«Haribo Kimchi»: Τροφή για σκέψη

Ο Τζάκα Χου προσφέρει στο κοινό του ένα γενναιόδωρο «γευστικό» πολιτισμικό ταξίδι πασπαλισμένο με προσωπικές ιστορίες και κοινωνικούς στοχασμούς στοχεύοντας στον πυρήνα ενσυναίσθησης των θεατών του. Συνδυάζει ποπ αισθητική, ψηφιακές μουσικές και τεχνολογία αιχμής για να αφηγηθεί ό,τι τον πονάει και ό,τι τον λυτρώνει

«Haribo Kimchi»: Τροφή για σκέψη

“Σε αυτή την παλιοχώρα πρέπει να χαμογελάς κάθε φορά που συναντάς το βλέμμα κάποιου, ακόμα και αν σου είναι άγνωστος. Δεν θέλω να χαμογελάω άλλο. Μου ήταν δύσκολο να προσποιούμαι ότι ήμουν χαρούμενος, ανά πάσα στιγμή έτοιμος να χαιρετήσω με χαμόγελο. Κάποιες μέρες νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να αντέξω τα τυπικά χαμόγελα των άλλων ούτε για μια στιγμή”, γράφει η βραβευμένη με Νομπέλ Χαν Γκανγκ από τη Νότια Κορέα στο μυθιστόρημά της “Μάθημα Ελλληνικών”. Η πίεση του να είσαι αρεστός. Η επιβολή της επίφασης της χαράς. Ο καταναγκασμός του ανήκειν. Ειδικά όταν ο τόπος στον οποίο ζεις δεν είναι ο τόπος που σε έχει γεννήσει. “Η διαμονή σε μία ξένη χώρα είναι γεμάτη λάθη, παρεξηγήσεις και συνεχή προσαρμογή”, παραδέχεται ο Τζάχα Κου, ο Νοτιοκορεάτης δημιουργός της υβριδικής, αυτοβιογραφικής παράστασης “Haribo Kimchi”, ο οποίος, όπως και η Χαν Γκανγκ, έφυγε από την πατρίδα του και διαμένει στην Ευρώπη, έχοντας βιώσει στην πραγματικότητα τη μυθιστορηματική συνθήκη που περιγράφει η βραβευμένη συγγραφέας και συμπατριώτισσά του, όπως εξομολογείται στο κοινό κατά τη διάρκεια της αφηγηματικής του περφόρμανς στην Πειραιώς 260.

Η επιδραστικότητα της νοτιοκορεάτικης κουλτούρας

Η Νότια Κορέα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε “πολιτιστική υπερδύναμη”, όπως πιστοποιεί πρόσφατος τίτλος άρθρου στους New York Times, καθώς όχι μόνο παράγει επιδραστικά πολιτιστικά προϊόντα, αλλά τα εξάγει επίσης, με τεράστια απήχηση, στον δυτικό κόσμο. Από την K-pop (Korean pop) μουσική που έχει ξετρελάνει τους εφήβους σε όλη την υφήλιο -και στην Ελλάδα- έως το εθιστικό βιντεοπαιχνίδι Squid Game, το οποίο έγινε χιτ σειρά στο Netflix, από τους πολυβραβευμένους κινηματογραφικούς auteurs Μπονγκ Τζουνγκ Χο (“Παράσιτα”),  Παρκ Τσαν-Γουκ (“Oldboy”), Λι Τσανγκ-Ντονγκ (“Burning”), Χονγκ Σανγκ-σου (“Right Now, Wrong Then”) έως τους εξίσου διάσημους συγγραφείς και διανοητές όπως η Χαν Γκανγκ και ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, η διήθηση της νοτιοκορεάτικης κουλτούρας στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη εποχή μας είναι γεγονός. Ομοίως θεατρικές παραγωγές, κυρίως μιούζικαλ (“Maybe Happy Ending”, “KPOP”), από τη Νότια Κορέα έχουν ξεκινήσει να εξάγονται στις σκηνές του Broadway λαμβάνοντας θερμότατη υποδοχή από το κοινό.

Στον αντίποδα αυτού του μαζικού, τεραστίων οικονομικών διαστάσεων, φαινομένου βρίσκονται κάποιες δημιουργικές μονάδες αυτής της χώρας που χαράσσουν τη δική τους απολύτως διακριτή, αλλά χαμηλών τόνων καλλιτεχνική πορεία. Ένας από αυτούς τους καλλιτέχνες με πολύ ιδιαίτερο προσωπικό σκηνικό αποτύπωμα είναι ο Τζάχα Κου, τον οποίο είχαμε γνωρίσει το 2018 με την παράσταση-διάλεξη “Cuckoo”, επίσης στο Φεστιβάλ Αθηνών. Στην τωρινή του, επίσης αφηγηματική αλλά πιο αυτοαναφορική, περφόρμανς το “Haribo Kimchi”, ο Κου ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στη μελαγχολία του ανθρώπου που άφησε πίσω του τον τόπο που τον γέννησε γιατί “ασφυκτιούσε και δεν χωρούσε μέσα σε αυτόν” και στη “χαρά της συνεχούς μετακίνησης και ανακάλυψης νέων εμπειριών από χώρα σε χώρα”, φέροντας εντός του “την πολιτισμική παρακαταθήκη της χώρας από την οποία έφυγε” σε όποιο μήκος και πλάτος της γης και αν βρίσκεται. “Οσο πιο χαρούμενη είναι η χαρά, τόσο πιο καθαρή η θλίψη που κρύβεται μέσα της. Οσο πιο βαθιά η θλίψη, τόσο πιο επιτακτική η χαρά που υπνώττει μέσα της. Γι’ αυτό η υψηλότερη χαρά και η βαθύτερη θλίψη είναι, η καθεμιά με τον δικό της εκάστοτε τρόπο, οδυνηρές”, γράφει ο επίσης νοτιοκορεάτης διανοητής Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν στο βιβλίο του “Η κοινωνία της παρηγοριάς – Ο πόνος σήμερα” παραπέμποντας στον Μάρτιν Χάιντεγκερ και ταυτόχρονα απηχώντας τον συναισθηματικό πυρήνα της αφηγηματικής σκηνικής κατάθεσης του Τζάχα Κου. Η άλλοτε μελαγχολική άλλοτε αλέγρα εξομολογητική αφήγηση του Κου βρίσκει καθολική και καθηλωτική απήχηση σε εντελώς ετερόκλητα κοινά, ακριβώς επειδή το βίωμα που περιγράφει είναι αδιαμεσολάβητο μέσα στην αλήθεια, την αμεσότητα και την ειλικρίνειά του.

Στη θεατρική κουζίνα του Τζάχα Κου

Η περφόρμανς του Τζάχα Κου, σε ένα λιτό σκηνικό (ένα αντίσκηνο που αποκαλύπτει έναν πάγκο μαγειρικής) του Ουνγκιόνγκ Τζονγκ αλλά με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα (βιντεοπροβολές και 3D mapping) ταξιδεύει τον θεατή από τον Άγιο Ιωάννη Ρέντη στην πολύβουη Σεούλ με τους ουρανοξύστες και τα στενά δρομάκια με τα ποτζανγκμάτσκα, τις χαρακτηριστικές καντίνες για γρήγορο φαγητό στη Νότια Κορέα. Μία τέτοια υπαίθρια κουζίνα έχει στήσει στην Πειραιώς 260 ο νοτιοκορεάτης δημιουργός παρασκευάζοντας σε πραγματικό χρόνο καλούδια της κορεάτικης κουζίνας, τα οποία προσφέρει σε δύο τυχερούς θεατές που έχει ανεβάσει στη σκηνή, ενώ παράλληλα αφηγείται το προσωπικό του ταξίδι από το Γκαμνάμουγκολ, το χωριό όπου γεννήθηκε, μέχρι το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες όπου διαμένει σήμερα, την καθοριστική επιρροή της γιαγιάς του που ζούσε φτωχικά και ενίσχυε το πενιχρό της εισόδημα παρασκευάζοντας και πουλώντας κίμτσι (η κορεάτικη εκδοχή του δικού μας τουρσιού), την ερημοποίηση του χωριού του στο όνομα της πολεοδομικής “ανάπτυξης”, στις πολιτικές εντάσεις και διαδηλώσεις στην πατρίδα του ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς το 1980, στην έλευση του ΔΝΤ το 2000 και στη φτωχοποίηση μεγάλου ποσοστού των πολιτών, καθώς και στις μετέπειτα δυσκολίες κοινωνικής ένταξης και αφομοίωσης του ιδίου όταν μετανάστευσε στην Ευρώπη.

Ο Τζάχα Κου προσφέρει στο κοινό του ένα γενναιόδωρο “γευστικό” πολιτισμικό ταξίδι πασπαλισμένο με προσωπικές ιστορίες και κοινωνικούς στοχασμούς. Εκεί που μαγειρεύει μια σούπα με φύκια, αφηγείται μια επώδυνη ρατσιστική εμπειρία που είχε. Εκεί που ετοιμάζει ένα κορεάτικο κοκτέιλ, μιλά για την κοινωνική αλλοτρίωση των σύγχρονων κοινωνιών. Χωρίς να κάνει στρατευμένο πολιτικό θέατρο, η καταγραφή του είναι απολύτως πολιτική. Η χαρισματική απεύθυνσή του, άλλοτε ανάλαφρη άλλοτε βαθυστόχαστη, στοχεύει και βρίσκει τον πυρήνα ενσυναίσθησης των θεατών του. Με άλτερ έγκο του ένα ψηφιακό σαλιγκάρι -που κουβαλά πάντα μαζί του το σπίτι του όπως ο ίδιος, ένα ρομποτικό χέλι – που συνεχώς “κινείται, προσαρμόζεται και μετασχηματίζεται” όπως ο ίδιος, και ένα εικονικό ζελεδάκι-αρκουδάκι Haribo – που “όταν το μασουλάς, προσφέρει χαλάρωση, ηρεμία, απόλαυση” όπως ο ίδιος έχει μεγάλη ανάγκη να νιώσει στις αφιλόξενες χώρες που ζει, ο Τζάχα Κου συνδυάζει ποπ αισθητική, ψηφιακές μουσικές και τεχνολογία αιχμής για να αφηγηθεί ό,τι τον πονάει, ό,τι τον λυτρώνει, ό,τι τον κάνει να χαμογελάει. Και όπως γράφει ο Άλντο Παλατσέσκι στο φουτουριστικό μανιφέστο του “Ο αντιπόνος”, “Δεν μπορείς να γελάσεις με την καρδιά σου, αν πρώτα δεν έχεις σκάψει στα βάθη του ανθρώπινου πόνου”.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version