Πραγματική πολιτική θύελλα έχουν προκαλέσει στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αποκαλύψεις γύρω από τον θάνατο του 18χρονου φοιτητή Χένρι Νόβακ, στο Σαουθάμπτον της Αγγλίας. Η στάση των αστυνομικών αρχών κι η εθνοθρησκευτική καταγωγή του δράστη αναζοπυρώνουν τη συζήτηση γύρω από την αυθαιρεσία των διωκτικών αρχών και τα όρια των πολιτικών διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (γνωστές με το ακρωνύμιο DEI), με την ευρύτερη Ακροδεξιά να επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το ειδεχθές έγκλημα.
Το χρονικό της δολοφονίας
Η δολοφονία του Νόβακ έγινε την 3η Δεκεμβρίου του περασμένου έτους στο Σαουθάμπτον με μαχαίρι και δράστης ήταν ο 23χρονος Βίκρουμ Ντίγκβα, βρετανός πολίτης ινδικής καταγωγής, που ανήκει στην κοινότητα των Σιχ. Όμως η ανακοίνωση της ισόβιας καταδίκης του Ντίγκβα –με κατώτατο όριο έκτισης τα 21 έτη- έγινε τη Δευτέρα (01/06) και συνοδεύτηκε από οπτικό υλικό που κυκλοφόρησε με την άδεια της οικογένειας και επιβεβαιώνει ότι ο Νόβακ υπέστη κακομεταχείριση από τους αστυνομικούς, που πίστεψαν τους ισχυρισμούς του θύτη ότι υπέστη ρατσιστική επίθεση και αγνόησαν τις εκκλήσεις του θύματος για βοήθεια, περνώντας του μάλιστα χειροπέδες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το φονικό όπλο ήταν ξίφος 21 εκατοστών, που προσομοιάζει στο τελετουργικό ξίφους που χρησιμοποιούν οι πιστοί Σιχ, κάτι που αμφισβητεί η Ομοσπονδία Σιχ του Ηνωμένου Βασιλείου, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για περσικής τεχνοτροπίας μαχαίρι. Ύστερα από έρευνα των διωκτικών αρχών στο σπίτι όπου διέμενε ο δράστης με τους γονείς και τον αδελφό του (οι οποίοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνέργεια και παράνομη κατοχή επιθετικών όπλων) βρέθηκαν συνολικά είκοσι όπλα, μεταξύ των οποίων σπαθιά, μαχαίρια τσέπης, ματσέτες και σιδηρογροθιές.
Οι αστυνομικές αρχές απολογήθηκαν για τη σύλληψη του Νόβακ, με την περιφερειακή αστυνομική επίτροπο Ντόνα Τζόουνς να κάνει λόγο για «εθνική τραγωδία» και να δεσμεύεται ότι τα ευρήματα της έρευνας της Ανεξάρτητη Αρχή Εποπτείας της Αστυνομίας (IOPC) θα ληφθούν σοβαρά. Σε ό,τι αφορά την οικογένεια του Νόβακ, ο πατέρας του εξέφρασε την αγανάκτησή του για τη μεταχείριση των αρχών, την οποία χαρακτήρισε ως «απάνθρωπη και εξευτελιστική», ζητώντας την αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου για την πώληση, την κατοχή και τη μεταφορά μαχαιριών. Παράλληλα, προέτρεψε η δολοφονία του γιου του «να μη χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια κλίματος εχθρότητας ή διχασμού», σημειώνοντας τον κίνδυνο συνολικής δυσφήμισης της θρησκευτικής κοινότητας.
«I can’t breath» για λευκούς
Η έκκληση της οικογένειας δεν εισακούστηκε από τη βρετανική Ακροδεξιά, κοινοβουλευτική και μη. Πρώτος και καλύτερος έσπευσε ο ηγέτης του ακροδεξιού Reform, Νάιτζελ Φάρατζ. «Η οικογένεια του Χένρι διαχειρίστηκε το ζήτημα με εξαιρετικά αξιοπρεπή τρόπο. Αλλά οι υπόλοιποι προτείνω να αντιδράσουμε με καθαρή, ψυχρή οργή. Είναι λάθος να πεταχτούν στα σκουπίδια όλες οι αξίες σύμφωνα με τις οποίες το να ζεις σε μια ελεύθερη χώρα, σημαίνει πως όλοι θα έπρεπε να κρίνονται ισότιμα ενώπιον του νόμου» είπε μεταξύ άλλων σε επίσημη δήλωση του. Και μίλησε για «αστυνόμεση δύο ταχυτήτων στη βρετανική αστυνομία», αποδίδοντας το έγκλημα στα προγράμματα τύπου DEI, τα οποία ενσταλάζουν κατά τον ίδιο τη θεσμική εμμονή του αντιρατσισμού εντός της αστυνομίας, εμποδίζοντάς την να κάνει τη δουλειά της σωστά.
Στον «χορό» της πολιτικής εκμετάλλευσης μπήκαν οι Έλον Μασκ και Τόμι Ρόμπινσον. Ο δισεκατομμυριούχος Μασκ μέσω Χ ισχυρίστηκε ότι ο ρατσισμός κατά των λευκών αποτελεί «επίσημη πολιτική της αστυνομίας» και προθυμοποιήθηκε να χρηματοδοτήσει ποινική δίωξη κατά των αστυνομικών που εμπλέκονται στο τραγικό περιστατικό. Κι ο ακροδεξιός ακτιβιστής, που πριν λίγες ημέρες ηγήθηκε αντιμεταναστευτικής συγκέντρωσης στο Λονδίνο, διοργάνωσε διαδήλωση έξω από αστυνομικό τμήμα του Σαουθάμπτον, με τίτλο «Δικαιοσύνη για τον Χένρι Νόβακ» και πανό που έφεραν τα σλόγκαν «Δεν μπορώ να αναπνεύσω» και «Οι λευκές ζωές μετράνε», σε μια -γκροτέσκα- αντιστροφή της φράσης που την περασμένη δεκαετία συνόδευε τις διαμαρτυρίες ενάντια στον φυλετικό ρατσισμό . Η διαδήλωση σημαδεύτηκε από άγρια επεισόδια μεταξύ των διαδηλωτών και αστυνομικών, κατά τη διάρκεια των οποίων τραυματίστηκαν έντεκα ένστολοι.
Η απάντηση του υπόλοιπου πολιτικού κόσμου ήταν άμεση, με τον Κιρ Στάρμερ να καταδικάζει από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων τις επιθέσεις ως επαίσχυντες και απαράδεκτες, τονίζοντας ότι «η τραγωδία δεν πρέπει να γίνει αντικείμενο υφαρπαγής από οποιονδήποτε προσπαθεί να διχάσει τη βρετανική κοινωνία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν οι αρχηγοί των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Έντ Ντέιβι, συμφωνώντας στην ανάγκη να δοθεί έμφαση σε όσα ενώνουν τη χώρα και κατηγόρησαν τον αρχηγό του Reform για εκμετάλλευση του θανάτου του άτυχου νεαρού. Από πλευράς του ο Φάρατζ όχι μόνο δεν ανασκεύασε, αλλά προειδοποίησε για τον κίνδυνο η οργή να επεκταθεί περαιτέρω, αν «ο λαός απολέσει την εμπιστοσύνη του στις αστυνομικές αρχές». Σε μια αποστροφή του λόγου μάλιστα που ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως υποκίνηση σε νέα επεισόδια, είπε πως όσα συνέβησαν στο Σαουθάμπτον είναι «μόνο η αρχή».
Ρήγμα
Πέρα από το πεδίο της πολιτικής, η συζήτηση γύρω από τα επίδικα της τραγικής υπόθεσης διατρέχει όλο τον δημόσιο διάλογο. Στον βρετανικό ιστότοπο UnHerd ο δημοσιογράφος Άρης Ρουσσινός, αναφερόμενος στη δολοφονία του Νόβακ και όσα την ακολούθησαν κάνει λόγο για «προοδευτικές εμμονές που παραμόρφωσαν τη χώρα». Ο Νόβακ δολοφονήθηκε όχι μόνο από το στιλέτο που το κράτος επέτρεψε στο δολοφόνο του να κουβαλάει στον δρόμο, αλλά και από το χαοτικό συνονθύλευμα παρουσιάσεων σε PowerPoint, αποφάσεων των τμημάτων ανθρωπίνου δυναμικού και φόβου μήπως οι αστυνομικοί προσβάλουν τους λάθος ανθρώπους» αναφέρει μεταξύ άλλων. Και παραπέμπει στη παρέμβαση του συντηρητικού τομεάρχη Εσωτερικών Κρίς Φίλιπ στη Βουλή των Κοινοτήτων, όπου ο τελευταίος μίλησε για «την επικίνδυνη ιδεολογία του λεγόμενου αντιρατσισμού», η οποία «ενσωματώνει» στις στρατηγικές οδηγίες της αστυνομίας τη διαφοροποιημένη μεταχείριση των υπόπτων ανάλογα με τη φυλή τους.
Στον αντίποδα, ο πρώην αστυνομικός διευθυντής και ιδρυτικό στέλεχος της Ένωσης Μαύρων Αστυνομικών, Λιρόι Λόγκαν, μιλώντας από τη συχνότητα του BBC χαρακτήρισε τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς ως αβάσιμους. «Είναι γελοίο να μην καταλαβαίνουν οι πολιτικοί την επιρροή που έχει ο λόγος τους στους πολίτες, ότι υποκινούν ακραίες συμπεριφορές» τόνισε, συσχετίζοντας τη στάση του Φάρατζ με τα επεισόδια και αποδίδοντας πολιτικά κίνητρα. «Οι μαύροι συμπολίτες μας είναι οκτώ φορές πιθανότερο να σταματήσουν για έλεγχο. Και είναι τέσσερις φορές πιθανότερο για τους μαύρους αστυνομικούς να τιμωρηθούν» πρόσθεσε, ζητώντας από τον αρχηγό του Reform να απολογηθεί για τη ρητορική του.
Πρόκειται για έκκληση που αγνοεί τον άμεσο πολιτικό στόχο του ακροδεξιού κόμματος, που εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Αυτός δεν είναι άλλος από την επικράτηση στις εκλογές για τη βουλευτική έδρα της περιφέρειας του Μέικερφιλντ, στα προάστια του Μάντσεστερ. Ο δήμαρχος της πόλης, Άντι Μπέρναμ, προβάλει ως φαβορί, και μία νίκη θα τον φέρει ένα βήμα πιο κοντά στη Βουλή και τη διεκδίκηση της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον νυν πρωθυπουργό. Ωστόσο, στις πρόσφατες τοπικές εκλογές το Reform ενίσχυσε αισθητά την παρουσία του, καταλαμβάνοντας το σύνολο των εδρών και το 50% των ψήφων. Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περιοχή κατοικείται κατά 97% από λευκούς, διατυπώνεται εύλογα ο φόβος ότι η υπόθεση Νόβακ θα επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα, «σπρώχνοντας» ψηφοφόρους προς τον Φάρατζ.
Είναι ο κίνδυνος να επιβραβευθεί αυτή η μικροπολιτική προσέγγιση που οδηγεί την εφημερίδα Independent να σημειώσει στο editorial της 3ης Ιουνίου: «Η διάδοση αβάσιμων ισχυρισμών, η υποκίνηση βίας και οι ταραχές απλώς επιδεινώνουν τη θλίψη μιας θλιμμένης οικογένειας και προσθέτουν ανησυχία σε ένα ήδη ταραγμένο έθνος. Όσοι επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τα υπάρχοντα προβλήματα, δημιουργώντας νέα δεν είναι κατάλληλοι να τους ανατεθεί η διακυβέρνηση της χώρας».
