Παρακμή και προτεσταντική ηθική

«Οι Μπούντενμπροκ», το νεανικό αριστούργημα του Τόμας Μαν, είναι ένα συμφωνικό έργο για την αργή πτώση μιας πλούσιας γερμανικής αστικής οικογένειας

Παρακμή και προτεσταντική ηθική

Ο κοινός τόπος λέει πως η ποίηση είναι η κατεξοχήν τέχνη της νεότητας και η πεζογραφία της ωριμότητας. Αλλά οι κοινοί τόποι έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν διαψεύδονται. Λόγου χάρη, μια από τις κορυφαίες ποιητικές συλλογές του, τα Ελεγεία της οξώπετρας, ο Οδυσσέας Ελύτης την εξέδωσε στα ογδόντα του χρόνια. Από την άλλη, ο μέγας Τόμας Μαν τους Μπούντενμπροκ (το μυθιστόρημα για το οποίο – κυρίως – η Σουηδική Ακαδημία θα τον τιμούσε το 1929 με το Βραβείο Νομπέλ) θα άρχιζε να το γράφει στα 22 του, ο αθεόφοβος, και θα το εξέδιδε το 1901, όταν ήταν 26 ετών.

Κι αναρωτιέται κανείς: πώς ήταν δυνατόν ένας πεζογράφος σε αυτή την ηλικία να γράψει μια σάγκα (στην ελληνική έκδοσή του το βιβλίο φτάνει τις 784, μαζί με το επίμετρο, πυκνοτυπωμένες σελίδες) που το διαβάζεις και πουθενά δεν έχεις την αίσθηση ότι έχει γραφτεί από έναν τόσο νέο συγγραφέα. Είναι μια απόδειξη ότι ο Τόμας Μαν δεν είχε τίποτε να μάθει με το πέρασμα του χρόνου, δηλαδή ήταν ώριμος από την αρχή. (Ή μήπως, καθώς παρατηρεί η Ελίζαμπεθ Χάρντγουικ στο δοκίμιό της «Thomas Mann at 100», δεν ήταν ποτέ του νέος;) Το διαπιστώνουν αμέσως οι αναγνώστες που γνωρίζουν κάποια από τα υπόλοιπα μεγάλα του έργα (λ.χ., το Μαγικό βουνό, Ο Ιωσήφ και οι αδερφοί αυτού, Δόκτωρ Φάουστους) κι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τους Μπούντενμπροκ. Και το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι το βιβλίο δεν έχει ούτε ένα ψεγάδι αλλά παραμένει αγέραστο έναν και πλέον αιώνα μετά την πρώτη του έκδοση.

Ενα συμφωνικό έργο

Το μυθιστόρημα αφηγείται τη σταδιακή παρακμή (δύση, την προτιμά η μεταφράστρια Εμη Βαϊκούση) μιας πλούσιας οικογένειας (των Μπούντενμπροκ) σε μια πόλη της Χανσεατικής Λίγκας μεταξύ των ετών 1835 και 1877. Τέσσερις γενιές περνούν από τις σελίδες του Μαν, ο οποίος περιγράφει την αργή πτώση της. Η δράση εκτυλίσσεται στο Λύμπεκ από το οποίο καταγόταν και η οικογένεια του ίδιου του Μαν. Αλλά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που τα συναντά κανείς και σε άλλα έργα του συγγραφέα, σήμερα πλέον μοιάζουν περιφερειακά. Ο Μαν έγραψε ένα ασύγκριτο συμφωνικό έργο που είναι ταυτοχρόνως μια τοιχογραφία των πολιτικών γεγονότων της εποχής, όπως οι επαναστάσεις του 1848 και η δημιουργία της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Και πέραν του ότι τα παραπάνω συνιστούν το υπόστρωμα, είναι επιπροσθέτως σημαντικά αν σκεφτεί κανείς τις κατοπινές περιπέτειες και το δράμα που έζησαν ο γερμανόφωνος κόσμος και η Ευρώπη στο σύνολό της.

Αλλά μολονότι οι Μπούντενμπροκ είναι κοινωνικό μυθιστόρημα – το πρώτο μείζον στη γερμανόφωνη λογοτεχνία –, τα κοινωνιολογικά στοιχεία προβάλλονται σε ένα δεύτερο αλλά σημαντικό επίπεδο. Η αστική παρακμή είναι κυρίαρχη, η πτώση δηλαδή. Αργότερα όμως (στον Θάνατο στη Βενετία, στο Μαγικό βουνό και στον Δόκτορα Φάουστους) η παρακμή αντικαταστάθηκε από την αρρώστια, μολονότι κι εδώ η αρρώστια υπάρχει κι ας μην κυριαρχεί, φαινομενικά.

Ο Τόμας Μαν χαρακτήριζε τον εαυτό του συγγραφέα του 19ου αιώνα. Σήμερα όμως μπορούμε να πούμε πως οι Μπούντενμπροκ είναι μια γέφυρα που συνδέει τον 19ο με τον 20ό αιώνα. Γιατί πάνω στον 19ο προβάλλεται ως μελλοντική εικόνα ο 20ός. Ετσι, νομίζω, εισπράττουμε τώρα το μυθιστόρημα, σε σχέση βέβαια με το υπόλοιπο έργο του Μαν, ο οποίος θεωρώντας τον εαυτό του συνέχεια του Γκαίτε πίστευε σε μια ευρωπαϊκή Γερμανία και όχι σε μια γερμανική Ευρώπη.

Μια μεγαλοαστική οικογένεια

Από την αρχή ακόμη της ιστορίας ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τους κύριους χαρακτήρες της οικογένειας Μπούντενμπροκ. Βρισκόμαστε στο Λύμπεκ σε ένα δείπνο στο πολυτελές σπίτι της οικογένειας, με τον «πατριάρχη» Γιόχαν Μπούντενμπροκ, τον πρωτότοκο γιο του Ζαν, που θα αναλάβει την επιχείρηση της οικογένειας μετά τον θάνατο του πατέρα του, και τα τρία παιδιά του Ζαν, που κάθονται στο τραπέζι: τον Τόμας, τον Κρίστιαν και την Τόνι (Αντόνιε), μιαν από τις αδρότερες γυναικείες φιγούρες που συναντούμε στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα.

Είναι σχεδόν αδύνατον να συνοψίσει κανείς την ιστορία της οικογένειας, γι’ αυτό και θα αρκεστώ στο περίγραμμα. Οπως συμβαίνει σε όλα τα σπουδαία μυθιστορήματα, οι χαρακτήρες κινούν πρωτίστως την υπόθεση και όχι η ιστορία: Ο Ζαν διευθύνει την επιχείρηση της οικογένειας αλλά ταυτοχρόνως προσπαθεί να συντηρήσει την πατριαρχική παράδοση και τα αστικά ήθη. Πιέζει λοιπόν την κόρη του Τόνι να παντρευτεί έναν πλούσιο επιχειρηματία από το Αμβούργο ονόματι Μπέντιξ Γκρίνλιχ κι εκείνη παρά τη θέλησή της ενδίδει, τον παντρεύεται και φεύγει για το Αμβούργο. Ο Γκρίνλιχ όμως είναι απατεώνας και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η προίκα της Τόνι. Ακολουθεί διαζύγιο κι εκείνη επιστρέφει στο Λύμπεκ.

Μετά τον θάνατο του Ζαν ο μόνος που ενδιαφέρεται πραγματικά για την επιχείρηση είναι ο Τόμας – κι αυτός την αναλαμβάνει. Παντρεύεται μάλιστα μια όμορφη και πλούσια γυναίκα από το Αμστερνταμ, την Γκέρντα Αρνολντσεν. Η Γκέρντα είναι από πλούσια οικογένεια και η προίκα της λειτουργεί ως τονωτική ένεση στα προβληματικά οικονομικά της επιχείρησης.

Αλλά ο Κρίστιαν, έχοντας ζήσει για ένα διάστημα στο εξωτερικό επιστρέφει και υποτίθεται ότι δείχνει κι εκείνος ενδιαφέρον για την οικογενειακή επιχείρηση· είναι όμως καλοπερασάκιας, διαταραγμένη προσωπικότητα και γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τα αστικά ήθη της εποχής. Περνάει τον καιρό του στα θέατρα και τα κλαμπ και συνδέεται με μια ηθοποιό. Τα δύο αδέρφια θα συγκρουστούν και ο Τόμας θα καταβάλει στον Κρίστιαν το μερίδιό του από την επιχείρηση υπό τον όρο ότι θα αποχωρήσει από αυτήν και θα φύγει από την πόλη. Η Τόνι, ματαιόδοξη, κοκέτα και φιλόδοξη που ονειρεύεται να καταξιωθεί κοινωνικά, θα παντρευτεί για δεύτερη φορά. Ο γάμος αποδεικνύεται οικτρή αποτυχία. Θα πάρει διαζύγιο και θα επιστρέψει ξανά στο Λύμπεκ.

Ο Τόμας διευθύνει την οικογενειακή επιχείρηση με επιτυχία και επιπλέον η κοινωνική του καταξίωση επισφραγίζεται με την εκλογή του ως γερουσιαστή, όμως οι δυσκολίες μεγαλώνουν, όπως και οι ευθύνες. Το ψυχολογικό βάρος τον καταβάλλει και βυθίζεται στη μελέτη του Σοπενχάουερ (που ο Τόμας Μαν τον θαύμαζε). Οδηγείται στην κατάθλιψη που γίνεται χειρότερη εξαιτίας του γιου του, Χάνο, που είναι αδύναμος αλλά με ταλέντο στη μουσική που τον ενθαρρύνει η Γκέρντα. Ο Τόμας λαχταρά τον θάνατο. Κι όταν πεθάνει, η Γκέρντα με τον μικρό της γιο θα μετακομίσουν σε ένα μικρότερο σπίτι. Ο υπερευαίσθητος και φιλάσθενος Χάνο θα προσβληθεί από τύφο και θα πεθάνει κι αυτός. Η Γκέρντα επιστρέφει στο Αμστερνταμ και στο Λύμπεκ θα μείνει μόνο η Τόνι με τις φαντασιώσεις της για τα λούσα και τα αριστοκρατικά ρούχα.

Δύο εξαιρετικοί γυναικείοι χαρακτήρες

Ενα από τα βασικά γνωρίσματα του Τόμας Μαν είναι η ειρωνεία που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του. Εμφανίζεται πρώιμα εδώ μέσω της κριτικής της προτεσταντικής ηθικής που η εμμονή στην υπεράσπισή της οδηγεί τον Γιόχαν, τον Ζαν και τον Τόμας στον θάνατο. Δεν είναι ανάγκη επ’ αυτού να διαβάσει κανείς τα περί προτεσταντικής ηθικής του κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ για να καταλάβει τον Τόμας Μαν – το αντίθετο, θα έλεγα.

Ας προσθέσω ότι παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον οι δύο γυναίκες του μυθιστορήματος, αν και φαινομενικά πρόκειται για δευτερεύοντες χαρακτήρες: η Τόνι και η Γκέρντα. Θα υπέθετε κανείς πως η Τόνι, λ.χ., στον δεύτερο γάμο της θα επέλεγε για σύζυγο όχι τον μέθυσο, χοντρό και άσχημο Βαυαρό που παντρεύτηκε, αλλά τον παλιό της έρωτα, έναν φοιτητή της ιατρικής ονόματι Μόρτον Σβάρτσκοπφ. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει, γιατί αλλιώς θα αλλοίωνε το πορτρέτο της οικογένειας των Μπούντενμπροκ – και στο ζήτημα αυτό ο Μαν παρουσιάζεται αμείλικτος. Συνύπαρξη και συνεργασία των τάξεων τον 19ο αιώνα δεν νοείται. Γι’ αυτό, νομίζω, για να πάμε 30 χρόνια αργότερα, το 1930 έκανε έκκληση στη μορφωμένη αστική τάξη της Γερμανίας να συγκροτήσει κοινό μέτωπο με την εργατική εναντίον του απάνθρωπου εθνικοσοσιαλισμού.

Το έργο του Μαν παρουσιάζεται ενιαίο και συμπαγές από την αρχή έως το τέλος. Κι ενώ το κάθε βιβλίο του είναι αυτόνομο, μας ωθεί σε πολλές συγκριτικές αναγνώσεις με τα υπόλοιπα. Το θέμα της αρρώστιας, για παράδειγμα, περνάει και στους Μπούντενμπροκ, αν μόνο σκεφτεί κάποιος την ψυχική ασθένεια των αντρικών χαρακτήρων, τον τρόπο που πεθαίνουν και το πώς οι θάνατοι από γενιά σε γενιά σηματοδοτούν την παρακμή και την οικογενειακή πτώση. Η παρακμή συνιστά κι αυτή αρρώστια και το αντίδοτο για τον Τόμας Μαν είναι η κουλτούρα, που κι αυτή, αν την αποκτήσει κανείς μέσω της εξαγοράς, δηλαδή της υπογραφής ενός συμβολαίου με τον Διάβολο, οδηγεί στον θάνατο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version