Μια υπόθεση εκβίασης με έντονα στοιχεία οργάνωσης και συστηματικής πίεσης προς το θύμα, αποκαλύφθηκε στη Θεσσαλονίκη, οδηγώντας στη σύλληψη τεσσάρων ατόμων, ανάμεσά τους και ενός κρατούμενου, που φέρεται να είχε κεντρικό ρόλο στην υπόθεση.
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται έπειτα από καταγγελία διαχειριστή εταιρείας, ο οποίος βρέθηκε στο στόχαστρο εκβιαστών.
Το τηλεφώνημα από τη φυλακή και ο «διαπραγματευτής»
Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε, δέχθηκε τηλεφώνημα από άτομο που βρίσκεται έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα και απαίτησε 200.000 ευρώ, επικαλούμενος ψευδή περιστατικά, ενώ απείλησε το θύμα πώς θα του κάνει κακό, σε περίπτωση που τον παγίδευε.
Οι πιέσεις δε σταμάτησαν εκεί. Σε δεύτερη επικοινωνία, εμφανίστηκε άλλος δράστης, που ανέλαβε τον ρόλο του «διαπραγματευτή». Το ποσό μειώθηκε στις 100.000 ευρώ, όμως οι απειλές εντάθηκαν.
Η εισβολή των κουκουλοφόρων στην εταιρεία
Μάλιστα, δύο άτομα με καλυμμένα χαρακτηριστικά μετέβησαν στην εταιρεία του θύματος και απείλησαν υπάλληλο, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι ήταν αποφασισμένοι για όλα.
Η επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. και η επεισοδιακή σύλληψη
Οι αστυνομικές αρχές κινητοποιήθηκαν άμεσα. Μεθοδικά οργανώθηκε επιχείρηση, με στόχο να στηθεί παγίδα στους δράστες. Καθορίστηκε συνάντηση για την παράδοση των χρημάτων και τη στιγμή που τρεις από τους εμπλεκόμενους εμφανίστηκαν για να τα παραλάβουν, οι αστυνομικοί έκαναν έφοδο.
Οι δράστες αντιστάθηκαν και επιχείρησαν να διαφύγουν, όμως τελικά ακινητοποιήθηκαν.
Τα ευρήματα στο κελί και η βαριά δικογραφία
Στις έρευνες που ακολούθησαν, βρέθηκαν όπλο με φυσίγγια, χρηματικό ποσό και κινητά τηλέφωνα, ενώ τα προσημειωμένα χρήματα επιστράφηκαν στον επιχειρηματία.

Παράλληλα, έρευνα πραγματοποιήθηκε και στο κελί του κρατούμενου, που φέρεται να συντόνιζε την επιχείρηση. Εκεί εντοπίστηκαν κινητά τηλέφωνα, καθώς και αυτοσχέδιο αιχμηρό αντικείμενο.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για σειρά αδικημάτων, που περιλαμβάνουν εκβίαση, βία, απείθεια και παραβάσεις σχετικές με όπλα και παράνομη κατοχή συσκευών επικοινωνίας εντός φυλακών.
Οι τέσσερις συλληφθέντες οδηγούνται ενώπιον της Δικαιοσύνης, ενώ τα κατασχεθέντα αντικείμενα εξετάζονται στα εγκληματολογικά εργαστήρια, προκειμένου να διαπιστωθεί αν συνδέονται και με άλλες υποθέσεις.