Από την κρίση και μετά, η αποχή στις εκλογές έχει αυξηθεί. Κατά μέσο όρο ξεπερνά το 40%, ενώ τον Ιούνιο του 2023 σημείωσε ρεκόρ (46,3%). Έναν χρόνο αργότερα στις Ευρωεκλογές κατέγραψε επίσης ρεκόρ (58,8%).
Το ερώτημα είναι αν η τάση αυτή συνεχιστεί επηρεάζοντας τις κάλπες του 2027.
Πρώτα τα δεδομένα.
Από τις εκλογές απέχουν κυρίως οι νεότεροι και οι φτωχότεροι που έχουν χάσει επιπλέον την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς. Συμβαίνει άλλωστε παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα.
Μία εξήγηση σχετίζεται με την οικονομία. Σε εποχές συνεχών κρίσεων, όσοι πλήττονται περισσότερο, απογοητεύονται και περισσότερο. Έτσι γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική καθώς αισθάνονται πως η ψήφος δεν έχει πλέον σημασία.
Μια δεύτερη εξήγηση αφορά στην απουσία εναλλακτικής. Όταν οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν μεταξύ διακριτών πολιτικών προτάσεων τότε έχουν μεγαλύτερο κίνητρο προσέλευσης στην κάλπη. Ιδίως σε συνθήκες πόλωσης. Όπως συνέβη για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ και τη Γερμανία.
Ακόμα και στην Ελλάδα, από το 2012 ως τον Ιανουάριο 2015, η αποχή ήταν κάτω του 40%. Μετά τη συναίνεση στα μνημόνια αυξήθηκε περαιτέρω και διατηρήθηκε εν πολλοίς σε υψηλότερα επίπεδα. Όταν οι πολιτικές διαφορές μικραίνουν, τότε τα κίνητρα μειώνονται και αρκετοί προτιμούν να απέχουν.
Σήμερα οι συνθήκες είναι πιο σύνθετες.
Από τη μία πλευρά, η οικονομία έχει επιστρέψει από καιρό στην ανάπτυξη. Η ανεργία πέφτει και οι μισθοί αυξάνονται. Συνολικά οι ευκαιρίες δείχνουν περισσότερες.
Από την άλλη όμως το κόστος ζωής παραμένει βραχνάς με συνέπεια να επικρατεί δυσφορία και απαισιοδοξία. Σύμφωνα με τις Τάσεις της MRB, οι θετικές γνώμες για την κατάσταση και την προοπτική της οικονομίας είναι κάτω του 20% (9/6). Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, παρότι διαχρονικά χαμηλή, είναι πλέον χαμηλότερη. Παράλληλα η κυβέρνηση έχει υποστεί φθορά αλλά η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη. Ο δικομματισμός άλλωστε μετά το 2023 έχει εκλείψει. Εφόσον δεν υπάρχουν για την ώρα ισοδύναμοι πόλοι, δεν υφίσταται και πόλωση.
Παρατηρείται βεβαίως όξυνση της αντιπαράθεσης και κατά καιρούς ρητορική ένταση. Χωρίς όμως ακόμα πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε ένα περιβάλλον οικονομικής πίεσης, κοινωνικής απογοήτευσης, πολιτικής δυσπιστίας και απουσίας δικομματισμού, και εφόσον αυτό διατηρηθεί ως τις εκλογές, μοιάζει δύσκολο να μειωθεί η αποχή. Αποτελεί συχνά άλλωστε και μια μορφή σιωπηρής διαμαρτυρίας.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ύψος και η σύνθεση της αποχής δεν επηρεάζουν απαραίτητα και το τελικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, η εντονότερη αποχή στους νέους και τα χαμηλά εισοδήματα, που ήταν προνομιακό κοινό για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέκοψε την εκλογική του άνοδο το 2012 και την επικράτηση το 2015. Ομοίως η αποχή-ρεκόρ στις βουλευτικές του Ιουνίου 2023 (και τις Ευρωπαϊκές 2024) δεν εμπόδισε την επανεκλογή της ΝΔ.
Η δημοκρατία παραμένει το πολίτευμα των παρόντων, οι επιλογές των οποίων επηρεάζονται περισσότερο από το πόσο διακριτές και αξιόπιστες είναι οι εναλλακτικές που τους προσφέρονται.
Κάτι το οποίο στο τέλος της ημέρας, ίσως προσελκύσει ξανά και εκείνους που απέχουν από τις κάλπες.
*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.
