Το τέλος και η αρχή του Αλέξη Τσίπρα

Οι δυστοκίες τις οποίες αντιμετωπίζει στο νέο εγχείρημα του ο Αλέξης Τσίπρας, είναι εύλογες και ερμηνεύσιμες. Δύσκολα θα βρει καινούριους τόπους και άλλες θάλασσες, για να επικαλεστώ τον Ναζίμ Χιχμέτ

Το τέλος και η αρχή του Αλέξη Τσίπρα

Ένας αλλοπρόσαλλος θίασος επί σκηνής. Η χαοτική παράσταση που έχει ανεβάσει, παραπέμπει στη Βαβυλωνία. Εύλογο είναι να φέρνει στη σκέψη μας, τον στίχο του σπουδαίου τραγουδοποιού Διονύση Σαββόπουλου, «Άσε τα θαύματα. Τη μάσκα πέταξε». Το ρεπερτόριο των πρωταγωνιστών δεν πείθει το κοινό. Δεν ενθουσιάζει τα πλήθη. Ούτε κόβει πολλά εισιτήρια.

Όπως βλέπουμε, οι κοινοτοπίες, οι ελαφρότητες, οι αυταρέσκειες, τα κούφια λόγια, οι αρχομανίες δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον. Και το χειρότερο, οδηγούν πολλούς σε βαθιά χασμουρητά. Ακόμη και οι πρωτοφανείς αυθαιρεσίες, οι αντιδημοκρατικές ενέργειες, αλλά και η αναισθησία των κυβερνώντων δεν προκαλούν τις αυτονόητες ανατροπές.

Πάντως, το έργο της αναπαράστασης έχει διαφορετικές σημάνσεις. Οι θεατές και αθέατες πλευρές του, δεν παύουν να είναι σύνθετες. Το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει νέες ρηγματώσεις. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτό, παλιοί και νέοι, δε νοηματοδοτούν το πέρασμα σε μια καινούρια εποχή. Οι διαφαινόμενες αναδιατάξεις στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου. Δε συνιστούν πραγματική επαναχάραξη των ιδεολογικοπολιτικών ορίων που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα.

Απεναντίας, συντηρούν και αναπαράγουν τη σύγχυση και τη θολούρα, τον κυνισμό και την ιδιοτέλεια, τη μετριότητα και τη στασιμότητα. Και το κυριότερο, υποκαθιστούν την πολιτική, με την επικοινωνία. Επακόλουθο είναι η πολτοποίηση αντιλήψεων και απόψεων, αλλά και η μετάλλαξη προσώπων. Οι ιδέες και οι αξίες εξοβελίζονται, κρατώντας στα τάρταρα τον δείκτη πολιτικής εμπιστοσύνης.

Το σίγουρο είναι ότι η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα ανασηματοδοτεί τις αμφισημίες και τις αμφιθυμίες του πρώην Πρωθυπουργού. Οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις του συνθέτουν διαχρονικά την ιδιοσυστασία του. Ο ίδιος πιστεύει πως διατηρεί την αφθαρσία του μέσα στο χρόνο. Όμως υποτιμά το αυτονόητο. Η πολιτική του διαδρομή και κυρίως το έργο και οι επιδόσεις του, στο ανώτατο κυβερνητικό αξίωμα της χώρας, δεν προσπερνούν αδιάφορα το χρόνο, ούτε χάνονται μέσα σ’ αυτόν. Οι αντίλαλοι παραμένουν ισχυροί και τον ακολουθούν. Το παρελθόν του, ενυπάρχει στον παρόντα χρόνο και θα το ανατέμνει και στο μέλλοντα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, συνοδεύεται θετικά και αρνητικά από το βάρος της πρωθυπουργίας του. Ουσιαστικά, εδράζεται στη διαλεκτική σχέση του τέλους και της αρχής, για να επικαλεστώ τον Τ. Σ. Έλιοτ, «Το τέλος είναι από κει από όπου ξεκινάμε. Και το να βάλεις ένα τέλος, είναι να κάνεις μια αρχή». Η πολιτική είναι δύσκολη και σύνθετη άσκηση. Δεν είναι στατική. Υπόκειται σε μεταβολές. Και το κυριότερο, δεν ακολουθεί γραμμική ροή. Μέσα στον χρόνο, λειτουργεί προσθετικά, αλλά και ασύμμετρα. Οι τομές και ασυνέχειες είναι οργανικά της στοιχεία. Με άλλα λόγια, η πολιτική βρίσκεται στην καρδιά αυτής της δυναμικής. Τα υποκείμενα της κρίνονται και αξιολογούνται από την ικανότητα να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο πάντα περιβάλλον. Έτσι εξάλλου, παραμένουν χρήσιμα, αλλά και διατηρούν την ελκυστικότητά τους.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί την προσωπική, υπαρξιακή και ιδεολογικοπολιτική του υπέρβαση. Μια επιλογή που έχει και ψυχαναλυτική διάσταση. Στο υποσυνείδητο του, έχει αποθηκεύσει πλήθος βιωμάτων και εμπειριών. Μετά τις διαδοχικές του ήττες, στις εκλογές του 2019 και του 2023, αρνήθηκε να συμφιλιωθεί με το τέλος μιας προσωπικής περιπέτειας, όπου κορυφαία στιγμή υπήρξε η πρωθυπουργία του. Το πολιτικό του ένστικτο τον έπεισε, πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον μια νεκρή φύση. Την ύπαρξη του τη θεώρησε περιττή. Γι’ αυτό και επέλεξε να τον διαλύσει, να τον σκοτώσει.

Αναμφίβολα, το προσωπικό πολιτικό μέλλον του Τσίπρα, εξαρτάται από το εάν ο ίδιος μπορεί να ενσαρκώσει ένα νέο ιστορικό ορίζοντα στην πολιτική σκηνή του τόπου. Μεγάλο και δύσκολο στοίχημα. Kαι τούτο, διότι ο Τσίπρας, που επιδιώκει να εκφράσει την τωρινή εποχή, όπως ο ίδιος διακηρύσσει, είναι αναγκασμένος να προδώσει τον παλιό του εαυτό, τον παλιό Τσίπρα. Κάτι που ισοδυναμεί με ένα ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό σοκ, το οποίο όμως δεν τολμά να κάνει πράξη. Με την αυτονόητη αυτή παραδοχή, θα αναμετρηθεί σκληρά.

Η επιλογή του να αποστασιοποιηθεί από πρόσωπα και γεγονότα, που επισκίασαν τη διαδρομή του, δεν αρκεί. Μολονότι φαίνεται να γνωρίζει, πως στην τοξική γη δε φύονται βιολογικά προϊόντα. Άλλωστε, μέχρι τώρα έχει δείξει πως στερείται μια στρατηγική βάθους, για τη χώρα, την οικονομία, την κοινωνία. Οι προσεγγίσεις του εξακολουθούν να είναι αβαθείς.

Πέρα από όλα αυτά, γεγονός είναι ότι αναδιπλώθηκε, έπειτα από την ανατοποθέτηση που επιχείρησε, πριν ένα χρόνο περίπου. Η περιορισμένη δυνητική απήχησή του, τον έστρεψε στον αριστερό πυρήνα των ψηφοφόρων του. Οι συριζαίοι, φορώντας τη φανέλα της ΕΛ.Α.Σ., δε δημιουργούν κάποια ξεχωριστή δυναμική. Η δεξαμενή τους είναι συγκεκριμένη και δεδομένη.

Ούτε το φλερτ του Αλέξη Τσίπρα με τμήματα των φιλοανδρεοπαπανδρεϊκών και φιλοκαραμανλικών εκλογέων, θα του δώσει αέρα στα πανιά. Ουσιαστικά, επιχειρεί έναν ανερμάτιστο συγκερασμό. Η αναζήτηση διαγώνιας κοινωνικής πλειοψηφίας απεδείχθη ατελέσφορη. Η έλλειψη ευρύτερου εκλογικού ακροατηρίου, αντικειμενικά απομειώνει την εμβέλειά του.

Η επαγγελία της σύζευξης των ρευμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, αν και συνιστά μια σωστή στρατηγική επιλογή, εντούτοις δεν έχει την αναγκαία κοινωνική πρόσληψη. Το αποκαλούμενο προοδευτικό εκλογικό σώμα, δε δείχνει να την ασπάζεται. Πόσο μάλλον, να της προσδίδει αξιοπιστία και προοπτική. Οι δυστοκίες τις οποίες αντιμετωπίζει στο νέο εγχείρημα του ο Αλέξης Τσίπρας, είναι εύλογες και ερμηνεύσιμες. Δύσκολα θα βρει καινούριους τόπους και άλλες θάλασσες, για να επικαλεστώ τον Ναζίμ Χιχμέτ.

Ασφαλώς, στον πολιτικό ανταγωνισμό, το πρόσωπο είναι ένα. Τα σημαινόμενα είναι περισσότερα. Παρόλα αυτά, ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας υπολογίσιμος πολιτικός αντίπαλος. Ένας σκληρός πολιτικός παίκτης. Μόνο ένας ανεπίγνωστος μπορεί να τον υποτιμήσει. Την ώρα που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με την κόπωση, τον κυνισμό και την αναποτελεσματικότητα των κυβερνώντων, η αδυναμία μιας σοβαρής και αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης είναι εμφανής.

Η αντιπολίτευση με όλες τις προοδευτικές της εκφάνσεις, αιωρείται. Αδυνατεί να μπολιάσει τον κριτικό της λόγο, με μια συλλογική επαγγελία, με την απαιτούμενη πολιτική και διαχειριστική επάρκεια και προπαντός με μια ισχυρή ηγετικότητα. Πόσο μάλλον σήμερα, που οι γεωπολιτικές εξελίξεις καλλιεργούν τον φόβο, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα στο ευρύτερο κοινωνικό σώμα.

Μετά τις τεκτονικές αλλαγές στα χρόνια της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, το εγχώριο πολιτικό σύστημα βρίσκεται ακόμη σε μεταβατική φάση. Και το χειρότερο, παραμένει δέσμιο στερεότυπων του παρελθόντος. Τα ιδεολογήματα και τα στρατηγήματα, είτε έχουν δεξιόστροφη είτε αριστερόστροφη σήμανση, δεν παύουν να είναι ακατάλληλα εργαλεία.

Ποιοι πρωταγωνιστές και ποιες δυνάμεις θα έχουν σημαντική συμβολή και συνδρομή στο μοντάρισμα ενός αφυδατωμένου, ξεπερασμένου και αναποτελεσματικού πολιτικού συστήματος, είναι ένα ζήτημα που εξακολουθεί και παραμένει ανοικτό.

Το νέο στοίχημα πάντως, παραπέμπει στην επίλυση μιας εξίσωσης, όπου στους γνωστούς και άγνωστους συντελεστές, κυρίαρχο ρόλο έχουν η μνήμη και η γνώση. Και αυτό, γιατί είναι κοινή παραδοχή πως μνήμη δεν υπάρχει χωρίς γνώση. Γνώση αποκτάμε όταν έχουμε μνήμη.

*Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version