Αλέξανδρος Διαμαντής: «Ο Κάφκα υπήρξε ένας από εμάς»

Ο γνωστός σκηνοθέτης ανατέμνει τη σχέση του πάντα κρυπτικού συγγραφέα της ονειρικής ωμότητας Φραντς Κάφκα με την αδελφή Όττλα σε μία παράσταση στη Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών.

Αλέξανδρος Διαμαντής: «Ο Κάφκα υπήρξε ένας από εμάς»

Ποιος είναι αλήθεια ο Κάφκα; Μπορεί ο προφητικός συγγραφέας της «Δίκης» και της «Μεταμόρφωσης», ο οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης αγωνίας να είναι παράλληλα και ένας τρυφερός, υποστηρικτικός αδελφός; Αυτήν ακριβώς τη λιγότερο γνωστή πλευρά του Φραντς Κάφκα φωτίζει ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Διαμαντής μέσα από την παράσταση «Δικός σου, Φραντς» (6 και 7 Ιουνίου στη Γερμανική Εκκλησία Αθηνών), η οποία παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την αλληλογραφία του αδυσώπητα επίκαιρου συγγραφέα με την αγαπημένη του αδελφή, Όττλα. Παράλληλα, η παράσταση μοιάζει να λειτουργεί και ως φόρος τιμής στην ‘Οττλα, μια γυναίκα ευφυή, καλοσυνάτη, μια ήσυχη επαναστάτρια, η οποία δεν δίστασε να τεθεί εθελόντρια συνοδός μιας ομάδας παιδιών που μεταφέρονταν στο Άουσβιτς συναντώντας εκεί την τραγική μοίρα της.

Κύριε Διαμαντή, πώς γεννήθηκε η ιδέα να φέρετε για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή τα γράμματα του Φραντς Κάφκα προς την αδελφή του Όττλα;

Ήξερα την ιστορία της Όττλα Κάφκα, που δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς συνοδεύοντας με τη θέλησή της μια ομάδα μικρών παιδιών εκεί και ήξερα ότι υπήρξε η αγαπημένη αδελφή του Φραντς. Νομίζω το πιο συγκινητικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης είναι ακριβώς η ανοιχτόκαρδη γενναιότητα της ‘Όττλα. Και φυσικά το πώς τα δύο αδέλφια βρίσκονταν πάντα εκεί ο ένας για τον άλλον, μ’ έναν τρόπο που είναι πολύ συνηθισμένος στα μικρά παιδιά, αλλά όχι και στους μεγάλους.

Τι θα δούμε επί σκηνής; Πώς προέκυψε τελικά το σώμα του κειμένου της παράστασης;

Το κείμενο, εκτός από ελάχιστες επεξηγηματικές φράσεις, που κρίθηκαν αναγκαίες εδώ κι εκεί, αποτελείται από επιστολές του Κάφκα προς την ‘Οττλα, καθώς και προς τις άλλες δύο αδελφές του, τους γονείς του, τον επιστήθιο φίλο του, Μαξ Μπροντ, και την πρώτη του αρραβωνιαστικιά, τη Φελίτσε Μπάουερ. Επίσης, η παράσταση ξεκινάει με μια φράση του Πλάτωνα, για την κατοπτρική σύνδεση μεταξύ δύο ανθρώπινων ψυχών και τελειώνει με κάποιους στίχους από την «Πέμπτη Ελεγεία του Ντουίνο», του Ρίλκε, στίχους που περιγράφουν, κατά την άποψή μου, τον τρόπο που και μόνο το γεγονός ότι ζήσαμε αποτελεί τη νίκη κατά του θανάτου.

Ποιον Κάφκα θα γνωρίσει ο θεατής σε αυτή την παράσταση; Τον πολιτικό, τον υπαρξιακό ή τον στοργικό αδελφό;

Σε μια από τις τελευταίες επιστολές από το σανατόριο του Ματλίαρυ, ο Κάφκα, ο οποίος σ’ όλη του την ενήλικη ζωή προσπαθούσε να ακολουθεί χορτοφαγική δίαιτα, παρομοιάζει τη θλίψη που ένιωσε, τρώγοντας σαρδέλες με τη θλίψη μιας ύαινας που θα έκανε το ίδιο, τρώγοντας μια κονσέρβα σαρδέλες που έπεσε από ένα καραβάνι, τσακίζοντας με τα δόντια της το μεταλλικό περίβλημα και καταβροχθίζοντας τα πτώματα. Καταλήγει αυτή την ποιητική εικόνα με τη διαπίστωση ότι, αν και λυπημένη, η ύαινα τρώει τις σαρδέλες επειδή δεν έχει άλλη επιλογή, ενώ εμείς, οι άνθρωποι, τις τρώμε επειδή θέλουμε. Νομίζω ότι σ’ αυτό το σημείο συναντιούνται και η στοργική εξομολόγηση του Φραντς προς την αδελφή του και η πολιτική του σκέψη, περί της σκληρότητας της φύσης του ανθρώπου και ο γνήσιος υπαρξισμός του, ως προς τη συσχέτισή μας με τα ζώα.

Στη σκηνή συναντάμε τρεις γυναίκες ηθοποιούς -την Ηρώ Γκουλίτου, τη Μαρία Καρακίτσου και την Παρθενόπη Μπουζούρη. Πώς μοιράζονται οι τρεις τους τη φωνή, την παρουσία ή ακόμη και τη σκιά του Κάφκα μέσα στην παράσταση;

Οι τρεις ηθοποιοί διαβάζουν τις επιστολές αυτές, που γράφτηκαν για τα μάτια μόνο του εκάστοτε παραλήπτη τους, ενσαρκώνοντας, κατά την αρχική μου πρόθεση, τρεις μελετητές κάπως μεταφυσικούς, γι’ αυτό και στις πρόβες τις αποκαλούσα μισοαστεία, μισοσοβαρά με τα ονόματα των Μοιρών: Κλωθώ η Ηρώ Γκουλίτου, Λάχεσις η Μαρία Καρακίτσου και ‘Ατροπος, η Παρθενόπη Μπουζούρη. Είναι ίσως σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Κάφκα δεν ενσαρκώνεται ποτέ πλήρως στην παράσταση, παρά αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν προσφιλής απών συνομιλητής.

Ανακαλύψατε μέσα από αυτή την αλληλογραφία έναν Κάφκα που αγνοούσατε;

Ήξερα ότι ο Κάφκα είναι ένας συγγραφέας με χιούμορ, ιδιότητα που αποτελεί βασικό συστατικό των επιστολών, αλλά εξεπλάγην όταν είδα πόσο διορατικός κριτής των ανθρώπινων σχέσεων είναι, με ψυχογραφικές αναλύσεις που προσωπικά θα τις περίμενα ίσως περισσότερο από τον Μπαλζάκ ή τον Ντοστογιέφσκι παρά από εκείνον. Χαίρομαι που γνώρισα αυτή του την πτυχή και ειλικρινά ελπίζω οι επιστολές αυτές να εκδοθούν στη γλώσσα μας για να μπορέσει και ένα ευρύτερο κοινό να τη γνωρίσει.

Η παράσταση μοιάζει να κινείται ανάμεσα στο θέατρο, την performance και μια τελετουργία μνήμης. Πώς θα περιγράφατε εσείς τη μορφή που τελικά πήρε;

Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ αδύνατον να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα, καθώς δυσκολεύομαι να κρίνω ο ίδιος τη δουλειά μου, οι επιρροές μου πάντως υπήρξαν αφ’ ενός το θέατρο-ντοκουμέντο και η ‘Αρτε Πόβερα κι αφ’ ετέρου ο Μπρεχτ, που είναι ο θεατράνθρωπος του 20ου αιώνα, τον οποίο θαυμάζω περισσότερο ίσως απ’ όλους. Τώρα το αν τέτοιες αναφορές γίνονται αντιληπτές από το ίδιο το έργο, δεν είμαι σε θέση να σας το πω. Τα είδη, πάντως, που αναφέρατε μου φαίνονται πολύ συγγενικά με αυτή την παράσταση.

Γιατί επιλέξατε την Ευαγγελική Εκκλησία της Αθήνας ως τόπο παρουσίασης; Τι προσφέρει ο συγκεκριμένος χώρος δραματουργικά;

Ο Κάφκα, μαζί με τον Μούζιλ και τον Μαν, συναποτελούν, θα έλεγε κανείς, την «Αγία Τριάδα» του γερμανόφωνου μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα. Οπωσδήποτε, σε σχέση με τους άλλους δύο, παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στο αναγνωστικό κοινό, ίσως επειδή είναι ένας συγγραφέας περισσότερο ευθύς και λιγότερο αναλυτικός απ’ ότι εκείνοι. Επίσης, είναι κατεξοχήν πρόσωπο του Μεσοπολέμου, εκφράζοντας με οξύ και συνεκτικό τρόπο τις αγωνίες εκείνης της εποχής της τόσο δυσοίωνα επίκαιρης σήμερα. Τέλος, είναι ένας Εβραίος γερμανόφωνος συγγραφέας, του οποίου δεν ήταν λίγοι οι αγαπημένοι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα ή που ακόμα κι αν διέφυγαν, οι ζωές τους διαλύθηκαν από τους ναζί. Για όλους αυτούς τους λόγους, τους πολιτισμικούς και ιστορικούς, η Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία, κτισμένη το 1933 σε στιλ Μπάουχαους, χώρος λατρείας της γερμανόφωνης κοινότητας που εντοπίζει τις ρίζες της στην Αθήνα ήδη από το Μεσαίωνα, αποτέλεσε την ιδανική τοποθεσία για αυτή την παράσταση.

Ο Κάφκα μέσα από το έργο του και ειδικότερα στην «Αποικία των Τιμωρημένων» μοιάζει σχεδόν να προοικονομεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία έμελλε χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατό του, να δολοφονηθούν και οι τρεις αδελφές του. Η παράστασή σας αγγίζει και το τραύμα του Ολοκαυτώματος;

Οι επιστολές καλύπτουν το διάστημα από το 1907 μέχρι το 1924, λίγες μέρες πριν από το θάνατο του Φραντς Κάφκα και εννιά χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Εντούτοις, επειδή θεώρησα αναγκαίο να υπάρχει και η καταγραφή της μοίρας της Όττλα, στην είσοδο μοιράζουμε στους θεατές μια σελίδα που περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τις συνθήκες που οδήγησαν στη δολοφονία της το 1943 στο Άουσβιτς. Η Όττλα Κάφκα ήταν ένας ολοζώντανος και χειραφετημένος άνθρωπος και ο γενναίος και ελεύθερος τρόπος που έζησε, όπως φανερώνεται μέσα από τις επιστολές που παρουσιάζουμε στην παράσταση, υπήρξε ένα απτό παράδειγμα όλων όσα έτρεμαν και προσπάθησαν να εξαφανίσουν οι ναζί κατά τα χρόνια της μαύρης κυριαρχίας τους στην Ευρώπη. Ο τρόπος που η μικρή της ιστορία, μικρή με την έννοια της καθημερινότητας και της ησυχίας, αλέστηκε από τα σαγόνια του ναζισμού, αποτελεί ένα αξεπέραστο ιστορικό παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κίνδυνοι που όλοι μας διατρέχουμε αν δεν ορθώσουμε εμπόδια στη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και τη βία.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε προσωπικά στο να εξερευνήσετε τον Κάφκα αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Κατά την άποψή μου αποτελεί μια δημοκρατική στάση το να παρουσιάσουμε πόσο εύθραυστος, πονεμένος και τρυφερός υπήρξε ο εμβληματικός αυτός λογοτέχνης. Συχνά, διαβάζοντας τις επιστολές αυτές, η φωνή που αναδύεται μού θυμίζει τους φίλους μου και τους γνωστούς μου. Στο υλικό αυτό δεν βλέπουμε τον Κάφκα, το λαμπρό μυαλό που συνέγραψε τον “Πύργο” και τη “Δίκη”, αλλά τον Φραντς, που έχει αγωνία απέναντι στο θάνατο, που δεν θέλει να χωρίσει, αλλά πρέπει, που ονειρεύεται να ζήσει μιαν άλλη ζωή μακριά από την έμμισθη υποτέλεια της μικροαστικής καθημερινότητας. Άλλωστε είμαι πεπεισμένος ότι τα έργα του Κάφκα μας φαίνονται πάντοτε οικεία ακριβώς επειδή ο ίδιος υπήρξε ένας από εμάς, όχι ένας επαγγελματίας λογοτέχνης κάπως νερόβραστος, ένας διανοούμενος που κινείται σε κύκλους διανοουμένων, αλλά ένας νέος άνθρωπος που θέλει να ζήσει αλλιώτικα απ’ ό,τι ζει και που όλο εμποδίζεται, άλλοτε από τους γύρω του κι άλλοτε από τον εαυτό του”.

Νιώθετε ότι ο Κάφκα σήμερα διαβάζεται διαφορετικά απ’ ό,τι παλαιότερα, ειδικά μέσα σε ένα κλίμα πολέμου, φόβου και κοινωνικής ασφυξίας;

«Κοιτάξτε, πιστεύω βαθύτατα ότι ο Κάφκα είναι συγγενικός με την εποχή μας, με την έννοια ότι η εποχή μας είναι η συνέχιση της τρομερής βαρβαρότητας που οδήγησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μιας ατομοκεντρικής αντίληψης της ύπαρξης, που είναι επικεντρωμένη στον ανταγωνισμό και την επικράτηση. Αυτή η βαρβαρότητα, που συχνά παρουσιάζεται ως κάποιου είδους εξέλιξη, βρίσκεται στο επίκεντρο των προβληματισμών του Κάφκα: ο κοινωνικός αυτοματισμός, οι τελετές ταπείνωσης που επιβάλει μια απρόσωπη εξουσία, ο καθημερινός χαφιεδισμός δεν εξέλιπαν από την εποχή του Κάφκα μέχρι σήμερα, αντίθετα, όλα δείχνουν ότι επιδεινώθηκαν, ενισχυμένα από κατασταλτικές τεχνολογίες και κυνικά σχήματα σκέψης. Ίσως διαβάζοντας Κάφκα, θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπους αντίστασης – βασικά το χιούμορ που θα μας επιτρέψει να κρατήσουμε με θάρρος την ψυχή μας.

Υπάρχει κάτι στο σύμπαν του Κάφκα που θεωρείτε βαθιά θεατρικό, παρότι ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ θέατρο; Είναι τελικά ο προπάτορας του θεάτρου του παραλόγου;

Ο Κάφκα υπήρξε ιδιαιτέρως θεατρόφιλος και αγαπούσε πολύ το εβραϊκό θέατρο γίντις. Τόσο στις επιστολές του προς την Οττλα, όσο και γενικά στη γραφή του, εντοπίζει ίσως κανείς μια άμεση προφορικότητα που καθόλου δεν στερείται θεατρικότητας. Περισσότερο από το θέατρο του Παραλόγου, θα έλεγα ότι σχετίζεται με την παράδοση του Καμπαρέ και του Επικού Θεάτρου του Μπρεχτ, που πρώτον υπήρξαν πολύ πιο συγγενικά με τον Κάφκα, ως γεννήματα κι αυτά του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης κι έπειτα επειδή στον Κάφκα υπάρχει μια αμεσότητα, που συχνά ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας του μιλάει απευθείας, στον ενικό, κοιτώντας τον στα μάτια.

Υπήρξε κάποια φράση από αυτή την αλληλογραφία των δύο αδελφών που σας ακολουθεί ακόμη;

«Όταν είμαι μόνος μου με τον εαυτό μου, είμαι αρκετά καλά, αλλά όταν είμαι μόνος με τους άλλους, είμαι πολύ λυπημένος. Αλλά θα τα δεις και η ίδια. Έλα λοιπόν».

Αγοράστε εισιτήρια για την παράσταση «Δικός σου, Φραντς» από το InTickets.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version