Η κλιματική κρίση παύει να αποτελεί μια μελλοντική απειλή και μετατρέπεται σε άμεσο οικονομικό κίνδυνο για την Ευρώπη. Οι ολοένα συχνότεροι και εντονότεροι καύσωνες δεν επηρεάζουν μόνο τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, αλλά αρχίζουν να αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στην κατανάλωση ενέργειας και στα δημόσια οικονομικά των κρατών.
Νέα μελέτη της Allianz Trade εκτιμά ότι οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικές απώλειες παραγωγικής δυναμικότητας μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς η ακραία ζέστη μειώνει την αποδοτικότητα της εργασίας, αυξάνει το ενεργειακό κόστος και επιβαρύνει τις κρατικές δαπάνες.
Η Γαλλία στην κορυφή των απωλειών
Σύμφωνα με τις προβολές της έκθεσης, η Γαλλία είναι η ευρωπαϊκή χώρα που κινδυνεύει περισσότερο από τις οικονομικές επιπτώσεις των υψηλών θερμοκρασιών. Οι συνολικές απώλειες για την οικονομία της θα μπορούσαν να φτάσουν τα 209 δισ. ευρώ έως το 2030.
Ακολουθεί η Ιταλία με εκτιμώμενες απώλειες 128 δισ. ευρώ, ενώ η Γερμανία και η Ισπανία ενδέχεται να χάσουν 114 δισ. και 104 δισ. ευρώ αντίστοιχα.
Σε ορισμένες από τις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες, η σωρευτική επίδραση των ακραίων θερμοκρασιών μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια έως και 7% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, μέγεθος που αντιστοιχεί σε μια παρατεταμένη οικονομική επιβράδυνση.
Οι εκτιμήσεις βασίζονται σε σενάριο σταδιακής αύξησης των ακραίων φαινομένων μεταξύ 2026 και 2030, με τις συνθήκες να προσεγγίζουν τα θερμότερα έτη που καταγράφηκαν την προηγούμενη δεκαετία.
Όταν κάθε βαθμός Κελσίου κοστίζει στην παραγωγικότητα
Το μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα προέρχεται από τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας.
Κλάδοι όπως οι κατασκευές, η βιομηχανία, οι μεταφορές και η αγροτική παραγωγή βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων. Οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να μειώνουν τον χρόνο εργασίας τους ή να εργάζονται με χαμηλότερους ρυθμούς όταν οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τα ανεκτά όρια.
Η ανάλυση υπολογίζει ότι μετά τους 30 βαθμούς Κελσίου η παραγωγικότητα μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε επιπλέον βαθμό θερμοκρασίας. Η φυσική καταπόνηση, η πνευματική κόπωση και η υποβάθμιση της ποιότητας του ύπνου μεταφράζονται σε λιγότερες ώρες αποτελεσματικής εργασίας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το ποσοστό των εργατοωρών που χάνονται λόγω θερμικού στρες αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2030, επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αλλά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Η ενεργειακή ζήτηση εκτοξεύεται
Την ίδια στιγμή, η ζέστη αυξάνει θεαματικά την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες στρέφονται μαζικά σε κλιματιστικά και συστήματα ψύξης, με αποτέλεσμα η ζήτηση ηλεκτρισμού να αυξάνεται κατά περίπου 1,2% για κάθε βαθμό πάνω από τους 30°C.
Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο επειδή η αυξημένη ζήτηση συμπίπτει συχνά με περιορισμούς στην ίδια την παραγωγή ενέργειας. Μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθεί να βασίζεται σε θερμοηλεκτρικές μονάδες φυσικού αερίου, άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας, οι οποίες εξαρτώνται από την επάρκεια νερού και την αποτελεσματική ψύξη των εγκαταστάσεων.
Η εμπειρία της Γαλλίας κατά τον καύσωνα του 2019 έδειξε πόσο ευάλωτο μπορεί να γίνει το σύστημα, καθώς η πυρηνική παραγωγή περιορίστηκε εξαιτίας προβλημάτων ψύξης, προκαλώντας πιέσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και άνοδο των τιμών.
Πλήγμα σε επενδύσεις και ανάπτυξη
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην τρέχουσα οικονομική δραστηριότητα. Η Allianz Trade εκτιμά ότι οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν άμεσα και τις επενδυτικές αποφάσεις.
Όταν οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι οι μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων μειώνονται λόγω αυξημένων λειτουργικών δαπανών και συχνότερων διαταραχών στην παραγωγή, περιορίζουν τα επενδυτικά τους σχέδια.
Η μελέτη προβλέπει ότι οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στις χώρες που επηρεάζονται περισσότερο θα μπορούσαν να υποχωρήσουν κατά μέσο όρο 8%, στερώντας από τις οικονομίες ένα βασικό εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της μελλοντικής ανάπτυξης.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χαμηλότερες επενδύσεις οδηγούν σε ασθενέστερη ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της περιορίζει την ικανότητα προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Δημοσιονομικές πιέσεις και κίνδυνοι για τα ελλείμματα
Η ακραία ζέστη αναμένεται να ασκήσει πίεση και στα δημόσια οικονομικά.
Η χαμηλότερη οικονομική δραστηριότητα συνεπάγεται μειωμένα φορολογικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται οι κρατικές δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη, κοινωνικές παροχές, αποκατάσταση υποδομών και αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων.
Οι απώλειες φορολογικών εσόδων θα μπορούσαν να φτάσουν το 1,8% ετησίως στη Γαλλία και περίπου το 1,3% στην Ιταλία και την Ισπανία.
Ιδιαίτερα ανησυχητική θεωρείται η προοπτική για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, καθώς οι πρόσθετες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις ενδέχεται να δυσκολέψουν τη συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Στη Γαλλία, όπου το έλλειμμα παραμένει ήδη υψηλό, οι πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονται με την κλιματική προσαρμογή θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό κατά περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Υποδομές υπό πίεση
Οι καύσωνες επηρεάζουν και τις βασικές υποδομές.
Οι υψηλές θερμοκρασίες προκαλούν φθορές σε οδικά δίκτυα, σιδηροδρομικές γραμμές και τεχνικά έργα, αυξάνοντας το κόστος συντήρησης και οδηγώντας σε διακοπές μεταφορικών υπηρεσιών.
Καθώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα, η ανάγκη για ανθεκτικές υποδομές αποκτά στρατηγική σημασία για την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.
Η Ευρώπη δεν είναι ακόμη έτοιμη
Παρά την αυξανόμενη συζήτηση για την κλιματική προσαρμογή, η έκθεση καταλήγει ότι καμία μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία δεν διαθέτει σήμερα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας απέναντι στις οικονομικές επιπτώσεις της ακραίας ζέστης.
Η Ισπανία εμφανίζει τις καλύτερες επιδόσεις στην προστασία των εργαζομένων από τις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ η Γαλλία ξεχωρίζει στους κανόνες ενεργειακής και θερμικής θωράκισης των κτιρίων. Ωστόσο, καμία χώρα δεν συνδυάζει επαρκή προστασία εργαζομένων, υποδομών, δημόσιων οικονομικών και ευάλωτων νοικοκυριών.
Το μεγαλύτερο κενό εντοπίζεται στη χρηματοδότηση των μέτρων προσαρμογής. Οι περισσότερες κυβερνήσεις εξακολουθούν να δαπανούν πόρους κυρίως μετά την εκδήλωση των καταστροφών, αντί να επενδύουν προληπτικά στην ανθεκτικότητα.
Η κλιματική προσαρμογή γίνεται οικονομική αναγκαιότητα
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: οι καύσωνες εξελίσσονται σε παράγοντα μακροοικονομικού κινδύνου για την Ευρώπη. Το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία, αλλά τη συνολική λειτουργία των οικονομιών.
Η προσαρμογή των κτιρίων, η ενίσχυση των ενεργειακών δικτύων, η προστασία των εργαζομένων και η αναβάθμιση των υποδομών μετατρέπονται σταδιακά σε προϋποθέσεις οικονομικής σταθερότητας. Για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που βρίσκονται ήδη στην πρώτη γραμμή της κλιματικής αλλαγής, οι αποφάσεις της επόμενης πενταετίας ενδέχεται να καθορίσουν όχι μόνο την ανθεκτικότητα απέναντι στους καύσωνες αλλά και τις αναπτυξιακές προοπτικές των επόμενων δεκαετιών.
