Σήμερα το τηλέφωνο είναι τόσο αυτονόητο στην καθημερινότητά μας, που δύσκολα θυμόμαστε πως κάποτε υπήρξε τεχνολογικό θαύμα. Με αυτό δουλεύουμε, ενημερωνόμαστε, πληρώνουμε, φωτογραφίζουμε, στέλνουμε μηνύματα, μιλάμε με ανθρώπους που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου. Για να γίνει, όμως, τόσο αυτονόητο χρειάστηκε να περάσει από πολλές φάσεις: από επιστημονικό πείραμα, πολυτέλεια για λίγους, κρατική υποδομή, επαγγελματικό εργαλείο, σταθερή συσκευή στο σπίτι, κινητό – σύμβολο μιας νέας εποχής.
Οι σελίδες των εφημερίδων του Ιστορικού Αρχείου «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ» αποτυπώνουν αυτή τη μακρά διαδρομή ως τεχνολογική, αλλά και κοινωνική εξέλιξη. Μέσα από δημοσιεύματα, ρεπορτάζ, αφιερώματα και διαφημιστικές καταχωρίσεις, φαίνεται πώς το τηλέφωνο μπήκε στη ζωή των ανθρώπων, προκάλεσε ενθουσιασμό, δυσκολίες, αλλά και νέες συνήθειες.
Πριν από τον Γκράχαμ Μπελ
Η ιστορία του τηλεφώνου αρχίζει, βέβαια, πολύ πριν φτάσει στους Έλληνες πολίτες. Τα «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ», της 14ης Ιανουαρίου 1934, θυμίζουν πως με την εφεύρεση του τηλεφώνου «συνδέεται το όνομα του Γκράχαμ Μπελ, ο οποίος εζήτησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1876».
Ωστόσο, το ίδιο άρθρο ανασύρει μια παλαιότερη μορφή, τον Φίλιππο Ράις, «τον άνθρωπον που θεωρείται ότι ανεκάλυψε το τηλέφωνον πριν από τον Γκράχαμ Μπελ.
»Αν ο Αμερικανός Μπελ είναι ο πρώτος κατασκευάσας ένα εύχρηστον τηλέφωνον, ο Φίλιππος Ράις είναι ο πρώτος συλλαβών την ιδέαν της μεταβολής των ηχητικών κυμάτων εις ηλεκτρικά φαινόμενα, και αυτά πάλιν εις ηχητικά κύματα. Επί της βασικής αυτής αρχής στηρίζεται ως γνωστόν όλος ο μηχανισμός του τηλεφώνου.
Το ξύλινο «αυτί» του Ράις
»Το μηχάνημα του Ράις συνίστατο εις την απομίμησιν του ανθρωπίνου αυτιού εκ ξύλου, ακολούθως εξ ενός φελλού, εις τον οποίον είχον ανοίξει μίαν οπήν. Επάνω από την οπήν είχε τεντώση μια ζωική πέτσα, την πέτσα που χρησιμεύει ως εξωτερικόν περίβλημα στα λουκάνικα.
»Επάνω εις αυτήν είχε κολλήση λεπτόν φύλλον πλατίνης. Επ’ αυτού εστηρίζοντο ελαφρώς δύο μετάλλιναι αιχμαί εις τας οποίας διωχετεύετο το ρεύμα μιας μπαταρίας. Η συσκευή αυτή ήταν ο αποδέκτης των ηχητικών κυμάτων. Με αυτόν συνεδέετο διά σύρματος το μηχάνημα της μεταβιβάσεως αποτελούμενον από μια βελλόνη περί την οποίαν ήταν τυλιγμένον σύρμα».
Από αυτή τη χειροποίητη συσκευή αρχίζει μια από τις μεγάλες τεχνολογικές περιπέτειες του 19ου και του 20ού αιώνα.
Η καθυστερημένη άφιξη στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η άφιξη του τηλεφώνου δεν υπήρξε άμεση. Όπως έγραφε η Λένα Παπαδημητρίου στο «BHMA» της 10ης Μαρτίου 1996 με αφορμή την 100ή επέτειο της ελληνικής τηλεφωνίας:
«Η τηλεφωνία αφίχθη στην Ελλάδα λίγο καθυστερημένα». Το δημοσίευμα τοποθετεί το ουσιαστικό ντεμπούτο της εγχώριας τηλεφωνίας τον Νοέμβριο του 1895, λίγους μήνες πριν από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Η συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Το ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από υποδομές που θα εξυπηρετούσαν αθλητές, δημοσιογράφους και επισκέπτες:
«Ο κρατικός μηχανισμός της εποχής θορυβήθηκε, αμφιταλαντεύτηκε προς στιγμήν για να σπεύσει ασθμαίνων να προλάβει το τρένο της εξέλιξης. Η κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη έθεσε ως ζωτικής σημασίας προτεραιότητάτης την κατασκευή των υποδομών και στην επαρκή λειτουργία των υπηρεσιών που θα εξυπηρετούσαν τις αποστολές των αθλητών, των δημοσιογράφων και των επισκεπτών της πρωτεύουσας».
«Κρατική υπόθεση»
Η θεσμοθέτηση είχε προηγηθεί με τον νόμο ΒΚΖ΄ του 1892, ενώ τον Ιανουάριο του 1896 δημιουργήθηκαν τα δύο πρώτα κεντρικά τηλεφωνικά γραφεία στην Αθήνα, στην οδό Λυκαβηττού, και στον Πειραιά. Η Αθήνα απέκτησε 60 «τηλεφωνικούς σταθμούς» και ο Πειραιάς 30. Ο όρος «τηλεφωνική συσκευή» δεν είχε ακόμη επικρατήσει.
Οι πρώτοι αριθμοί ήταν κρατική υπόθεση. Σύμφωνα με το ίδιο αφιέρωμα, οι εννέα πρώτοι ανήκαν στην κυβέρνηση και οι υπόλοιποι μοιράζονταν σε υπηρεσίες, στην Αστυνομία, στο Δικαστικό Σώμα, στα Ανάκτορα, στη Νομαρχία, στο Αστεροσκοπείο. Το τηλέφωνο δεν είχε ακόμη μπει στο σπίτι του πολίτη. Ήταν εργαλείο διοίκησης, εξουσίας και οργάνωσης.
Οι αντιδράσεις
Αυτό, όμως, δεν άργησε να προκαλέσει αντιδράσεις. Η συζήτηση για το αν η τηλεφωνία έπρεπε να είναι κρατική ή ιδιωτική ξεκίνησε σχεδόν μαζί με την εγκατάστασή της.
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 10ης Μαρτίου 1996, αναπαράγει δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία» της 8ης Ιουνίου 1895, όπου διατυπώνεται η αγανάκτηση για τις καθυστερήσεις:
«Ας κάμη ό,τι θέλει επιτέλους το Δημόσιον αλλά ας μην αποστερήση του κόσμου από το θαυμαστό αυτό μέσο συγκοινωνίας, το οποίο μεταχειρίζονται και αυτοί οι Κινέζοι εις τας καθημερινάς ανάγκας των […]
»Και ιδού διατί είμεθα χωρίς τηλέφωνον, οι μακάριοι κάτοικοι του Άστεως εν έτει 1895, καταδικασμένοι να αναγιγνώσκωμεν ζηλοτύπως εις ευρωπαϊκά φύλλα τα περί διαδόσεως και λειτουργίας του τηλεφώνου…».
Τηλέφωνο για λίγους
Η νέα τεχνολογία φάνταζε θαυμαστή, αλλά παρέμενε εξαιρετικά κοστοβόρα. Όπως καταγράφει το ρεπορτάζ της Λένας Παπαδημητρίου, η ετήσια συνδρομή για έναν σταθμό στην Αθήνα έφθανε τις 250 δραχμές, στον Πειραιά τις 200 και στο Νέο Φάληρο τις 150 – ποσά υψηλά σε σχέση με τους μισθούς και τα μεροκάματα της εποχής. Έτσι, το τηλέφωνο συναντάται συχνότερα σε καφενεία, λέσχες και καταστήματα «για την εξυπηρέτηση της εκλεκτής πελατείας τους», παρά σε ιδιωτικές κατοικίες.
Η επαρχία ακολούθησε ακόμα πιο καθυστερημένα. Το 1907 η Πάτρα απέκτησε το πρώτο τοπικό τηλεφωνικό κέντρο δυναμικότητας εκατό συνδρομητών. Το 1908 ιδρύθηκε το σώμα των Ελληνίδων τηλεφωνητριών, ενώ το 1911 λειτούργησε το πρώτο τηλεφωνικό κέντρο αξιόλογης έκτασης στην Αθήνα. Το 1912 ήρθε ακόμη ένας σημαντικός σταθμός: η πρώτη υπεραστική τηλεφωνική γραμμή. Το 1914 η υπηρεσία των τριών Τ – Ταχυδρομείων, Τηλεγραφείων και Τηλεφώνων – πέρασε στο νεοσύστατο υπουργείο Συγκοινωνιών.
Η στροφή του 1930
Η μεγάλη στροφή ήρθε το 1930, με τη σύμβαση με τη Siemens – Halske για την αστική και προαστική επικοινωνία και την ίδρυση της ΑΕΤΕ, της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας. Στη δεκαετία 1930-1940 εγκαταστάθηκαν αυτόματα τηλεφωνικά κέντρα στην Αθήνα και σε πόλεις της επαρχίας. Το τηλέφωνο άρχισε να απομακρύνεται από την εικόνα της πολυτέλειας και να μετατρέπεται σε αναγκαία υποδομή.

«Τεχνικοί της Siemens
το 1931 κάνουν
τις πρώτες συνδέσεις».
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.3.1996, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε βίαια αυτή την πορεία. Γράφει η Λένα Παπαδημητρίου:
«Μεγάλες ζημιές θα προκληθούν σε ολόκληρο το τηλεγραφικό και τηλεφωνικό δίκτυο της χώρας, ενώ κατά την αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής θα καταστραφούν ολοσχερώς τα Αυτόματα Τηλεφωνικά Κέντρα της Κέρκυρας, των Τρικάλων, του Πύργου, της Λαμίας, της Ελευσίνας και του Ελληνικού».
Η ίδρυση του ΟΤΕ
Η ανασυγκρότηση και η ενιαία οργάνωση των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με την ίδρυση του ΟΤΕ (Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος):
«Η αληθινή ιστορία του ελληνικού τηλεφώνου μόλις αρχίζει…»
Ωστόσο, η μετάβαση στη μαζική τηλεφωνία δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Στις δεκαετίες του ’60, του ’70, αλλά και του ’80, το τηλέφωνο έγινε το αντικείμενο του πόθου και, συχνά, της μεγάλης υπομονής. Η ζήτηση ήταν τόσο μεγαλύτερη από την προσφορά των υποδομών, που η αναμονή για μια γραμμή μπορούσε να διαρκέσει από μήνες έως και χρόνια. Αυτό αποτέλεσε τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα (τα περίφημα «ρουσφέτια» για μια γραμμή).
Από το telex στη δορυφορική κεραία
Τα χρόνια που ακολούθησαν η τηλεφωνία συνδέθηκε με την ανάπτυξη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το 1957 λειτούργησε η υπηρεσία telex, το 1965 ολοκληρώθηκε η αυτοματοποίηση των υπεραστικών τηλεφωνικών κέντρων, το 1968 εγκαταστάθηκε το υποβρύχιο καλώδιο Ελλάδας – Ιταλίας και το 1970 η δορυφορική κεραία στις Θερμοπύλες. Το 1978 εμφανίζεται το πρώτο ψηφιακό δίκτυο, ενώ το 1989 καταγράφεται η υπηρεσία τηλεδιάσκεψης. Το τηλέφωνο δεν είναι πια μόνο φωνή· γίνεται δίκτυο δεδομένων, επιχειρήσεων, διεθνών συνδέσεων.
«Το τέλος της ενσύρματης επικοινωνίας»
Στη δεκαετία του 1990, ανοίγει το κεφάλαιο της κινητής τηλεφωνίας. Ο Στ. Χαϊκάλης γράφει στο «ΒΗΜΑ» της 18ης Απριλίου 1993 για «Το τέλος της ενσύρματης επικοινωνίας:
»Οι μελλοντολόγοι και οι πολεοδόμοι υποστηρίζουν ότι η εξάπλωση της ασύρματης τηλεφωνίας […] θα έχει άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία και τη μορφή της πόλης». Οι νέες τηλεπικοινωνίες, έγραφε, υπόσχονταν «ανεξαρτησία στον συνδρομητή» και «καινούργιους βαθμούς ελευθερίας στις επιχειρήσεις».
Το δημοσίευμα εξέφραζε το μεγάλο ερώτημα των πολιτών: «Πότε όλα αυτά θα γίνουν εφικτά;» υπογραμμίζοντας τις καθυστερήσεις της ελληνικής αγοράς.
Η κινητή τηλεφωνία θα άρχιζε να λειτουργεί στην Ελλάδα «μόλις στα τέλη του 1993, αρκετά χρόνια δηλαδή αφότου ξεκίνησε την καριέρα της στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης».
Τα πρώτα κινητά στην Αθήνα
Η Panafon σχεδίαζε την έναρξη λειτουργίας τον Ιούλιο, με κάλυψη από τα βόρεια προάστια ως την Ελευσίνα, τον Πειραιά και τη Βουλιαγμένη. Το κόστος, όμως, παρέμενε υψηλό: η πρώτη εκταμίευση του συνδρομητή υπολογιζόταν στις 250.000 – 300.000 δραχμές, με πάγιο 10.000 δραχμές τον μήνα και περίπου 100 δραχμές ανά λεπτό συνομιλίας.
Παρά το κόστος, ο Στ. Χαϊκάλης προέβλεπε τη μελλοντική διεύρυνση: «Το κινητό τηλέφωνο δεν είναι πλέον προνόμιο των πλουσίων, αλλά μετεξελίσσεται σε εργαλείο των μεσαίων στρωμάτων».
Την ίδια δεκαετία, οι τηλεπικοινωνίες έγιναν και χρηματιστηριακό γεγονός. Στο «ΒΗΜΑ» της 10ης Μαρτίου 1996, ο Κ. Τσαούσης, στο ρεπορτάζ «Το “ξεσκόνισμα” του ΟΤΕ», περιέγραφε την προετοιμασία για την εισαγωγή του Οργανισμού στο Χρηματιστήριο. Οι τηλεπικοινωνίες αντιμετωπίζονταν πια ως αγορά με διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον, ενώ η μετοχή του ΟΤΕ παρουσιαζόταν ως «χαρτί» με προοπτικές ανάπτυξης.
Η εποχή του δεκαψήφιου
Η επόμενη μεγάλη αλλαγή για τον Έλληνα πολίτη ήρθε με το δεκαψήφιο σύστημα αριθμοδότησης. Στο «ΒΗΜΑ» της 19ης Ιανουαρίου 2002, ο Π. Μπουλούκος έγραφε ότι:
«Πιο δύσκολη και περισσότερο χρονοβόρος θα είναι από αύριο η πραγματοποίηση μιας τηλεφωνικής κλήσης, καθώς όλοι οι κάτοχοι των σταθερών τηλεφώνων του ΟΤΕ θα πρέπει να πληκτρολογούν δέκα ψηφία στη συσκευή τους για να επικοινωνήσουν με τα πρόσωπα που επιθυμούν, στην περιοχή τους αλλά και σε όλη τη χώρα. Οι τηλεφωνικοί αριθμοί που χαρακτηρίζουν έναν συνδρομητή αυξάνονται με την πρόσθεση των ψηφίων του κωδικού αριθμού κάθε περιοχής και ενός μηδενικού, ώστε να μετατραπούν σε δεκαψήφιους».
Έτσι, ένας επταψήφιος αριθμός της Αθήνας θα γινόταν 01-0-1234567, ενώ στη Θεσσαλονίκη ένας εξαψήφιος αριθμός θα μετατραπόταν σε 031-0-123456:
«Το νέο σύστημα τηλεφωνικών κλήσεων που ήδη εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να αντιμετωπισθεί η υπάρχουσα έλλειψη αριθμοδοτικών πόρων».
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αλλαγές αυτής της περιόδου ήταν η γέννηση του προθέματος «210» για την Αθήνα. Στις 20 Ιανουαρίου 2002, το γνώριμο «01» που συνόδευε την πρωτεύουσα για δεκαετίες, έδωσε οριστικά τη θέση του στο δεκαψήφιο πρόθεμα, ενώ αντίστοιχα το «031» της Θεσσαλονίκης έγινε «2310» και το «061» της Πάτρας «2610».
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 24 Ιουνίου 2006, διαφημιστική καταχώριση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων στο «ΒΗΜΑ» παρουσίαζε το δεκαψήφιο ως «πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης», που δημιουργεί χώρο για περισσότερους αριθμούς και επιτρέπει την είσοδο νέων εταιρειών στην αγορά:
«Απλά θα αλλάξουν λίγο οι συνήθειές μας», ανέφερε η καταχώριση. Ήταν μια φράση που συμπύκνωνε όλη την ιστορία του τηλεφώνου.
Μέχρι και σήμερα γινόμαστε μάρτυρες νέων τεχνολογικών αλλαγών που αρχικώς προκαλούν αναστάτωση, αλλά εν τέλει καταλήγουν καθημερινότητα.