» και ως «θεσμική εκτροπή».
Σε κάθε περίπτωση, νομικές πηγές σχολίαζαν ότι ακόμα και σε εξαιρετικά τεταμένες πολιτικές περιόδους, όπως το λεγόμενο «βρώμικο ’89», ουδείς διανοήθηκε να ζητήσει παραίτηση δικαστικού λειτουργού, όχι σε επίπεδο δικηγορικού σώματος αλλά και ως αίτημα οποιουδήποτε πολιτικού χώρου.
Ωστόσο οι επικρίσεις για τη νέα, δεύτερη κατά σειρά αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, υπήρξαν έντονες και από δικηγόρους που παρακολουθούν από την πρώτη στιγμή τις δικαστικές έρευνες, όπως ο Ζαχαρίας Κεσσές που κατέθεσε δημόσια 18 λόγους για τους οποίους η απόφαση Τζαβέλλα δεν ήταν σωστή.
Πάντως, το γεγονός ότι η υπόθεση παραμένει ανοικτή, παρά την αρχειοθέτηση, προσδίδει δυναμική στις πολιτικοδικαστικές εξελίξεις.