Το νέο βιβλίο του Ευάγγελου Βενιζέλου Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα (εκδ. Σάκκουλα) συνιστά ένα ερευνητικό εγχειρίδιο που εκτείνεται πέραν αυτού που ο τίτλος του καταγράφει, καθώς πρόκειται για μια συστηματική συμβολή στη γενική θεωρία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η συμβολή αυτή, ως απαύγασμα της μακρόχρονης ενασχόλησης του συγγραφέα με το αντικείμενο, η οποία επικαιροποιήθηκε με την εκ νέου τα τελευταία χρόνια (θεωρητική και νομολογιακή) εμβάθυνση σε αυτό το πεδίο, τοποθετείται στο σημείο τομής και συρροής εθνικού συνταγματικού δικαίου, ευρωπαϊκού δικαίου και διεθνούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αντανακλά την πιο σύγχρονη πρόσληψη των δικαιωμάτων σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και υψηλού συμβαλλόμενου μέρους στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όπου η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.

Ευάγγελος Βενιζέλος
Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα
Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2026, σελ. 292, τιμή 28 ευρώ
Ετσι, το έργο δεν αποτελεί μια απλή καταγραφή ή μεταγραφή δικαστικών αποφάσεων επί επιμέρους δικαιωμάτων, αλλά μια δογματικά στέρεη αποτύπωση της μεθοδολογίας που (πρέπει να) διέπει τον τρόπο κατανόησης, ερμηνείας και σεβασμού των δικαιωμάτων στο σύγχρονο πολυεπίπεδο κανονιστικό περιβάλλον.
Φαινόμενο πολυεπίπεδο και δυναμικό
Αφετηρία του βιβλίου αποτελεί η εννοιολόγηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως συνταγματικών δικαιωμάτων (κεφ. 1) και ως θεσμικών εγγυήσεων που οργανώνουν τη σχέση ατόμου και κρατικής εξουσίας (κεφ. 2) σε άμεση σχέση με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές (δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου). Εξάλλου, «δεν νοείται δημοκρατία χωρίς κράτος δικαίου και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και άρα «η δημοκρατία ή θα είναι φιλελεύθερη (liberal) ή δεν θα υπάρχει» (σελ. 1).
Η ανάλυση (ιδίως κεφ. 3) κινείται πέρα από την παραδοσιακή διάκριση των κατηγοριών και γενεών (αμυντικών, πολιτικών, κοινωνικών και νέων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην ανθρώπινη επιβίωση στον πλανήτη) και αναδεικνύει την εξελικτική μετάβαση προς μια ενιαία θεωρία αξιώσεων, στις οποίες συνυφαίνονται η αρνητική υποχρέωση αποχής του κράτους, η θετική υποχρέωση προστασίας και η οργανωτική διάσταση των δικαιωμάτων. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει, έτσι, το «θεμελιώδες δικαίωμα» ως «ένα φαινόμενο μεικτό, πολυεπίπεδο και δυναμικό» (σελ. 58-59).
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται (κεφ. 4) στην πολυεπίπεδη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή τη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση του εθνικού Συντάγματος με την ΕΣΔΑ και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αναδεικνύοντας τη σημασία της ερμηνευτικής σύγκλισής τους. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) δεν αντιμετωπίζεται ως εξωτερική επιρροή, αλλά ως οργανικό τμήμα του ερμηνευτικού περιβάλλοντος εντός του οποίου λειτουργεί ο εθνικός δικαστής. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύεται η έννοια του «επαυξημένου Συντάγματος» (μια έννοια που εισήγαγε στη συζήτηση πρωτογενώς ο συγγραφέας), το οποίο είναι «το εθνικό Σύνταγμα που ενσωματώνει τις νέες διαστάσεις, που προσθέτουν στη συνταγματική προστασία το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ, πιο συγκεκριμένα η ΕΣΔΑ και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ» (σελ. 77-78). Αναλύεται, έτσι, το «Σύνταγμα των Δικαιωμάτων» ως έκφανση του γενικότερου φαινομένου της συνταγματοποίησης του διεθνούς δικαίου και της διεθνοποίησης του Συντάγματος.
Μετά τη θεμελίωση της έννοιας των δικαιωμάτων, εξετάζονται ζητήματα όπως το πεδίο εφαρμογής τους, η οριζόντια ισχύς τους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (τριτενέργεια), η τυπολογία των περιορισμών τους (κεφ. 5 και 6) και οι ρήτρες επιφύλαξης υπέρ του νόμου (κεφ. 8). Ιδιαίτερη προσοχή αφιερώνεται στη μεθοδολογία ερμηνείας: εδώ (κεφ. 7) αναδεικνύεται με δογματικά στέρεο και με μια φρέσκια ματιά η μεγάλη σημασία του άρθρου 25 του Συντάγματος, του οποίου ο συγγραφέας υπήρξε ο ανανεωτής κατά την αναθεώρηση του 2001. Κεντρική θέση στην ανάλυση καταλαμβάνει η τελεολογία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως «απαραγράπτων» και η σύνδεσή τους με την πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη, χωρίς κατάχρηση κατά την άσκησή τους, σε συνδυασμό με το χρέος κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης και με φαινόμενα όπως η συρροή και η σύγκρουση δικαιωμάτων, και βεβαίως, πάντοτε με σεβασμό των αντιπεριορισμών, όπως η αρχή της αναλογικότητας – αρχές που κατέστησαν ιδιαιτέρως επίκαιρες κατά την πρόσφατη πανδημική κρίση.
Το δίκαιο της εξαίρεσης και το γενικό συμφέρον
Η τελευταία έθεσε, εξάλλου, σε νέα βάση και τα θέματα του δικαίου της εξαίρεσης, που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με οξύνοια και γνώση υπό το φως των νέων δεδομένων, ενώ επανεπισκέπτεται και την έννοια του γενικού συμφέροντος, την οποία είχε εξαντλητικά διερευνήσει ως νέος επιστήμονας.
Συνολικά, η Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα αποτελεί ένα έργο αναφοράς για τη σύγχρονη ελληνική συνταγματική θεωρία. Στο μεθοδολογικό επίπεδο, η γραφή συνδυάζει δογματική αυστηρότητα και θεωρητική πυκνότητα με την επίγνωση των πρακτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η προστασία των δικαιωμάτων σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων και θεσμικών μετασχηματισμών. Χωρίς αποσπασματικό σχολιασμό μεμονωμένων αποφάσεων, επιδιώκει τη συναγωγή γενικών αρχών και καταφέρνει, έτσι, να προσφέρει στον αναγνώστη ένα στέρεο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Η διάρθρωση των κεφαλαίων επιτρέπει την προοδευτική εμβάθυνση, καθιστώντας το βιβλίο κατάλληλο τόσο για τον φοιτητή όσο και για τον ερευνητή και τον εφαρμοστή του δικαίου, προσφέροντας ένα σαφές και δομημένο πλαίσιο κατανόησης και ένα συνεκτικό ερμηνευτικό εργαλείο. Για τον ευρύτερο νομικό κόσμο και τη δημόσια συζήτηση, το βιβλίο λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν αποτελούν απλώς έναν κατάλογο διατάξεων, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του συνταγματικού μας πολιτισμού.
Η κυρία Λίνα Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
