«Καμπανάκι» από τον ΟΟΣΑ για τον διαδικτυακό εκφοβισμό

Τι δείχνουν οι μελέτες για την προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης

«Καμπανάκι» από τον ΟΟΣΑ για τον διαδικτυακό εκφοβισμό

Το ζήτημα των επιπτώσεων της ψηφιακής επικοινωνίας στα παιδιά έχει τεθεί ήδη από τα πρώιμα στάδια ανάπτυξης του Διαδικτύου. Η συζήτηση εντείνεται καθώς, ολοένα και περισσότερο, τα αποτελέσματα των αρνητικών συνεπειών γίνονται εμφανή, απαιτώντας την αντιμετώπισή τους. Είναι ο τρόπος για την απρόσκοπτη υποδοχή των θετικών στοιχείων της ψηφιακής εποχής. Τα στοιχεία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων η Έκθεση για την Ψηφιακή Οικονομία του ΟΟΣΑ (2024, τ. Α΄) για τις ψυχολογικές συνέπειες της ψηφιακής επικοινωνίας στους ανηλίκους σκιαγραφούν με σαφήνεια την έκταση του προβλήματος. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός αναγνωρίζεται διεθνώς ως σημαντικός κίνδυνος για την ψυχική υγεία των νέων, επισημαίνει ο ΟΟΣΑ. Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά ενώ η διάδοση περιεχομένου στο ψηφιακό περιβάλλον ενισχύει την αίσθηση συνεχούς έκθεσης του θύματος. Προκαλεί μειωμένη ικανοποίηση από τη ζωή, κατάθλιψη και ψυχολογική δυσφορία. Μάλιστα, ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι η επίδρασή του μπορεί να είναι ισχυρότερη από εκείνη του παραδοσιακού εκφοβισμού.

Σύμφωνα με την έρευνα, σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ ο διαδικτυακός εκφοβισμός έχει αυξηθεί. «Οι διαδικτυακοί και οι εκτός Διαδικτύου κίνδυνοι είναι αλληλένδετοι. Αρνητικές συμπεριφορές στον φυσικό κόσμο, όπως η επιθετικότητα, ο εκφοβισμός και η παρενόχληση, φαίνεται να μεταφέρονται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Δεδομένα της έρευνας HBSC του ΠΟΥ για τα έτη 2017-2018, που αφορούν παιδιά ηλικίας 11, 13 και 15 ετών, δείχνουν ότι χώρες με υψηλά ποσοστά εκφοβισμού, όπως η Λιθουανία, η Λετονία και η Τουρκία, εμφανίζουν επίσης σχετικά υψηλά ποσοστά διαδικτυακού εκφοβισμού». Το ποσοστό των κοριτσιών που δήλωσαν ότι υπήρξαν θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού τουλάχιστον μία φορά τους τελευταίους μήνες ήταν σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των αγοριών σε περισσότερες από τις μισές χώρες και περιφέρειες που εξετάστηκαν την περίοδο 2021-2022. Στις χώρες του ΟΟΣΑ όπου τα κορίτσια πλήττονται περισσότερο, η διαφορά κυμαίνεται από σχεδόν 1 ποσοστιαία μονάδα στη Νορβηγία έως λίγο πάνω από 6 ποσοστιαίες μονάδες στη Γαλλία. Τα αγόρια είναι πιο πιθανό από τα κορίτσια να εκφοβίζουν άλλους στο Διαδίκτυο. Κατά μέσο όρο, το 14% των αγοριών ηλικίας 11, 13 και 15 ετών την περίοδο 2021-2022 δήλωσε ότι είχε προβεί σε διαδικτυακό εκφοβισμό τουλάχιστον μία φορά τους τελευταίους μήνες, σε σύγκριση με το 9% των κοριτσιών.

Καθώς η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει γίνει κεντρική στην καθημερινότητα, επισημαίνεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ, η προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (PSMU) αναδεικνύεται σε σημαντικό ζήτημα και βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Ένας χρήστης θεωρείται προβληματικός όταν η ενασχόλησή του είναι έντονη, ο ίδιος διακατέχεται από ανάγκη διαφυγής, αποκρύπτει τη χρήση, παραμελεί άλλες δραστηριότητες και οι σχέσεις του γίνονται συγκρουσιακές λόγω των social media. Η PSMU συνδέεται με συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής, διαταραχές ύπνου, κατάθλιψη, άγχος και στρες αλλά και αίσθηση κοινωνικού αποκλεισμού στους νέους. Παράγοντες όπως ο φόβος απώλειας ψηφιακών εμπειριών (fear of missing out) φαίνεται να ενισχύουν τη χρήση αυτή, εντείνοντας τον φαύλο κύκλο εξάρτησης, την ίδια ώρα που χάνονται οι πραγματικές εμπειρίες από την εμβύθιση στον ψηφιακό κόσμο. Τα κορίτσια είναι πιο πιθανό από τα αγόρια να εμφανίζουν προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Την περίοδο 2021-2022, το ποσοστό των κοριτσιών που εντοπίστηκαν ως προβληματικοί χρήστες ήταν σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των αγοριών σχεδόν στο 80% των χωρών και περιφερειών που αναλύθηκαν, ενώ το χάσμα μεταξύ των φύλων στην προβληματική χρήση διευρύνεται. Συγκεκριμένα, την περίοδο 2017-2018 η μέση διαφορά μεταξύ κοριτσιών και αγοριών ανερχόταν σε 1,5 ποσοστιαία μονάδα, ενώ την περίοδο 2021-2022 αυξήθηκε στις 5 ποσοστιαίες μονάδες.

Η ηλικία φαίνεται επίσης να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κορίτσια και αγόρια βιώνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα κορίτσια είναι πιο πιθανό να εμφανίζουν προβληματική χρήση όσο μπαίνουν στην εφηβεία. Συγκεκριμένα, το ποσοστό της προβληματικής χρήσης αυξήθηκε από 5% στην ηλικία των 11 ετών σε 10% στην ηλικία των 15 ετών στα κορίτσια, ενώ στα αγόρια το αντίστοιχο ποσοστό παρέμεινε σχετικά σταθερό (6% και 7% αντίστοιχα). Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από τα ευρήματα του Ευρωβαρομέτρου «Social Media 2025», τα οποία αποτυπώνουν τον κεντρικό ρόλο των ψηφιακών πλατφορμών στην καθημερινότητα των νέων: για τους ηλικίας 15-24 ετών, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν την κύρια πηγή πληροφόρησης σε ποσοστό 65%, ενώ το 74% δηλώνει ότι ακολουθεί influencers ή δημιουργούς περιεχομένου.

Είναι σαφές ότι η ψηφιακή εμπειρία των παιδιών είναι μέρος της καθημερινότητάς τους, επηρεάζει τη συμπεριφορά τους, αλλά και την ψυχική τους υγεία. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι αναγκαία η εφαρμογή των ρυθμίσεων που επιτρέπουν την ασφαλή και ισορροπημένη συνύπαρξη των παιδιών με τα ψηφιακά μέσα, κυρίως από την πλευρά των πλατφορμών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαΐου 2026.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version