Στις 24 Ιουλίου 1982, η ελληνική Βουλή ψήφισε την κατάργηση της ποινικής δίωξης της μοιχείας, βάζοντας τέλος σε ένα αδίκημα που για δεκαετίες μετέφερε τις συζυγικές συγκρούσεις από τον ιδιωτικό χώρο στα αστυνομικά τμήματα και στα ποινικά δικαστήρια.
Με τον νόμο 1272/1982 καταργήθηκε το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα. Οι εκκρεμείς δικογραφίες τέθηκαν στο αρχείο και οι καταδικαστικές αποφάσεις διαγράφηκαν από τα ποινικά μητρώα. Ο νόμος δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 20 Αυγούστου 1982.
Μέχρι τότε, η απιστία δεν αποτελούσε μόνο αιτία διάλυσης ενός γάμου. Μπορούσε να οδηγήσει σε μήνυση, αστυνομική επιχείρηση, σύλληψη με την αυτόφωρη διαδικασία και ποινή φυλάκισης.
Η προσπάθεια να αποδειχθεί η μοιχεία συνοδευόταν συχνά από παρακολουθήσεις, εισβολές σε σπίτια και ξενοδοχεία, ιδιωτικούς ντετέκτιβ και δημόσια διαπόμπευση.
Η αλλαγή, ωστόσο, δεν ήρθε αιφνιδιαστικά. Χρόνια πριν είχε αναπτυχθεί δημόσιος διάλογος γύρω από τις κοινωνικές συνέπειες της σχετικής διάταξης, ενώ είχαν διατυπωθεί έντονες αντιρρήσεις από νομικούς και κοινωνικούς φορείς.
Εκείνο που απέμενε ήταν η πολιτική απόφαση που θα μετέφερε τη μοιχεία από την αίθουσα του ποινικού δικαστηρίου στο πεδίο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
«Η μοιχεία παύει να αποτελεί ποινικό αδίκημα»
Ήδη από τις 5 Δεκεμβρίου 1981, λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, «ΤΟ ΒΗΜΑ» προανήγγελλε τη νομοθετική αλλαγή. Ο Ν. Κρίκης έγραφε:
«Το αμφιλεγόμενο αδίκημα της μοιχείας, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση ως ένα χρόνο, καταργείται. Καταργείται, επίσης, και το άρθρο 1363 του Αστικού Κώδικα που θεσπίζει τη μοιχεία σαν κώλυμα γάμου.
»Διατηρείται όμως η μοιχεία σαν λόγος διαζυγίου, που προβλέπεται από το άρθρο 1439 του Αστικού Κώδικα.
»Στόχος του μέτρου είναι η προστασία της οικογένειας από τη διαπόμπευση και τον διασυρμό που συνοδεύουν την τέλεση του αδικήματος, και το ακολουθούν όταν η μοιχεία φθάνει στα Ποινικά Δικαστήρια».
Το μέτρο ικανοποιούσε, επίσης, ένα πάγιο αίτημα του νομικού κόσμου και των γυναικείων οργανώσεων, ενώ παρουσιαζόταν ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας εκσυγχρονισμού της οικογενειακής νομοθεσίας, μαζί με την καθιέρωση του πολιτικού γάμου.
140 μηνύσεις μέσα σε μία εβδομάδα
Μετά την εξαγγελία της κατάργησης οι μηνύσεις για μοιχεία άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Οι σύζυγοι έσπευδαν να προλάβουν την αλλαγή του νόμου και να κινηθούν ποινικά εναντίον του ή της συντρόφου τους.
Ο Ν. Χασαπόπουλος έγραφε στο «ΒΗΜΑ» της 12ης Δεκεμβρίου 1981:
«Σπεύδουν τώρα, όσο ακόμη ισχύει ο “παλιός νόμος”, να μηνύσουν τους μοιχούς ή τους “κατά φαντασίαν μοιχούς”. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το φαινόμενο ότι από την ημέρα της εξαγγελίας, όλο και περισσότερες μηνύσεις κατατίθενται, κυρίως από τους συζύγους, για μοιχεία, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Μέσα σε μία μόνο εβδομάδα, κατατέθηκαν 140 τέτοιες μηνύσεις.
»Τόση μεγάλη είναι η σπουδή των συζύγων να καταδικάσουν τον ή την άπιστη, όσο ισχύει ακόμα ο νόμος, που καταθέτουν μηνύσεις απλώς και μόνο με την υποψία ότι τα ταίρια τους τούς απατούν».
Η εφημερίδα κατέγραφε ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
«Ένας Κυψελιώτης, π.χ., κατέθεσε μήνυση εναντίον της συζύγου του για μοιχεία επειδή είδε το αυτοκίνητό της παρκαρισμένο κοντά σε ξενοδοχείο όπου συχνάζουν ζευγαράκια. Ούτε καν ρώτησε αν η γυναίκα του βρισκόταν στο ξενοδοχείο.
»Ένας άλλος υπέβαλε μήνυση για μοιχεία εναντίον της γυναίκας του επειδή την είδε σε ένα αυτοκίνητο με άγνωστό του και ένας τρίτος υπέβαλε μήνυση εναντίον της γυναίκας του για μοιχεία, γιατί δεν τη βρήκε μέσα στο ξενοδοχείο, όπου υποψιαζόταν ότι είχε πάει, και νόμιζε ότι την ειδοποίησε ο ξενοδόχος να φύγει. Η μήνυση εναντίον του ξενοδόχου ήταν για… υπόθαλψη εγκληματία!»
Την ίδια στιγμή, οι κατηγορούμενοι σε εκκρεμείς υποθέσεις ζητούσαν αναβολές, ελπίζοντας ότι μέχρι την επόμενη δικάσιμο η μοιχεία θα είχε πάψει να αποτελεί ποινικό αδίκημα.
Οι ντετέκτιβ και οι συλλήψεις με τα σεντόνια
Η ποινικοποίηση της μοιχείας είχε δημιουργήσει μια ολόκληρη «βιομηχανία» παρακολούθησης. Ιδιωτικοί ντετέκτιβ αναλάμβαναν να εντοπίσουν τον ύποπτο σύζυγο, να συγκεντρώσουν στοιχεία και να οργανώσουν τη σύλληψή του επ’ αυτοφώρω.
Στις 25 Ιουλίου 1982, μία ημέρα μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, «ΤΟ ΒΗΜΑ» παρουσίαζε τα «προβλήματα» που δημιουργούσε η αποποινικοποίηση στους ιδιωτικούς ερευνητές:
«Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς τις μοιχείες; […] Οι παρακολουθήσεις συζύγων που έπασχαν για λογαριασμό συζύγων που υποπτεύονταν ήταν το ψωμί των ντετέκτιβ. Όλο το πρόβλημα ήταν να εντοπισθεί ο τόπος της απιστίας για να εισβάλουν με τη συνδρομή της αστυνομίας οι ντετέκτιβ και ο είτε η σύζυγος που ήθελε απτά πιστήρια για να βγάλει το διαζύγιο εις βάρος του άλλου.
»Η μοιχεία όμως παύει να είναι ποινικόν αδίκημα κι έτσι […] ο ντετέκτιβ, που θα σπάσει μια πόρτα για να πιάσει τους μοιχευόμενους επ’ αυτοφώρω, θα διαπράττει εκείνος αδίκημα και ο μοιχευόμενος θα βρίσκεται σε νόμιμη άμυνα αν αντισταθεί στην εισβολή του ντετέκτιβ κι αντιδράσει κατά τρόπο βίαιο. […]
»Ως τώρα η μοιχεία για ν’ αποδειχθεί στα σίγουρα έπρεπε να συνοδεύεται και από διαπόμπευση. Να συλληφθούν δηλαδή οι δύο γυμνοί ή ημίγυμνοι να τυλιχθούν μ’ ένα σεντόνι κι μεταφερθούν στο αστυνομικό τμήμα κλπ. Αλλιώς το ότι είχε ή όχι διαπραχθεί μοιχεία ήταν στην κρίση του δικαστηρίου.
»Τώρα που η μεταφορά στο Τμήμα αποκλείεται αφού το αδίκημα δεν είναι πια ποινικό η μοιχεία θα πρέπει ν’ αποδειχθεί με μαρτυρίες. Έτσι θα επαφίεται αποκλειστικά στην κρίση του δικαστή που θα αποφασίσει για την αίτηση διαζυγίου να δεχθεί αν έγινε ή όχι μοιχεία κι αν θα πρέπει ή όχι να εκδοθεί το διαζύγιο εις βάρος του ενός με αυτήν την αιτία».

Συγκέντρωση ιερέων σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον νόμο που καταργούσε την ποινική δίωξη της μοιχείας.
«Η καταρράκωση κάθε έννοιας αξιοπρέπειας»
Η συζήτηση που ακολούθησε την κατάργηση αποκάλυπτε ένα βαθύτερο ζήτημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας:
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 8ης Αυγούστου 1982 παρέθετε τη μαρτυρία ενός δικηγόρου που περιέγραφε περίπτωση πελάτη του, ο οποίος βρισκόταν ήδη σε διάσταση όταν η σύζυγός του εισέβαλε στο σπίτι μαζί με ιδιωτικό ντετέκτιβ:
« “Μου έρχεται στο νου περίπτωση πελάτη μου που είχε συλληφθεί για μοιχεία – και μάλιστα ενώ βρισκόταν καιρό σε διάσταση. Όρμησε στο σπίτι του η γυναίκα του μαζί με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ ο οποίος τον κακοποίησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποστεί εξάρθρωση ωμοπλάτης, ενώ τον κράτησε διά της βίας μέχρι να έρθει η αστυνομία. Φαίνεται ότι στην αμοιβή, εκτός από την επ’ αυτοφώρω σύλληψη, περιλαμβανόταν και ο ξυλοδαρμός”».
Η έμφυλη ανισότητα
Η εφημερίδα σημείωνε ότι η ιστορική καταγωγή του αδικήματος ήταν βαθιά άνιση. Για αιώνες, μοιχεία θεωρούνταν κυρίως η απιστία της παντρεμένης γυναίκας, επειδή εκείνη αντιμετωπιζόταν ως ιδιοκτησία του συζύγου και ως εγγύηση της νόμιμης διαδοχής του. Ακόμη και όταν ο νόμος επεκτάθηκε τυπικά και στους άνδρες, η εφαρμογή του παρέμεινε άνιση:
«Η μοιχεία για πολλούς αιώνες υπήρξε έγκλημα μόνο για την παντρεμένη γυναίκα και το συνεργό της γιατί η γυναίκα αποτελούσε ιδιοκτησία του συζύγου και του εξασφάλιζε τη νόμιμη διαδοχή. Γι’ αυτό και στο Μεσαίωνα έχουμε μόνο διαπομπεύσεις γυναικών – οι μοιχαλίδες υποχρεώνονταν να τριγυρνούν γυμνές στους δρόμους, καβάλα σ’ ένα γάιδαρο.
«Κάποια στιγμή, όταν άρχισε η διαδικασία μιας στοιχειώδους εξίσωσης ανάμεσα στα δύο φύλα, ο νομοθέτης πρόβλεψε ότι και ο άντρας μπορεί να είναι δράστης μοιχείας. Αλλά, τουλάχιστον για δύο αιτίες, ο νόμος παρέμεινε ανεφάρμοστος, στα χαρτιά. Οι πρώτες καταδίκες ανδρών για μοιχεία, και αυτές σποραδικά, χρονολογούνται από το τέλος του περασμένου αιώνα».
Τα στοιχεία που παρατίθενταν τότε αποκάλυπταν ότι την πενταετία 1976-1980 είχαν καταδικαστεί για μοιχεία 59 άνδρες και 212 γυναίκες.
Η κατάργηση της ποινικής δίωξης δεν σήμαινε ότι η μοιχεία έπαψε να έχει συνέπειες για έναν γάμο. Σήμαινε, όμως, ότι το κράτος δε θα επιχειρούσε πλέον να επιβάλει τη συζυγική πίστη με συλλήψεις, διαπομπεύσεις και φυλακίσεις. Ταυτόχρονα, έβαλε τέλος σε έναν αναχρονιστικό θεσμό που, παρά την τυπική ισότητα, έπληττε κυρίως τις γυναίκες, αποτελώντας έτσι ένα ακόμη βήμα προς τη γυναικεία χειραφέτηση και την ουσιαστική ισότητα των φύλων.
