Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έξοδο της Ελλάδας από το καθεστώς των μακροοικονομικών ανισορροπιών έγινε, όπως αναμενόταν, δεκτή από το Μέγαρο Μαξίμου με πανηγυρικούς τόνους.
Η εξέλιξη αυτή, επισημαίνει ο πρωθυπουργός στην ανάρτησή του, σφραγίζει το τέλος μιας επώδυνης περιόδου 16 ετών και την πλήρη επιστροφή στην κανονικότητα. Πρόκειται ουσιαστικά για την ολοκλήρωση μιας μακράς πορείας που ξεκίνησε το 2018 με την τυπική λήξη των μνημονίων. Ωστόσο, τόσο τότε όσο και τώρα, η κοινή διαπίστωση παραμένει πικρή: οι αριθμοί και οι τεχνοκρατικοί ισολογισμοί των Βρυξελλών ευημερούν, αλλά στην καθημερινότητα και στις τσέπες των πολιτών, αυτή η κανονικότητα αποτελεί ακόμα μακρινή οφθαλμαπάτη.
Όλα αυτά τα χρόνια, οι ενδογενείς πηγές της ακρίβειας έχουν εξελιχθεί σε μια δομική παθογένεια που επιμένει, εμπεδωμένη πια στη συνείδηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αποτελώντας σταθερά το πρώτο εύρημα σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Με το διαθέσιμο εισόδημα να εξανεμίζεται τις πρώτες τρεις εβδομάδες του μήνα, οι ευρωπαϊκοί έπαινοι δεν αρκούν για να ανακόψουν το διάχυτο αίσθημα οικονομικής ανασφάλειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της επιδοματικής πολιτικής αποδεικνύεται πλέον ατελέσφορη. Τα προσωρινά βοηθήματα αδυνατούν να πλήξουν τον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή την αισχροκέρδεια και τις στρεβλώσεις που επικρατούν στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς έχουν ήδη απορροφηθεί από τον πληθωρισμό και τη διογκούμενη στεγαστική κρίση που γονατίζει όσους επιχειρούν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους, ιδίως τη νέα γενιά. Τα στοιχεία της Eurostat είναι, άλλωστε, αμείλικτα, καθώς η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών, η οποία δεν έχει προσεγγίσει ακόμη τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την κρίση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η έξοδος από τα ευρωπαϊκά κατάστιχα αποτελεί μια θετική εξέλιξη, αλλά η αληθινή ευημερία μιας κοινωνίας αποτιμάται και με άλλους όρους. Αντανακλάται στη δυνατότητα των πολιτών να καλύπτουν τις ανάγκες τους με αξιοπρέπεια και να ατενίζουν το μέλλον με σιγουριά. Κυρίως, όμως, βασίζεται στην προσδοκία ότι θα ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες γενιές. Αυτό ακριβώς το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο έχει πλέον διαρραγεί, αφήνοντας το παιχνίδι σε αυτό το γήπεδο ακόμα ανοιχτό.
