Η Μαρινέλλα, η θρυλική ντίβα της ελληνικής μουσικής, έφυγε από τη ζωή στα 87 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια ανεκτίμητη κληρονομιά και έναν αδιαμφισβήτητο θρύλο που σφράγισε το ελληνικό πεντάγραμμο για σχεδόν επτά δεκαετίες. Το όνομά της έγινε συνώνυμο με την ποιότητα και την πρωτοπορία στο λαϊκό αλλά και το ποπ τραγούδι, ενώ η επιρροή της εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τη σκηνή, αγγίζοντας τον πολιτισμό, τις κοινωνικές ταυτότητες και την ποπ κουλτούρα της χώρας.
Τα πρώτα βήματα της Μαρινέλλας στη μουσική ήταν το θεμέλιο για τη λαμπρή καριέρα που θα ακολουθούσε. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη στις 17 Μαϊου 1938 ως Κυριακή Παπαδοπούλου, ξεκίνησε να δείχνει το ταλέντο της από πολύ μικρή ηλικία. Από τεσσάρων ετών, συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή "Παιδική ώρα" στην οποία έτυχε να τραγουδήσει ένα κομμάτι του Schubert. Στα 12 διαφήμιζε τα καταστήματα "Melka" της Θεσσαλονίκης. Μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια από την Πόλη (οι γονείς της ζούσαν εκεί πριν γεννηθεί), η μουσική ήταν πάντα παρούσα στη ζωή της, με τον πατέρα της να μαθαίνει στα παιδιά του να χορεύουν τάνγκο και βαλς. Ωστόσο, η δική της καλλιτεχνική αναζήτηση ξεκίνησε στον κόσμο του θεάτρου.
Στα 17 της, ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Δίπλα της, οι ανερχόμενοι τότε ηθοποιοί Κώστας Βουτσάς και Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου. Κάποιο βράδυ, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα που ήξερε απ' έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε. Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο αλλά και το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής. Η αρχή είχε γίνει: το ίδιο βράδυ έγινε η βασική τραγουδίστρια του θιάσου. Αυτή η πρώιμη εμπειρία στη σκηνή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα θεατρική της προσέγγιση στο τραγούδι.




