«Είμαι συγκινημένη διότι εμείς οι κριτικοί συνήθως δουλεύουμε κάπως στο περιθώριο, θα έλεγα, της λογοτεχνικής κοινότητάς μας», με αυτά τα λόγια η παλαίμαχη κριτικός Ελισάβετ Κοτζιά ευχαρίστησε για τη «μεγάλη τιμή» την κριτική επιτροπή των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» για το Μεγάλο Βραβείο που της απονεμήθηκε για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνική κριτική, συγκινημένη που η επιτροπή θέλησε «να βραβεύσει την κριτική μέσω μιας απ’ τις εργάτριές της, αναγνωρίζοντας έτσι τη βαρύτητα που έχει αυτή η ενασχόληση στο πλαίσιο της λογοτεχνικής δημιουργίας».
Παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον κριτικό Γιώργο Περαντωνάκη, κατά την τελετή απονομής των βραβείων στο Μουσείο Μπενάκη στις 2 Ιουνίου, συνέχισε επεξηγώντας: «Χαίρομαι που για πρώτη φορά το Μεγάλο Βραβείο του Αναγνώστη δίδεται όχι όπως συνήθως σε ποιητές, πεζογράφους ή μελετητές αλλά στην Κριτική η οποία επιδιώκει την προσέγγιση της λογοτεχνίας κάνοντας αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις. Μπορεί οι καιροί να είναι δύσκολοι για την Κριτική, μπορεί να μην αποτιμάται πια η ενασχόληση αυτή με το ίδιο υψηλό νόμισμα που αποτιμάτο παλαιότερα, συνεχίζει ωστόσο μια πλουσιότατη παράδοση που πάει πίσω στον 19ο αιώνα».
Η πολύ σύντομη αντιφώνησή της κατέληξε με μια παρότρυνση: «Μακάρι να έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να αναγνωρίσουμε επίσης τη σημασία και τη βαρύτητά της τόσο στην τέχνη όσο κι ως στάση ζωής, δρομολογώντας τη σύνταξη μιας Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής που τόσο μας λείπει».
Οξυδερκής και έντιμη κριτικός, ασκεί τη λογοτεχνική κριτική από το 1987 μέχρι σήμερα και έχει συγγράψει περισσότερες από 1.400 κριτικές σε 40 χρόνια, μέρος των οποίων έχει συγκεντρώσει σε τόμους, με πιο πρόσφατη την έκδοση Μεταπολιτευτική πεζογραφία. Κριτικά σημειώματα 1985-2025 (εκδόσεις Κίχλη, 2026). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ο τόμος αποτίμησης της λογοτεχνίας της μεταπολίτευσης Ελληνική πεζογραφία 1974-2010: Το μέτρο και τα σταθμά (εκδόσεις Πόλις, 2020), στον οποίο επιχειρεί επίσης να κωδικοποιήσει και τη μεταπολιτευτική κριτική. Στο περιθώριο της βράβευσης, μεταξύ κρασιού και συγχαρητηρίων, της ζητήσαμε να σχολιάσει εκτενέστερα την κατάσταση της λογοτεχνικής κριτικής σήμερα στην Ελλάδα.
Είναι όντως δύσκολοι οι καιροί για τη λογοτεχνική κριτική σήμερα;
Ναι, αν με τον όρο κριτική εννοούμε γραπτές παρεμβάσεις οι οποίες περιλαμβάνουν και ερμηνεία και λογοτεχνική αξιολόγηση των γραπτών που προσεγγίζουν, τεκμηριώνουν με επιχειρήματα τις απόψεις που εκφράζουν, πραγματοποιούνται με συστηματικότητα έτσι ώστε να δίνουν στον αναγνώστη να καταλάβει τα κριτήρια που χρησιμοποιούν, δεν διστάζουν τέλος να τοποθετούνται τόσο θετικά όσο και αρνητικά απέναντι στα κείμενα που κρίνουν.
«Αναρτώνται βέβαια πολυάριθμα κείμενα για τα βιβλία λογοτεχνίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα προσωπικά μπλογκ και σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες όπως είναι η Bookia και η Goodreads. Δεν πρόκειται όμως για κείμενα κριτικής».
Δεν διακρίνετε νέες υποσχόμενες κριτικές φωνές στον ορίζοντα;
Μετά τη γενιά που σήμερα βρίσκεται στην ωριμότητα της, τη Λίνα Πανταλέων, τον Γιώργο Περαντωνάκη, τον Αριστοτέλη Σαΐνη, τον Αλέξανδρο Ζωγραφάκη, τη Μαρία Τοπάλη, και από τον χώρο του ελληνικού πανεπιστημίου τον Κώστα Καραβίδα, δεν έχουν εμφανιστεί νεότεροι κριτικοί, και αυτό κάτι σημαίνει.

Αναφέρετε κριτικούς που δημοσιεύουν στα παραδοσιακά μέσα. Τι γίνεται με την κριτική στο διαδίκτυο;
Αναρτώνται βέβαια πολυάριθμα κείμενα για τα βιβλία λογοτεχνίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα προσωπικά μπλογκ και σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες όπως είναι η Bookia και η Goodreads. Δεν πρόκειται όμως για κείμενα κριτικής διότι δεν καλύπτουν τις βασικές προϋποθέσεις. Όπως μάς πληροφορούν οι νέοι ερευνητές που μελετούν το συγκεκριμένο υλικό, πρόκειται περισσότερο για κείμενα που σου προτείνουν ποια βιβλία να διαβάσεις χωρίς ωστόσο συστηματική κάλυψη της παραγωγής και χωρίς επιχειρηματολογία. Πρόκειται περισσότερο για ημερολόγια αναγνώσεων, όπως τα χαρακτηρίζουν, που επιθυμούν να μεταδώσουν μέσα από βιαστικές καταγραφές την προσωπική εμπειρία του γράφοντος. Αλλά και οι συζητήσεις των βιβλιόφιλων στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες συχνά εξαντλούνται σε απλούς χαρακτηρισμούς και like χωρίς ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων.
Η πλουσιότατη κριτική παράδοση που αναφέρατε δεν δημιούργησε μια τρόπον τινά κριτική σχολή;
Η Ελλάδα δεν ανέπτυξε μια πρωτότυπη θεωρία της λογοτεχνίας, αν εννοείτε αυτό, διαθέτει ωστόσο μια πολύ μακρά παράδοση στην πρακτική της λογοτεχνικής κριτικής η οποία πάει πίσω στον 19ο αιώνα, συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του 20ού, με ονόματα όπως του Κωστή Παλαμά, του Γρηγορίου Ξενόπουλου, του Τέλλου Άγρα, του Αιμίλιου Χουρμούζιου, του Βάσου Βαρίκα, του Δημήτρη Ραυτόπουλου, του Αλέξανδρου Κοτζιά και του Σπύρου Τσακνιά ανάμεσα σε πολλούς άλλους και, όπως μαρτυρούν τα ονόματα που ανέφερα νωρίτερα, φτάνει ως τις μέρες μας. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάσουμε τι μπορεί να σημαίνει η υποχώρηση που παρατηρείται ανάμεσα στις νεότερες ηλικίες, και τι σηματοδοτεί όχι μόνον για τον χώρο της λογοτεχνίας αλλά συνολικότερα, με δεδομένο πως ζούμε σε μια χώρα όπου η αξιολόγηση δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα δημοφιλής σχεδόν σε κανέναν τομέα της κοινωνικής ζωής. Κι ακόμα, να εξετάσουμε τι σηματοδοτεί το γεγονός ότι, παρότι διαθέτουμε τη μεγάλη κριτική παράδοση που προανέφερα, δεν έχουμε ακόμα αποκτήσει μια Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής.

Υπάρχουν τρόποι να αντιστραφεί το έλλειμμα ουσιαστικού κριτικού λόγου;
Αν βγάζουμε το συμπέρασμα πως έχει σημειωθεί μια ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση της κριτικής ικανότητας που αφορά πλέον το κοινωνικό σύνολο, είναι φανερό πως γίνεται ακόμα πιο επείγουσα η εκ βάθρων αναμόρφωση της ελληνικής παιδείας προς την κατεύθυνση θεραπείας του ζωτικού αυτού ελλείμματος.
Όσον αφορά την Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής, ποια είναι η πρότασή σας για τη θεραπεία και αυτής της έλλειψης;
Έργα παρόμοια με μια Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής απαιτούν τη συστράτευση πολλαπλών δυνάμεων, συνεπώς μόνον θεσμοί όπως λόγου χάρη τα πανεπιστήμια, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ή η Ακαδημία Αθηνών θα μπορούσαν να τα δρομολογήσουν, δεδομένου πως δεν έχει εμφανιστεί μέχρι στιγμής ένας σύγχρονος Κ. Θ. Δημαράς να μας τη χαρίσει με την ατομική του εργασία και μόνον.