«Γουώκμαν στη διαπασών»: Η μικρή συσκευή που έφερε επανάσταση στην ακρόαση μουσικής

Από την πρώτη κυκλοφορία του στο Τόκιο το 1979 έως την παγκόσμια επιτυχία του, το Walkman έβαλε τη μουσική στην τσέπη μας και άλλαξε τη σχέση μας με τον δημόσιο χώρο και την καθημερινή ζωή.

«Γουώκμαν στη διαπασών»: Η μικρή συσκευή που έφερε επανάσταση στην ακρόαση μουσικής

«Kαλοκαίρι, κατακαλόκαιρο. Ήλιος καυτός. Παραλία ειδυλλιακή και θάλασσα προκλητική. Κι εσείς, επιτέλους αδειούχοι, είστε ξαπλωμένοι νωχελικά στη μέση όλης αυτής της καλοκαιρινής μαγείας, ησυχίας και ευτυχίας. Στην τσάντα σας βρίσκεται το καπέλο και το αντηλιακό σας, ένα βιβλίο και δύο περιοδικά, το ρολόι, το παρεό σας και ένα μπουκάλι δροσιστικό, παγωμένο νερό…

»Εσείς, όμως, δυσανασχετείτε. Γιατί, αυτό λείπει. Αυτό, που είναι ο ίδιος ο παλμός της ζωής. Τουτέστιν, η μουσική του καλοκαιριού. Που, πολύ απτά, μεταφράζεται σε μία λέξη: γουόκμαν…»

Έτσι ξεκινούσε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» της 14ης Αυγούστου 1998, όταν το Walkman είχε ενσωματωθεί πλήρως στην καθημερινότητα και είχε συνδεθεί ιδιαίτερα με το καλοκαίρι, τις διακοπές και την παραλία. Στα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του, βέβαια, είχε αποκληθεί ακόμη και «διαβολικό» μηχάνημα και αποτελούσε είτε αξιοπερίεργο θέαμα είτε προνόμιο λίγων.

Την 1η Ιουλίου 1979 εμφανίστηκε στα καταστήματα του Τόκιο το TPS-L2, το πρώτο φορητό στερεοφωνικό κασετόφωνο της Sony που θα γινόταν γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο ως «Walkman». Μικρό, μπλε και ασημί, λειτουργούσε με μπαταρίες και συνοδευόταν από ελαφριά ακουστικά. Δεν ηχογραφούσε· απλώς έπαιζε μουσική. Κι όμως, αυτή η φαινομενικά απλή λειτουργία ήταν αρκετή για να δημιουργήσει μια εντελώς νέα αγορά, αλλά και έναν νέο τρόπο ζωής.

Η ιδέα που γεννήθηκε στα αεροπορικά ταξίδια

Η έμπνευση για την κατασκευή του συνδέθηκε με την επιθυμία των ιδρυτών της Sony, Μασάρου Ιμπούκα και Άκιο Μορίτα, να μπορούν να ακούν στερεοφωνική μουσική κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους.

Στις 22 Αυγούστου 1995, «ΤΑ ΝΕΑ» δημοσίευσαν ρεπορτάζ της Εύης Ελευθεριάδου για τις «έξι εφευρέσεις του αιώνα». Μαζί με το αεροζόλ, το CD, το τζάμπο τζετ, το στιλό Bic και το Mini Cooper, το Walkman συμπεριλαμβανόταν στις εφευρέσεις που, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα «Independent», είχαν αλλάξει τον κόσμο:

«Είναι αλήθεια ότι “ο άνθρωπος που περπατάει” (Walkman στα ελληνικά) είναι τίτλος παραπλανητικός, αφού δημιουργήθηκε αρχικά για τον άνθρωπο που ταξιδεύει συχνά με το αεροπλάνο […] Ηθικός αυτουργός του νέου προϊόντος, ο Άκιο Μορίτα, πρόεδρος της Σόνυ, που λόγω της θέσης του βρισκόταν συνεχώς μέσα σε ένα αεροπλάνο και… βαριόταν αφόρητα. Έδωσε λοιπόν, εντολή στους υπαλλήλους του να κατασκευάσουν ένα μικρό ραδιοκασετόφωνο με ήχο υψηλής πιστότητας που να μπορεί να βάζει στην τσέπη του».

Μια «κινούμενη ορχήστρα» στους δρόμους

Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το Walkman είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του και στην Αθήνα. Στις 21 Ιουνίου 1981, ο Στ. Γ. Κασιμάτης αναρωτιόταν στο «ΒΗΜΑ» αν πίσω από τη νέα συνήθεια κρυβόταν η μοναξιά, η ανία ή απλώς η μόδα:

«Ό,τι απ’ όλα κι αν είναι, όλο και πιο πολλοί νέοι άνθρωποι βρίσκουν καταφυγή στην “κινούμενη ορχήστρα” τους – στο “μίνι” στερεοφωνικό συγκρότημά τους, που παίζει μόνο γι’ αυτούς τους σκοπούς που προτιμούν. “Γουώκμαν” – μια νέα “σύλληψη” των πολυεθνικών του ήχου. “Γουώκμαν” – ένας νέος τρόπος ζωής μήπως; Ό,τι κι αν είναι θα φανεί…»

Η «επικίνδυνη» συσκευή

Η εικόνα ενός ανθρώπου που περπατούσε στον δρόμο με ακουστικά στα αυτιά δεν ήταν ακόμη συνηθισμένη. Το Walkman δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως ακόμη μία ηλεκτρονική συσκευή, αλλά ως μια εντυπωσιακή και κάπως προκλητική καινοτομία. Για πρώτη φορά, κάποιος μπορούσε να κινείται μέσα στην πόλη, ακούγοντας τη δική του μουσική και δημιουργώντας έναν ιδιωτικό χώρο ήχου μέσα στο πλήθος:

«Είναι η νέα μόδα λοιπόν, που προτείνεται σαν “τρόπος ζωής” και μόνο οικονομικοί λόγοι εμποδίζουν την αστραπιαία της εξάπλωση και στην Ελλάδα, όπως στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Τόκιο ή τη Ρώμη, όπου οι άνθρωποι με τα ακουστικά στ’ αυτιά και το μικρό κασετόφωνο στο χέρι, έχουν γίνει πια ένα μέρος της καθημερινής πραγματικότητας της πόλης».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 21.6.1981, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Το δημοσίευμα παρατηρούσε ότι στην Αθήνα οι πρώτοι κάτοχοι του Walkman εντοπίζονταν κυρίως ανάμεσα στους νεότερους και οικονομικά πιο άνετους κατοίκους της πόλης:

«Τους συναντάς τις Κυριακές στο Σύνταγμα και στο Κολωνάκι, στις πλαζ του Σαρωνικού, στα στέκια-κλαμπ των βορείων προαστείων και σε άλλες κοσμικές γωνιές, οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Μέσα σε ανοιχτά σπορ αυτοκίνητα και πάνω σε μοτοσυκλέτες στην Ακαδημίας την ώρα της αιχμής».

Οι αντιδράσεις των περαστικών ήταν ανάμεικτες:

«Άλλοι από αυτούς το βρίσκουν “διασκεδαστικό”, άλλοι “αφελές”, μερικοί “ανόητο”, οι περισσότεροι το βρίσκουν “επικίνδυνο”».

Μικρό στις διαστάσεις, «αλμυρό» στην τιμή

Το πρώτο Walkman παρουσιαζόταν ως ένα μικρό τεχνολογικό θαύμα. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα:

«Είναι ένα κασετόφωνο που οι διαστάσεις του δεν ξεπερνούν τα 13 εκατοστά σε ύψος, τα οκτώ σε πλάτος και τα τρία περίπου σε πάχος, ενώ το βάρος του φτάνει τα 400 γραμμάρια, μαζί με τις μπαταρίες. Μια συσκευή ασήμαντων διαστάσεων, σε σύγκριση με τα πλήρη στερεοφωνικά συγκροτήματα. Ένα ζευγάρι ακουστικά μεταφέρει στον κάτοχό του όλη την πιστότητα του στερεοφωνικού ήχου».

Ο Στ. Γ Κασιμάτης κατέγραφε και την πρώτη εμπορική επιτυχία της συσκευής:

«Το “γουώκμαν” έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην αγορά του Τόκιο την πρώτη Ιουλίου του 1979, και ήταν πράγματι εντυπωσιακή. Μέσα σε ένα μήνα το πρώτο πειραματικό μοντέλο πούλησε 15.000 σετ, με ελάχιστη διαφήμιση.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η τιμή του ήταν απαγορευτική για τους περισσότερους. Το κόστος του ίδιου μοντέλου πλησίαζε τις 22.000 δραχμές, λόγω των υψηλών εισαγωγικών δασμών, ενώ οι συσκευές που κυκλοφορούσαν στην αγορά κόστιζαν από 15.000 έως 30.000 δραχμές:

«Φυσικά ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το ποσό αυτό, έστω κι αν το “γουώκμαν” είναι της μόδας […] Είναι ζήτημα αν στο διάστημα του ενός χρόνου που τα “γουώκμαν” κυκλοφορούν στην αγορά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, έχουν διατεθεί περισσότερα από 600 κομμάτια».

Από μόδα σε παγκόσμια επιτυχία

Δεκαπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου Walkman η Εύη Ελευθεριάδου έγραφε στα «ΝΕΑ» της 22ας Αυγούστου 1995:

«Το γουόκμαν ή προσωπικό στέρεο, έχει ήδη συμπληρώσει 15 χρόνια απόλυτα πετυχημένης ζωής, πουλώντας εκατομμύρια κομμάτια σε όλο τον κόσμο […]

»Από τότε βέβαια, χρησιμοποιείται γενικότερα ως όπλο κατά της ανίας, όπως από αυτόν που κάνει τζόγκινγκ, που δεν έχει κασετόφωνο στο αυτοκίνητο, που χάνει ώρες μέσα στο λεωφορείο κάθε ημέρα, που λατρεύει την ηλιοθεραπεία, που δεν θέλει να κοιμάται τις ώρες της κοινής ησυχίας κ.λπ».

Οι πωλητές της εταιρείας, όπως αναφερόταν, είχαν αρχικά αμφιβολίες. Πίστευαν ότι οι καταναλωτές δεν θα συνήθιζαν να φορούν ακουστικά και ότι μια συσκευή χωρίς ηχείο ή δυνατότητα ηχογράφησης δύσκολα θα γνώριζε επιτυχία. Η πραγματικότητα τούς διέψευσε:

«Ογδόντα πέντε μοντέλα αργότερα και 135 εκατομμύρια πωλήσεις μόνον από τη Σόνυ, το γουόκμαν έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής ανθρώπων σε όλο τον κόσμο – πολλοί από τους οποίους πράγματι… περπατούν στον δρόμο με τα ακουστικά στα αυτιά.

Τρεις γενιές γουόκμαν

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το Walkman είχε ξεφύγει από τα στενά ηλικιακά όρια του νεανικού κοινού. Ταυτόχρονα, η αγορά είχε πλέον διευρυνθεί. Δίπλα στα απλούστερα κασετόφωνα υπήρχαν μοντέλα με ραδιόφωνο, auto-reverse και ψηφιακές λειτουργίες, αλλά και τα νεότερα Discman, τα οποία έπαιζαν CD και υπόσχονταν ανώτερη ποιότητα ήχου. «ΤΑ ΝΕΑ» της 14ης Αυγούστου 1998 έγραφαν:

«Τα γουόκμαν δεν είναι όλα ίδια, φυσικά. Ανεξάρτητα από μάρκες, χρώματα και τύπους ακουστικών, είναι και διαφόρων τύπων, προσαρμοζόμενα ανάλογα με τις ανάγκες, τις προτεραιότητες και τις δυνατότητες του καθενός […]

»Παλαιού τύπου γουόκμαν. Τα πιο “πρωτόγονα” μοιάζουν με τα παλιά ραδιοφωνάκια τσέπης και προορίζονται για όσους θέλουν κάποιο “πρόχειρο” γουόκμαν, για να μη στερούνται τις μουσικές τους νότες, ακόμη και το καλοκαίρι στην παραλία. Είναι τα φθηνότερα και μπορούν το καλοκαίρι, με τις εκπτώσεις, να βρεθούν στη χαμηλή τιμή των 6.000 – 9.000 δρχ.

»Συνήθη γουόκμαν. Τα απλούστερα από αυτά δε διαθέτουν ραδιόφωνο, ενώ τα πιο σύνθετα, που απευθύνονται στους πιο… απαιτητικούς ακόλουθους της μουσικής σκηνής, είναι και ψηφιακά! Συνήθως, διαθέτουν auto-reverse και επιλογέα κασέτας. Είναι ο κλασικός τύπος γουόκμαν και προτιμώνται από όσους θέλουν ένα καλό ηλεκτρονικό μηχάνημα, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις στην ποιότητα ήχου. Οι τιμές τους κυμαίνονται […] από 9.000 δρχ. (τα πιο απλά) μέχρι 23.000 δρχ. (τα ψηφιακά).

»Και, τέλος, τα DISCMAN. Πρόκειται για γουόκμαν υψηλών προδιαγραφών που, αντί για κασέτες, παίρνουν CD, με την ανάλογη, φυσικά, εξασφάλιση στην ποιότητα του ήχου […] Eίναι συνήθως ψηφιακά και διαθέτουν μνήμες σταθμών […] Kυμαίνονται από 35.000 έως και 50.000 δρχ.  Είναι μεγάλης αντοχής, αλλά και ευαισθησίας, και κάνουν για κάθε περίσταση».

«ΤΑ ΝΕΑ», 14.8.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Η επανάσταση στην ακρόαση

Η μεγαλύτερη καινοτομία που έφερε το Walkman ήταν η ελευθερία που προσέφερε στον ακροατή. Ο καθένας απέκτησε τον δικό του, ιδιωτικό ηχητικό χώρο. Μπορούσε να επιλέξει το άλμπουμ, την κασέτα ή τη συλλογή τραγουδιών που θα συνόδευε ένα ταξίδι, μια βόλτα ή μια μοναχική στιγμή. Η πόλη παρέμενε ίδια, αλλά αποκτούσε προσωπικό soundtrack.

Οι εικόνες που στις αρχές της δεκαετίας του 1980 προκαλούσαν απορία έγιναν σύντομα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Αργότερα, τις κασέτες διαδέχθηκαν τα CD, τα MiniDisc, τα MP3 player και τελικά τα κινητά τηλέφωνα και οι πλατφόρμες streaming. Η βασική ιδέα, όμως, παραμένει ίδια με εκείνη που σύστησε στον κόσμο το πρώτο Walkman την 1η Ιουλίου 1979, τη δυνατότητα να απολαμβάνει κανείς την αγαπημένη του μουσική οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version