Με την πρωτοβουλία του Κέντρου για το Βιβλίο και την Ανάγνωση του ιταλικού υπουργείου Πολιτισμού και υπό την αιγίδα του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου ένας νέος θεσμός παρουσιάστηκε αυτή την εβδομάδα στην Αθήνα.
Το Βραβείο Intersezioni Ιταλία-Ελλάδα, πρόταση που αποσκοπεί στην ανάδειξη της ιταλικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, την ενθάρρυνση του πολιτισμικού διαλόγου και κάθε χρόνο απευθύνεται σε διαφορετική χώρα, απονεμήθηκε σε μια τελετή στο Μέγαρο Μουσικής σε τρεις σπουδαίους συγγραφείς για τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά τους: τα Destinazione errata (εκδ. Einadi) του Ντομένικο Σταρνόνε, Malbianco (εκδ. Einaudi) του Μάριο Ντεζιάτι, Il prodigio (εκδ. Mondadori) του Φαμπρίτσιο Σινίζι είναι τα έργα που τιμήθηκαν και των οποίων η μετάφραση και η έκδοση στα ελληνικά θα υποστηριχθούν μέσω του βραβείου. Η επιλογή αντικατοπτρίζει τρεις διαφορετικές γενιές της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας.
Ο 83χρονος Ντομένικο Σταρνόνε, συγγραφέας 14 μυθιστορημάτων, βραβευμένος με το βραβείο Strega για την Οδό Τζέμιτο (εκδ. Καστανιώτη), γνωστός στο ελληνικό κοινό από τα πιο πρόσφατα βιβλία του Τα κορδόνια και Εκμυστηρεύσεις (αμφότερα στις εκδόσεις Πατάκη) αποτελεί μια σταθερή, διακεκριμένη παρουσία. Ο 49χρονος Μάριο Ντεζιάτι, νικητής κι αυτός του Strega το 2022 για τους Ασυμβίβαστους (εκδ. Κλειδάριθμος), είναι μια διακριτή νεότερη φωνή. Ο 39χρονος Φαμπρίτσιο Σινίζι υπηρετεί το ιταλικό θέατρο με συνέπεια και ουσία εδώ και πολλά χρόνια, το Il prodigio, όμως, το πρώτο του μυθιστόρημα, προκάλεσε αίσθηση στη γειτονική χώρα.
Με την ευκαιρία που μας δόθηκε λόγω της βράβευσης μιλήσαμε μαζί τους για τη γραφή και τις επιρροές τους, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις, τον τόπο και την ταυτότητα, τα σημεία προσέγγισης μεταξύ της ελληνικής και της ιταλικής λογοτεχνίας.
Ντομένικο Σταρνόνε: «Το ζευγάρι σήμερα μοιάζει υπονομευμένο από τη ρίζα»
Η κρίση του πυρήνα της οικογένειας, η αποδυνάμωση των συμβάσεων που κρατούν ενωμένους δύο ανθρώπους είναι το επίκεντρο του βραβευμένου μυθιστορήματος «Destinazione errata».

Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη
Το ελληνικό κοινό σάς γνωρίζει κυρίως μέσα από τα μυθιστορήματά σας Το άλμα με τα μπαστουνάκια, Οδός Τζέμιτο, Τα κορδόνια, Εκμυστηρεύσεις. Το Destinazione Errata κινείται και αυτό σε παρόμοιο έδαφος;
«Το Destinazione errata κινείται θεματικά κοντά στα Κορδόνια. Ωστόσο, Τα κορδόνια έχουν ως αφετηρία μια συζυγική κρίση ενός ζευγαριού της δεκαετίας του ’60, όταν στην Ιταλία δεν υπήρχε το διαζύγιο και ο γάμος θεωρούνταν, κατά κανόνα, μια οριστική επιλογή. Αντίθετα, αυτό το βιβλίο μιλάει για ζευγάρια της σημερινής εποχής, ηλικίας κάτω των σαράντα».
Στο Destinazione errata όλα αρχίζουν να ανατρέπονται από ένα λάθος μήνυμα/SMS, ένα «Σ’ αγαπώ». Αυτή η φράση προκαλεί αλυσιδωτές συνέπειες. Η δική μας εποχή, ως προς τις οικογενειακές/διαπροσωπικές/ερωτικές σχέσεις, έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που να έχετε διακρίνει και σκεφτεί όλα αυτά τα χρόνια που γράφετε; Το πλαίσιο σήμερα είναι αλλιώς. Ομως, άραγε το πλαίσιο επηρεάζει αυτά που διαχρονικά κάνουν τους ανθρώπους να αγωνιούν;
«Το ζευγάρι είναι κατά κάποιον τρόπο η σύνθεση όλων των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε στη συμβίωση. Κάθε άτομο είναι εκ φύσεως απομονωμένο και έχει την επιτακτική ανάγκη να συνδεθεί με τους άλλους. Επιθυμεί να βγει από τον εαυτό του και από μια μόνιμη κατάσταση συναγερμού, να εμπιστευτεί, να ανοιχτεί, να στηριχθεί σε ένα άτομο, σε μια κοινότητα. Σε αυτή την υπέροχη κίνηση της προσέγγισης, θεμελιώδης είναι η αγάπη, η οποία είναι αρχικά ανάγκη για επαφή, και στη συνέχεια ανακάλυψη ότι μπορεί κανείς να αγαπά τον άλλον περισσότερο από τον εαυτό του.
Η αφήγηση του πώς ένα ζευγάρι σχηματίζεται και πώς, στη συνέχεια, οδηγείται ενδεχομένως σε κρίση είναι, κατά συνέπεια, και η αφήγηση του πώς γεννιέται και αποτυγχάνει μια θεμελιώδης εμπειρία της κοινής ζωής και, με την ευρύτερη έννοια, της κοινότητας. Αυτή, θα έλεγα, είναι η σταθερά. Οι διαφορές, ναι, φυσικά εξαρτώνται από το ιστορικό πλαίσιο, από τη διαμόρφωση των μεμονωμένων ατόμων κ.λπ. Αλλά ο πόνος, η απογοήτευση, η ταπείνωση, η βία αναπαράγονται πάντα, έστω και με διαφορετικές αντιδράσεις.
Εχω αφηγηθεί την ιστορία ενός ζευγαριού που συνδέθηκε τη δεκαετία του ’40 του 20ού αιώνα (Οδός Τζέμιτο), ενός άλλου τη δεκαετία του ’60 (Τα κορδόνια) και ενός σημερινού ζευγαριού (Destinazione errata). Ως αφηγητής, δεν με ενδιέφερε ποτέ να αφηγηθώ πρωτοποριακές εμπειρίες που παραβιάζουν τις συμβάσεις και αναζητούν νέες μορφές συμβίωσης. Με ενδιαφέρει, αντίθετα, η στιγμή κατά την οποία οι συμβάσεις που κρατούν ενωμένους δύο ανθρώπους αποδυναμώνονται σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο και οι εμπειρίες των λίγων διαδίδονται, επηρεάζοντας, μέσα από χιλιάδες αντιφάσεις, τους απλούς ανθρώπους».
Είναι τα εύθραστα αλλά ανθεκτικά ταυτόχρονα ζευγάρια, όπως τα συναντήσαμε στα Κορδόνια και τις Εκμυστηρεύσεις, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά οχήματα της λογοτεχνίας σας;
«Οχι, έχω γράψει ιστορίες διαφόρων ειδών. Αλλά σίγουρα στα βιβλία που αναφέρετε, και σε αυτό το τελευταίο, αυτό που κινεί την πλοκή είναι η ταραχώδης ζωή του ζευγαριού. Μέχρι πριν από λίγο καιρό ένας αποτυχημένος γάμος θεωρούνταν τραγωδία, αναζητούνταν λύσεις που θα μπορούσαν να επιλύσουν τα προβλήματα, τουλάχιστον τυπικά. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής εποχής μού φαίνεται το εξής: το ζευγάρι υπολογίζει εξαρχής το ενδεχόμενο μιας πιθανής κρίσης, η οποία, όταν ξεσπάει, εκδηλώνεται με τρόπο τόσο επιφανειακό όσο και ανεπανόρθωτο. Είναι το ίδιο το ζευγάρι που μου φαίνεται υπονομευμένο από τη ρίζα, σαν να έχει εξαντλήσει τη λειτουργία του».
Ποιον ρόλο έχει το βίωμα στη γραφή σας, πόσες δόσεις προσωπικής εμπειρίας προσθέτετε; Πόσο συχνά μεταπλάθετε ψήγματα των εμπειριών σας ή χτίζετε πάνω σε αυτά;
«Συνήθως αντλώ έμπνευση από μικρές εμπειρίες δικές μου ή άλλων. Μου χρησιμεύουν ως εφαλτήρια για να θέσω σε κίνηση τη φαντασία μου και να της δώσω υπόσταση. Χωρίς να πω ότι εγώ ο ίδιος πιστεύω πιο εύκολα στην ιστορία που επινοώ».
Μάριο Ντεζιάτι: «Η ταυτότητα είναι μια διαρκής ερμηνευτική διαδικασία»
Γνωστός στην Ελλάδα από τους «Ασυμβίβαστους», το βραβευμένο με βραβείο Strega μυθιστόρημά του, ο 49χρονος συγγραφέας εντοπίζει σημεία επαφής μεταξύ ιταλικής και ελληνικής λογοτεχνίας και μιλάει για τη διασύνδεση προσωπικού και συλλογικού.

Photo by Matteo Nardone / Pacific Press/Sipa USA
«Η Πούλια είναι μια μικρή Mitteleuropa της θάλασσας» είχατε πει σε συνέντευξή σας στο «Βήμα» το 2023. Είναι μια εύστοχη σκέψη γύρω από τις πολλές, ποικίλες και ενίοτε και αναπάντεχες διαστάσεις ενός τόπου. Πώς μπορεί να μεταφράσει η λογοτεχνία αυτή τη συνύπαρξη του τοπικού, του μεσογειακού και του ευρωπαϊκού χρώματος;
«Η λογοτεχνία συχνά συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση των καθορισμένων γεωγραφικών και πολιτισμικών κατηγοριών, αποκαθιστώντας τον πολυεπίπεδο και διαπερατό χαρακτήρα των τόπων.
Υπό αυτή την οπτική η Πούλια, η Απουλία στα ελληνικά, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας χώρος συμπύκνωσης, στον οποίο το τοπικό, το μεσογειακό και το ευρωπαϊκό στοιχείο δεν διαδέχονται απλώς το ένα το άλλο σε μια ακολουθία, αλλά συνυπάρχουν ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή, δημιουργώντας μια πολυπλοκότητα που υπερβαίνει κάθε μεμονωμένο ορισμό που βασίζεται στην ταυτότητα. Το μυθιστόρημα γίνεται η προνομιακή μορφή μέσω της οποίας αυτή η πολλαπλότητα μπορεί να καταστεί ορατή, εγγεγραμμένη τόσο στα τοπία όσο και στις δομές της ιστορικής μνήμης».
Παρατηρούσα το εξώφυλλο της ιταλικής έκδοσης του Malbianco. Το εικονογραφικό παιχνίδι με τη σκιά των κλαδιών του δέντρου στο έδαφος, που θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως οι ρίζες του, είναι μια ταιριαστή μεταφορά για τη μνήμη, την ταυτότητα και την αναζήτηση του παρελθόντος που στοιχειώνει τον κεντρικό χαρακτήρα;
«Αυτό που εμφανίζεται ως ίχνος μιας προέλευσης μπορεί, ταυτόχρονα, να ερμηνευθεί και ως παραμόρφωση ή προβολή της. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται ακριβώς στο εσωτερικό αυτής της έντασης, καθώς δεν αποκαθιστά ποτέ ένα ολοκληρωμένο παρελθόν, αλλά μάλλον αποκαλύπτει τη ριζική γνωσιολογική του αστάθεια. Η ταυτότητα, λοιπόν, αναδύεται εδώ όχι ως δεδομένη έκβαση, αλλά ως διαρκής ερμηνευτική διαδικασία – διαδικασία μάλιστα την οποία επαναδιαπραγματευόμαστε συνεχώς μέσα από τις μεταβαλλόμενες μορφές της μνήμης».
Στο Μalbianco το σώμα μοιάζει να βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης, καθώς ο βασικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος εμφανίζει διάφορα συμπτώματα που σχετίζονται με την κληρονομικότητα και το οικογενειακό του παρελθόν, την ιστορία της οικογένειάς του. Σε ποιον βαθμό, νομίζετε, μπορούμε να δούμε εδώ και ένα συλλογικό επίπεδο, πέραν του ατομικού;
«Στο μυθιστόρημα, το σώμα λειτουργεί ως ένα ευαίσθητο και αδιαφανές αρχείο, στο οποίο αποθηκεύονται ίχνη της οικογενειακής και κοινωνικής ιστορίας, εκτός των δομών της διαλεκτικής συνείδησης.
Τα λιποθυμικά επεισόδια του πρωταγωνιστή δεν μπορούν να περιοριστούν σε μια κλινική ή αμιγώς ατομική κατάσταση· αντίθετα, εμφανίζονται ως εκδηλώσεις μιας ευρύτερης ασυνέχειας που επηρεάζει την ίδια την υποκείμενη δομή της σύγχρονης εμπειρίας. Υπό αυτή την έννοια, η διασύνδεση μεταξύ του προσωπικού και του συλλογικού υφίσταται σε δομικό επίπεδο».
Ιταλία και Ελλάδα είναι γειτονικές χώρες στον χάρτη της Ευρώπης. Ισχύει το ίδιο για την ιταλική και την ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν δίκτυα επικοινωνίας, ανταλλαγές, σημεία επαφής, κοινές θεματικές, συγγένειες μεταξύ των λογοτεχνών και των ιδεών που εκφράζουν;
«Υπάρχει ένα πολύπλοκο και διαλείπον δίκτυο ανταλλαγών, μεταφράσεων και αντηχήσεων που διατρέχει και τις δύο παραδόσεις. Αυτή η σχέση εκδηλώνεται συχνότερα κυρίως μέσω θεματικών συστάδων, συμβολικών αναφορών και κοινών μεσογειακών διαμορφώσεων, παρά μέσω ενός συνεχούς ή συστηματικού διαλόγου.
Ενα παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου Η Κασσάνδρα και ο λύκος, το οποίο διάβασα πριν από είκοσι πέντε χρόνια και το οποίο αποδομεί ολοκληρωτικά κάθε σταθερή έννοια της οικογένειας και των ορίων της. Συναντήσεις αυτού του είδους μπορεί να μην είναι συστηματικές, αλλά αφήνουν διαρκή ίχνη – σημεία όπου οι δύο λογοτεχνικές παραδόσεις έρχονται σε επαφή και φωτίζουν η μία την άλλη».
Φαμπρίτσιο Σινίζι: «Η πράξη τού να ζεις εμπεριέχει μια πράξη πίστης»
Θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πλέον πεζογράφος με το μυθιστόρημα «Il prodigio», ο 39χρονος λογοτέχνης μιλά για την κοινωνία, τη θρησκεία, το αίνιγμα της πραγματικότητας.

Ποιοι είναι οι θεατρικοί συγγραφείς που σας ενέπνευσαν να γίνετε κι εσείς ένας από αυτούς που υπήρξαν τα πρότυπά σας;
«Σίγουρα, ως ιταλός συγγραφέας που ασχολείται τόσο με το θέατρο όσο και με τη μυθοπλασία, το μεγαλύτερο σημείο αναφοράς μου είναι ο Λουίτζι Πιραντέλο. Από εκεί και πέρα ακολουθούν ο Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ και ο Πιερ Πάολο Παζολίνι. Από τους σύγχρονους, ο Πέτερ Χάντκε, ο Ντον Ντελίλο και – αν και δεν είναι θεατρική συγγραφέας – η Μάργκαρετ Ατγουντ».
Πώς είναι για έναν δραματουργό το άλμα από ένα λογοτεχνικό είδος που γνωρίζει καλά, το θεατρικό έργο, σε ένα άλλο; Πώς βιώσατε, με άλλα λόγια, τη μετάβαση στο πρώτο σας μυθιστόρημα;
«Πρώτα απ’ όλα, με μια μεγάλη αίσθηση ελευθερίας: το μυθιστόρημα επιτρέπει σκηνές με πλήθος, εμφανίσεις, μεγάλες ομαδικές εικόνες που στο θέατρο δεν θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν. Στο θέατρο, οι ιστορίες πρέπει να είναι λίγες, στοιχειώδεις· το θέατρο είναι σαν να βλέπουμε μια πλάκα μικροσκοπίου που περιορίζει τα πάντα σε κάτι πρωταρχικό, απόλυτο.
Και έπειτα, ο συνομιλητής είναι διαφορετικός: στο θέατρο μιλάμε σε ένα πλήθος, σε μια συλλογικότητα, ο ηθοποιός απευθύνεται στην “πόλιν”. Σε ένα μυθιστόρημα – ακόμα κι αν το διαβάζουν χιλιάδες άνθρωποι – μιλάμε πάντα σε έναν και μόνο αναγνώστη, η σχέση είναι πολύ πιο οικεία, πιο προσωπική».
Το εστιακό σημείο της πλοκής του «Il prodigio», η εμφάνιση ενός προσώπου στον ουρανό μιας μεγάλης ιταλικής πόλης, θυμίζει επιστημονική φαντασία. Πώς αυτό το λογοτεχνικό τέχνασμα γίνεται η βάση για να αποδώσετε (και να ανατάμετε) τη σημερινή κοινωνία;
«Το “Πρόσωπο στον ουρανό” γίνεται ένας καθρέφτης στον οποίο ο καθένας αντανακλά τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, τους φόβους του, τις ορμές του, που στις “συνήθεις συνθήκες της πραγματικότητας” παραμένουν πάντα καταπιεσμένες.
Το “Πρόσωπο” προκαλεί αναταραχή, και αυτό επιτρέπει την απελευθέρωση κάτι απωθημένου, ναι, αλλά όχι απίθανου: εμφανίζεται αυτό που είναι πραγματικά η κοινωνία, ένας άγριος τόπος, που αναζητεί απαντήσεις, εύθραυστος και βίαιος όταν δεν τις λαμβάνει.
Για εμένα το “επιστημονικοφανταστικό” στοιχείο είναι απλώς ένα τέχνασμα που χρησιμεύει για να ξεσπάσει αυτή η αντίδραση της αλήθειας, της αποκάλυψης, μέσω της οποίας η κοινωνία γίνεται πιο διαφανής, οι μηχανισμοί της πιο ορατοί. Στις κατακλυσμιαίες καταστάσεις τα πράγματα γίνονται πιο τρομακτικά, αλλά και πιο ξεκάθαρα».
Αναρωτιέμαι πώς σκέφτεστε για ένα βασικό ζήτημα που θέτει το βιβλίο σας: την πίστη. Αραγε είναι ένα ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό καθαρά, που ξεπερνά τη θρησκεία; Δεν γίνεται να ΜΗΝ πιστεύουμε σε κάτι; Και επίσης, εσείς, σε τι πιστεύετε σήμερα;
«Πιστεύω ότι όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση, έχουν μια θρησκεία. Ισως δεν είναι μια ομολογιακή ή θεσμική θρησκεία, αλλά ο καθένας από εμάς, για να ζήσει, αναζητεί και αναρωτιέται για έναν θεό. Η ίδια η πράξη του να ζεις, του να επιλέγεις να συνεχίζεις να ζεις κάθε μέρα, εμπεριέχει μια πράξη πίστης: μια πίστη όχι ως αφοσίωση, αλλά ως ένα μυστηριώδες στοίχημα με την πραγματικότητα.
Ναι, είναι αδύνατο να μην πιστεύεις σε τίποτα· είμαστε πάντα θρήσκοι απέναντι σε κάτι, έστω και αν είναι το χρήμα, το σεξ, ο έρωτας, η υγεία, τα παιδιά μας ή η ελεύθερη αγορά. Ο καθένας θα έπρεπε να αναρωτηθεί: ποιος είναι ο θεός μου, ποιοι είναι οι θεοί μου;
Εγώ πιστεύω στη δύναμη της τέχνης, της ομορφιάς· πιστεύω στη λυτρωτική αξία της εργασίας· πιστεύω στον έρωτα ως δύναμη βελτίωσης των ανθρώπων· πιστεύω στους ανθρώπους που αγαπώ. Πιστεύω ότι η πραγματικότητα είναι ένα αίνιγμα που η επιστήμη απέχει ακόμη πάρα πολύ από το να έχει εξαντλήσει, και γι’ αυτό ίσως πάνω απ’ όλα πιστεύω στο μυστήριο, στο σκοτάδι».
