Ιάσων Αθανασιάδης: Η ιρανική κοινωνία έχει αλλεργία στις υποδείξεις – Από τα θρανία της Τεχεράνης στην απομόνωση

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ιάσων Αθανασιάδης, που έχει ζήσει και φυλακιστεί στην Τεχεράνη, μιλάει για τις εμπειρίες του και την «διπλή ζωή» των Ιρανών

Ιάσων Αθανασιάδης: Η ιρανική κοινωνία έχει αλλεργία στις υποδείξεις – Από τα θρανία της Τεχεράνης στην απομόνωση

Ο Ιάσων Αθανασιάδης είναι συγγραφέας, φωτογράφος και δημοσιογράφος του BBC, του Al Jazeera και άλλων διεθνών μέσων. Το 2004-20φ07 έζησε στην Τεχεράνη για μεταπτυχιακές σπουδές και μάλιστα με επιβλέποντα τον νυν υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, σε μια εποχή που η ιρανική κοινωνία διεκδίκησε μια εναλλακτική στο συντηρητικό καθεστώς.

Το 2009 βρέθηκε πάλι στο Ιράν, ως δημοσιογράφος αυτή τη φορά, και κατέγραψε τη ματαίωση των οραμάτων μιας γενιάς, βιώνοντας ταυτόχρονα την προσωπική του σύλληψη και φυλάκιση.

Μιλάει στο «Βήμα» για τις τότε εμπειρίες του και αναλύει τις εξελίξεις στη νοοτροπία των Ιρανών που διαφαίνονται στον τρέχοντα πόλεμο.

Πώς βρεθήκατε το 2004 στην Τεχεράνη;

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ήμουν στο Παρίσι όπου έκανα ένα ντοκιμαντέρ για τη Σαουδική Αραβία για το BBC και το Arte. Στη συνέχεια πήγα στη Ντόχα του Κατάρ, όπου εργάστηκα για την αγγλική ιστοσελίδα του Al Jazeera. Αμέσως μετά το Κατάρ, εργάστηκα για ενάμιση χρόνο στην Ελλάδα ως παραγωγός του BBC World. Περνώντας, όμως, αυτό το διάστημα εκτός Μέσης Ανατολής είχα αρχίσει να χάνω την επαφή, να χάνω τα αραβικά μου, οπότε ήθελα να βρω ένα τρόπο να επιστρέψω στην περιοχή.

Οπότε, μόλις είδα ότι διαφημιζόταν ένα μεταπτυχιακό για τις ιρανικές σπουδές στην Τεχεράνη, ενθουσιάστηκα. Πήγα στο Ιράν ως φοιτητής. Το μεταπτυχιακό μου ήταν περσικά και σύγχρονες ιρανικές σπουδές και το χορηγούσε μια δεξαμενή σκέψης, το Ινστιτούτο Πολιτικών Διεθνών Σπουδών, του οποίου διευθυντής ήταν ο Αμπάς Αραγτσί, νυν υπουργός Εξωτερικών του Ιράν. Ο Αραγτσί είχε μόλις επιστρέψει από τη Φινλανδία, όπου ήταν πρέσβης και διηύθυνε αυτό το κέντρο που εξέφραζε περισσότερο τους μεταρρυθμιστές.

Στο Μάστερ η τάξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Υπήρχε λ.χ. μια Σαουδαράβισσα που είχε χάσει την υπηκοότητά της επειδή είχε παντρευτεί Ιρανό, ένας συνεσταλμένος τούρκος διπλωμάτης, ένας Νοτιαφρικανός που φορούσε μονίμως ένα ασπρόμαυρο κοστούμι «Reservoir Dogs». Επίσης, η Ροξάνα Σαμπερί, μια ιαπωνο-ιρανή δημοσιογράφος, η οποία είχε μόλις κερδίσει έναν διαγωνισμό ομορφιάς και στη συνέχεια είχε φυλακιστεί από τους Ιρανούς μέχρι να αφεθεί ελεύθερη ύστερα από παρέμβαση του Ομπάμα. Θυμάμαι ακόμη μια Αγγλίδα που είχε τελειώσει την Οξφόρδη και μιλούσε τέλεια περσικά, μια αμερικανή δικηγόρο που φορούσε το πιο αυστηρό χιτζάμπ που μπορούσες να δεις τότε στην Τεχεράνη. Μετά το τέλος του μεταπτυχιακού, έκατσα άλλα δύο χρόνια, δουλεύοντας ως δημοσιογράφος.
Πώς ήταν ο Αμπάς Αραγτσί ως καθηγητής και επιβλέπων της εργασίας σας;

Ήταν μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία. Μας έκανε μάθημα για την δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, οπότε μας δίδαξε αναλυτικά για τη Βουλή, το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης κ.ά. Ήταν συγκροτημένος, μετρημένος, μια ήπια δύναμη. Υπήρχε, δηλαδή, μια απόσταση, αλλά ταυτοχρόνως η τάξη ήταν χαλαρή μαζί του. Ήταν ο επιβλέπων μου, αλλά κάναμε μόνο λίγες συναντήσεις προτού διοριστεί επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οπότε μου ανακοίνωσε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να επιβλέπει την εργασία μου.

Η εργασία μου είχε ως θέμα πώς μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, είχαν επιστρέψει στη χώρα όλοι οι αντιφρονούντες ιρακινοί Σιίτες, οι οποίοι όλα τα προηγούμενα χρόνια ζούσαν στο Ιράν επειδή τους καταδίωκε ο Σαντάμ Χουσεΐν. O Αραγτσί φημολογείτο τότε ότι ήταν πολύ κοντά στον Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί και στην πρώτη γενιά της επανάστασης, όπως και πολλοί άλλοι καθηγητές μας.
Θυμάμαι λ.χ. ότι ένας άλλος καθηγητής μας ήταν στην ομάδα που είχε φέρει τον Χομεϊνί το 1979 από το αεροδρόμιο στο κέντρο της Τεχεράνης, στην ιστορική αυτοκινητοπομπή. Μας δίδασκε επίσης ο Αμπάς Μαλεκί, που είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών του Ιράν και μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας για τον τερματισμό του πολέμου Ιράν-Ιράκ. Αλλά υπήρχε και ένας καθηγητής που είχε ξεμείνει από την εποχή του Σάχη, που τον είχε προφτάσει η επανάσταση πρέσβη στο Λονδίνο, ο κύριος Μποβάντ, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός που φόραγε παπιγιόν στο μάθημα – γενικά η Ισλαμική Δημοκρατία δεν ενθαρρύνει τις δυτικόφερτες μόδες.

Μετά το μεταπτυχιακό, τι θέματα καλύψατε στην Τεχεράνη ως δημοσιογράφος;

Επικέντρωσα σε κοινωνικά θέματα, κυρίως στη μεσαία τάξη όπου έβλεπα ότι υπήρχε όλος ο δυναμισμός. Σχηματικά θα λέγαμε ότι υπήρχαν τρεις τάξεις. Η ελίτ αντιπαθούσε πάρα πολύ την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά μια χαρά έκανε δουλίτσες και έβγαζε λεφτά από το κράτος. Υπήρχε μια υπόρρητη συμφωνία ότι άμα δεν ασχολείσαι με την πολιτική, μια χαρά μπορείς να δραστηριοποιηθείς, ακόμη κι αν είσαι κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας ιδεολογικώς. Η ελίτ περνούσε μια ζωή με πάρτι και αλκοόλ, όχι όλοι αλλά πολλοί.

Από την άλλη, και η εργατική τάξη είχε φοβερό ενδιαφέρον, αλλά κρατούσαν πιο μεγάλη απόσταση από έναν ξένο σαν εμένα. Η μεσαία τάξη ήταν η δεξαμενή για όλες τις πορείες που έλαβαν χώρα το 2009 μετά τις εκλογές. Οι άνθρωποι της μέσης τάξης, παρότι δεν είχανε ζήσει εκτός Ιράν, ήταν πλήρως ενημερωμένοι, μιλούσαν ξένες γλώσσες. Όταν άκουγαν ότι είμαι Έλληνας, μου μιλούσαν για τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Αγγελόπουλο. Ἠταν περίεργη αίσθηση να μπαίνεις σε ταξί στην Τεχεράνη και ο οδηγός λ.χ. να είναι πρώην πιλότος πολεμικού αεροσκάφους τον καιρό του Σάχη, να μιλάει τέλεια αγγλικά και να γνωρίζει λεπτομέρειες για την Ελλάδα.

Η πολιτιστική ζωή στην Τεχεράνη εκείνη την εποχή, ήταν πολύ έντονη, ιδίως το θέατρο και ο διάσημος ιρανικός κινηματογράφος. Παρότι υπήρχαν κυρώσεις και ήταν δύσκολο να ταξιδέψεις με ιρανικό διαβατήριο, οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης είχαν υψηλότατο πολιτιστικό επίπεδο και εντυπωσιακή ενημέρωση. Αυτό λειτουργούσε δίκοπα για μένα, γιατί ενώ αυτοί ήξεραν πολύ καλά την ελληνική ποίηση, μετά μπορεί να με ρωτούσαν τι περσική ποίηση έχω μάθει απ’ έξω και όταν τους απαντούσα ότι δεν γνωρίζω περσικά ποιήματα από στήθους, τους φαινόταν κάπως παράξενο.

Πώς ήταν αυτή η έντονη πολιτιστική ζωή της Τεχεράνης δεδομένων των απαγορεύσεων που επέβαλλε η Ισλαμική Δημοκρατία;

Έγραφα άρθρα που προσπαθούσαν λίγο να εξανθρωπίσουν το Ιράν μέσα από την εμπειρία της μεσαίας τάξης, με την οποία ήμουν συνεχώς σε επαφή. Μια τυπική εβδομάδα στην Τεχεράνη θα μπορούσε να περιλαμβάνει πρόσκληση σε συναυλία heavy metal, μετά σε rap ή hip hop συγκροτήματος, αλλά και σε μυστικιστικό χορό γυναικών-σούφι ή ντεφιλέ μόδας. Όλα αυτά βεβαίως γίνονταν underground, μέσα σε σπίτια, γιατί απαγορευόντουσαν. Σου έλεγαν έναν κωδικό και πήγαινες στη διεύθυνση, λ.χ. σε ένα συγκρότημα πολυκατοικιών, και όταν έφτανες, υπήρχε κάποιος απ’ έξω που σε περίμενε, έλεγες τον κωδικό και σε έβαζε μέσα. Βεβαίως σε τσέκαραν κάπως, ιδίως αν ήσουν άγνωστος ή ξένος.

Υπήρχαν κλίκες κι εγώ γνώρισα άτομα που ανήκαν στις ίδιες κλίκες με εμένα, και, εντέλει, γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας όσοι είχαμε τα ίδια ενδιαφέροντα. Σε μια πόλη 18 εκατομμυρίων ιδιαιτέρως νεανική υπήρχε μια αφάνταστα ευρεία γκάμα από κλίκες δηλαδή από hip hop και heavy metal μέχρι φωτογραφία, θέατρο. Το 60% του πληθυσμού ήταν τότε κάτω των 29 ετών. Οι δικές μου κλίκες ήταν κυρίως κινηματογραφιστές, γραφίστες και ζωγράφοι μέσω της κοπέλας μου που ήταν ζωγράφος και με έβαλε στην παρέα της όπου υπήρχαν και πολλοί χορευτές και άνθρωποι του σινεμά. Αυτή η μεσαία τάξη ήταν κοσμική και ανοικτή προς τη Δύση.

Αν η μεσαία τάξη είχε τόσο ενδιαφέρουσα ζωή, η ελίτ πώς ζούσε;

Η ελίτ είχε πιο βαρετή ζωή, καθώς ήταν επιχειρηματίες που ενδιαφέρονταν μόνο να δείχνουν τα ρολόγια που αγόραζαν από το Ντουμπάι, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Επιδείκνυαν τις γυναίκες τους που ήταν πολύ εντυπωσιακές και προκλητικές, όμορφες αλλά με πολύ εκτεταμένη χρήση πλαστικής χειρουργικής.

Στην αρχή συναναστρεφόμουν με ανθρώπους της ελίτ, αλλά μόλις έσπασα το φράγμα της γλώσσας και άρχισα να μιλάω περσικά, προσέγγισα ανθρώπους της μεσαίας τάξης.

Αναφερθήκατε στα ταξίδια των πλουσίων στο Ντουμπάι. Ποια ήταν η σχέση των Ιρανών με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα;

Ήταν μια σχέση αγάπης-μίσους. Πολλοί Ιρανοί θεωρούσαν ότι το Ντουμπάι ήταν η εναλλακτική που τους είχε κλαπεί από την Ισλαμική Δημοκρατία και ότι αν το Ιράν είχε συνεχίσει τον εκσυγχρονιστικό δρόμο του Σάχη, θα είχε καταλήξει να γίνει Ντουμπάι. Πολλοί σνόμπαραν το Ντουμπάι, γιατί θεωρούσαν ότι μέχρι την ισλαμική επανάσταση τα σημαντικότερα λιμάνια του Περσικού κόλπου ήταν το Μπουσέρ και το Μπαντάρ Αμπάς (αμφότερα ιρανικά). Το Ντουμπάι αναδύθηκε μετά στη δεκαετία του 1980 και του 1990, όταν ο κοιμώμενος γίγαντας του Ιράν υπέστη τον οκταετή πόλεμο με το Ιράκ και τις διεθνείς κυρώσεις.

Υπήρχαν πάντως 15 με 20 πτήσεις προς το Ντουμπάι καθημερινά, πολλοί μπορεί να πήγαιναν αυθημερόν για μια συναυλία. Εντέλει, για την Ισλαμική Δημοκρατία το Ντουμπάι λειτουργούσε ως βαλβίδα αποσυμπίεσης. Επέτρεπαν στον κόσμο να πάει. Μόλις οι Ιρανές έπαιρναν το αεροπλάνο για το Ντουμπάι, τη στιγμή της απογείωσης έβγαζαν όλες τη μαντίλα. Στο Ντουμπάι οι Ιρανοί πήγαιναν για να κάνουν «ζωάρα», πήγαιναν σε πάρτι, έπιναν, έκαναν σεξ και μετά επέστρεφαν.

Υπήρχαν επίσης Ιρανές που δούλευαν στο Ντουμπάι ως πόρνες. Ήξερα μια κοπέλα, η οποία ήταν μητέρα και είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα στο Ντουμπάι, έβλεπε τους πελάτες της και μετά επέστρεφε με ένα πολύ καλό εισόδημα στο Ιράν και πρόσεχε την κόρη της. Οι Ιρανοί που δεν είχαν τα λεφτά για παρόμοια ζωή στο Ντουμπάι, πήγαιναν στην Τουρκία ή στο Γερεβάν στην Αρμενία. Λ.χ. καλλιτέχνες που δεν μπορούσαν να κάνουν δημοσίως συναυλία στο Ιράν, πήγαιναν στο Γερεβάν ή στην Αττάλεια.

Ποια θεματική είχαν τα άρθρα σας;

Τα πάντα από πολιτικά έως κοινωνικά. Είχα γράψει άρθρα για τα μειονοτικά θέματα. Επεσήμανα ότι υπήρχαν συνεχώς προσπάθειες από τις ΗΠΑ να αποσταθεροποιήσουν το Ιράν, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση με τις μειονότητες.

Εκείνη την εποχή, συνέβαιναν πολλές «βελούδινες επαναστάσεις». Είχα αρχίσει να μαθαίνω ότι υπήρχε κόσμος ο οποίος πήγαινε στο Ντουμπάι και σε άλλες πόλεις της γύρω περιοχής για εκπαίδευση σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάθαιναν λ.χ. να μαζεύουν στοιχεία και να τα βάζουν σε ένα μη εύκολα ανιχνεύσιμο τμήμα ενός σκληρού δίσκου και να τα στέλνουν με ασφαλή τρόπο. Μιλάμε για το 2005-2006. Αυτά τότε, ήταν πολύ καινούργια πράγματα.

Παράλληλα είχα την Τεχεράνη ως βάση για δημοσιογραφικά ταξίδια στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ το 2005, στον Λίβανο το 2006, κατά τη διάρκεια του πολέμου όπου έκανα ένα ντοκιμαντέρ για τη Χεζμπολάχ. Έκανα επίσης τρεις εκθέσεις φωτογραφιών στην Τεχεράνη, δύο σε ιδιωτικές γκαλερί και μία στο πνευματικό κέντρο του δήμου. Στον δήμο έκανα μια έκθεση με φωτογραφίες από το Ιράν. Τις έδειξαν όλες εκτός από δύο που τις λογόκριναν ως δυσφημιστικές είκοσι λεπτά πριν αρχίσουν τα εγκαίνια.

Πώς φτάσατε να καλύψετε δημοσιογραφικά τις μεγάλες διαδηλώσεις του 2009;

Το 2007 ήμουν στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στις ΗΠΑ και το 2008 στην Κωνσταντινούπολη. Το 2009, πήγα στο Ιράν με δημοσιογραφική βίζα για να καλύψω τις εκλογές. Τότε φαινόταν ότι ο μεταρρυθμιστής Μιρ-Χοσεΐν Μουσαβί είχε πάρει τα πάνω του και ότι οι ρεφορμιστές θα έβγαιναν σίγουρα με άνετη πλειοψηφία.

Δεν το πίστευα πολύ γιατί είχα κάνει ανεξάρτητη έρευνα, ενώ ένας αριστερός μαρξιστής φίλος, που ήταν αντιρρησίας συνείδησης, μου είχε παρουσιάσει με πειστικά επιχειρήματα γιατί θα έβγαινε ο συντηρητικός Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Ταυτοχρόνως, στα περσικά έντυπα υπήρχαν πάρα πολλά δημοσιεύματα που έγραφαν ότι αναμενόταν κάποιου είδους «βελούδινη επανάσταση» υποστηριζόμενη από τη Δύση.

Δεν θεωρούσα απίθανο να ίσχυε κάτι παρόμοιο, καθώς είχα την εξής εμπειρία. Όταν ζούσα στην Κωνσταντινούπολη ένα χρόνο νωρίτερα, είχα γνωρίσει μια Αμερικανίδα με την οποία κάναμε τουρκικά μαζί στην ίδια τάξη και η οποία είχε μόλις εκδιωχθεί από το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, όπου δούλευε για την μη κυβερνητική οργάνωση National Democratic Institute. Είχε, λοιπόν, κατηγορηθεί ότι είχε προσπαθήσει να προκαλέσει στο Αζερμπαϊτζάν μια βελούδινη επανάσταση και είχε συλληφθεί. Για να αφεθεί ελεύθερη είχε μεσολαβήσει η Μάντλιν Ολμπράιτ.

Η εν λόγω Αμερικανίδα επέμενε φορτικά να με καλεί σπίτι της, για να γνωρίσω ανθρώπους που ήθελαν να τους φέρω σε επαφή με άτομα που ήταν εναντίον του καθεστώτος. Είχα τότε αποφύγει να ανταποκριθώ, για τον λόγο ότι δεν θεωρούσα ηθικό ως δημοσιογράφος να μοιραστώ τις επαφές μου με άτομα που δεν ήταν δημοσιογράφοι και που δεν είχαν αντικειμενική άποψη και προσέγγιση για τα ζητήματα του Ιράν. Είχα πάντως αποκομίσει την εντύπωση ότι υπήρχε κινητικότητα γύρω από το Ιράν.

Εκείνη την εποχή ήταν πολύ επιδραστικός ο θεωρητικός Τζιν Σαρπ, ένας καθηγητής πολιτικών επιστημών στη Μασαχουσέτη, ο οποίος είχε γράψει πολλά βιβλία για το πέρασμα από τη δικτατορία στη δημοκρατία, ενώ διαδιδόταν το έργο του 198 Methods of Non violent Action by Gene Sharp. Ο Σαρπ είχε ιδρύσει τη μη κυβερνητική οργάνωση Albert Einstein για τη μη βίαιη αντίσταση και θεωρείτο ο ιδεολογικός πατέρας των βελούδινων επαναστάσεων. Τα βιβλία του είχαν μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, ανάμεσα τους και στα περσικά, και διοχετεύονταν σε ακτιβιστές.

Από τον Τζιν Σαρπ είχαν εκπαιδευτεί οι σέρβοι ακτιβιστές που είχαν συμβάλει στην ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 2000. Οι Σέρβοι μάλιστα έρχονταν στο Ντουμπάι και συμβούλευαν ιρανούς ακτιβιστές.

Την ημέρα των εκλογών πήγα στην Κομ, στη θεολογική πρωτεύουσα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Έκανα μάλιστα ρεπορτάζ από το συντηρητικό αυτό μέρος, που είχε πάρα πολύ κόσμο ο οποίος δήλωνε ότι θα ψηφίσει Αχμαντινετζάντ. Επιστρέφοντας εκείνο το βράδυ στην Τεχεράνη, είδα τον κόσμο να είναι σοκαρισμένος από τις πρώτες ανακοινώσεις ότι θα έβγαινε ο Αχμαντινετζάντ. Πολλοί στην Τεχεράνη, όπως οι φίλοι μου, έπασχαν από γνωστική ασυμφωνία, όντας σίγουροι ότι θα εκλεγόταν ο μετριοπαθής Μουσαβί.

Από την επομένη ξεκίνησαν μεγάλες διαδηλώσεις στις οποίες πολύ σύντομα οι αρχές απάντησαν με βία. Κάλυπτα τις πορείες σε καθημερινή βάση, πλην χωρίς κάμερα γιατί θα ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο, και χωρίς να μιλάω αγγλικά. Απλά πήγαινα με φίλους μου, μιλούσαμε μεταξύ μας περσικά, περνούσα περίπου οκτώ ώρες στην ημέρα, άλλες οκτώ ώρες έγραφα κάπου τρία άρθρα καθημερινώς και ελάχιστες ώρες κοιμόμουν. Αυτό το έκανα μέχρι να εξαντληθεί η δημοσιογραφική βίζα μου. Σημειωτέον ότι είχαν δώσει πάρα πολλές δημοσιογραφικές βίζες τότε, γιατί σε περιόδους εκλογών το καθεστώς ήθελε να δείξει ότι ναι μεν είναι θεοκρατία, αλλά είναι και δημοκρατία.

Σε όλους αυτούς τους δημοσιογράφους, μόλις άρχισαν οι διαδηλώσεις, απαγορεύτηκε να βγαίνουν από τα δωμάτια των ξενοδοχείων τους και τους επιβλήθηκε να καλύπτουν δημοσιογραφικά τα γεγονότα αποκλειστικά από τις επίσημες μιντιακές πηγές της ισλαμικής δημοκρατίας. Εγώ όμως δεν έμενα σε ξενοδοχείο αλλά σε φίλους και ήμουν όλη μέρα στους δρόμους. Από το Σάββατο μέχρι την Τετάρτη που έληγε η δημοσιογραφική βίζα μου, οι μέρες και οι νύχτες ήταν συγκλονιστικές.

Την Τρίτη οι αρχές άνοιξαν πυρ και σκότωσαν διαδηλωτές. Το κλίμα ήταν πολύ έντονο. Την τελευταία μέρα κάλυψα τη μεγάλη πορεία στο κέντρο της Τεχεράνης. Μετά πήγα στο αεροδρόμιο για να επιστρέψω στην Ελλάδα, όπου και με συνέλαβαν.

Πώς έγινε η σύλληψή σας;

Είχα κάνει το check-in, είχα περάσει τα διαβατήρια και είχα κάτσει να γράψω ένα τελευταίο άρθρο. Όταν κλήθηκε η πτήση μου, σηκώθηκα και πήγα προς την πύλη, όπου εμφανίστηκε ένας κύριος, με ρώτησε το όνομά μου και μου ανακοίνωσε ότι δεν έχω πτήση για απόψε. Τον ειρωνεύτηκα, λέγοντάς του: «Τα αγγλικά σας είναι πολύ καλά. Προφανώς τα εξασκείτε κάθε βράδυ με άτομα που συλλαμβάνετε». Φάνηκε ενοχλημένος και απάντησε ψυχρά ότι δεν κάνει αυτή τη δουλειά, αλλά οι συνάδελφοι που την κάνουν έχουν κολλήσει στην κίνηση λόγω των πορειών στην Τεχεράνη. Μου έφερε τσάι.

Μετά φτάσανε δύο άνθρωποι που ήταν αυτοί που με συλλάβανε. Στην αίθουσα ανάκτησης αποσκευών, άρχισα να φωνάζω δυνατά ότι συλλαμβάνομαι. Ευτυχώς, μια γυναίκα με ρώτησε αν θέλω να μαθευτεί και όντως έστειλε το μήνυμα στην εφημερίδα μου, την Washington Times.

Η Ντόρα Μπακογιάννη ως τότε υπουργός Εξωτερικών κάλεσε τον ιρανό πρέσβη και του είπε ότι υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία ότι έχουν συλλάβει δημοσιογράφο μας στο αεροδρόμιο και ότι αυτό θα επηρεάσει τις σχέσεις της Ελλάδας με το Ιράν. Εμένα με είχαν βάλει στη φυλακή από την Τετάρτη το βράδυ. Ήδη την Παρασκευή η ιρανική πλευρά είχε παραδεχτεί τη σύλληψη, οπότε με επισκέφτηκε στη φυλακή ο έλληνας πρέσβης στην Τεχεράνη, ο Νικόλαος Γαριλίδης. Ήταν η μόνη συνάντηση που είχα με διπλωματικές αρχές κατά το διάστημα της φυλάκισης.

Στη φυλακή με είχαν σε τρία διαφορετικά κελιά. Το πρώτο ήταν πάρα πολύ στενό, αλλά κράτησε μόνο 24 ώρες. Το δεύτερο ήταν 1×2 μ. αλλά ψηλοτάβανο και με παράθυρο. Το τρίτο ήταν πιο απλόχωρο, αλλά με συνεχή πάρα πολύ έντονο φωτισμό. Δεν είχα το δικαίωμα να βγω έξω για να περπατήσω. Από το κελί έβγαινα μόνο για ανακρίσεις.

Πώς ήταν οι ανακρίσεις;

Ήταν με τρία διαφορετικά άτομα. Ο πρώτος μάλλον ανήκε στους Φρουρούς της Επανάστασης. Στην αρχή έδειχνε να μην ξέρει τίποτα για μένα, που νόμιζα ότι ήταν τακτική, αλλά μετά κατάλαβα ότι όντως δεν γνώριζε τίποτα. Αυτός ο πρώτος ήταν θρασύς και άξεστος. Έβγαζε διάφορα κόμπλεξ ως προς τη Δύση. Στην αρχή επέμεινα να μιλήσω στα αγγλικά ή στα ελληνικά, γιατί δεν σκόπευα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου στα περσικά. Έφεραν έναν διερμηνέα, ο οποίος ήταν πολύ καλός. Μου είπαν ότι ήταν ο διερμηνέας που είχε ο τότε πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ, όταν επισκεπτόταν την Τεχεράνη.

Επειδή ήθελα να αναπτύξω ανθρώπινη επαφή με τον ανακριτή, άρχισα να μιλάω στα περσικά. Μετά ήρθαν οι δύο άλλοι. Ένας ηλικιωμένος, που τον σέβονταν εξαιρετικά στη φυλακή, και ένας νεότερος έξυπνος και σχεδόν συμπαθής. Αυτοί φαίνονταν να γνωρίζουν για μένα και ότι επίσης είχε ήδη κάπως ληφθεί η απόφαση να απελευθερωθώ, αν και δεν μου το έδειξαν. Πάντως, ίσως και μόνο η παρουσία τους σηματοδοτούσε ότι η υπόθεσή μου είχε πάρει υψηλότερο προφίλ. Βέβαια δεν είχα πρόσβαση στο διαδίκτυο και καμία ιδέα του τι συνέβαινε εκτός του κελιού μου.

Η διαρροή ότι ήμουν φυλακισμένος δεν έγινε από την ελληνική πλευρά, αλλά από την ιρανική. Η δική μας πλευρά, της οικογένειάς μου και της Ελλάδας εν γένει, δεν επέτρεψε καμία διαρροή, γιατί θεωρούσαν ότι ήταν καλύτερο να αποφευχθεί ένα, ας πούμε, «μιντιακό ποδόσφαιρο» με την είδηση. Η ελληνική άποψη ήταν πως υπήρχε μεγαλύτερη πιθανότητα να απελευθερωθώ αν αποφευγόταν η μεγάλη δημοσιότητα. Υπήρξε, όμως, διαρροή από την ιρανική πλευρά μέσω του γαλλικού πρακτορείου. Κυβερνητικές πηγές δήλωσαν ότι με είχαν συλλάβει, με αποτέλεσμα το θέμα να παίξει διεθνώς.

Πώς βιώσατε τη ζωή στην απομόνωση;

Ήταν πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία να μην έχεις Ίντερνετ για πολλές εβδομάδες. Στο κελί υπήρχε ένα Κοράνι. Ο πρέσβης Νίκος Γαριλίδης, μου έφερε το βιβλίο της μητέρας μου, της Πολύμνιας Αθανασιάδη, η οποία είναι καθηγήτρια, ιστορικός της αρχαιότητας. Όμως, το βιβλίο τελικά κατασχέθηκε, οπότε έμεινα με το Κοράνι.

Στην απομόνωση μπαίνεις σε μια κατάσταση όπου σκέφτεσαι πάρα πολύ. Μετά από πολλές ημέρες απομόνωσης αρχίζουν να σκάνε στην επιφάνεια αναμνήσεις που δεν είχες προηγουμένως στην κανονική ζωή. Ανακτάς με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο ένα κομμάτι του προσωπικού σου παρελθόντος που είχε μισοχαθεί.

Μετά, όταν βγήκα από την απομόνωση, με πήρε τηλέφωνο μια φίλη ιρανή δημοσιογράφος και μου είπε: «Συγχαρητήρια, απέτυχες στην οντισιόν». Την ρώτησα «Τι εννοείς;». Μου απάντησε: «Η ισλαμική δημοκρατία έκανε οντισιόν για το ποιος θα παίξει τον ρόλο του δυτικού κατασκόπου κι εσύ απέτυχες να πάρεις τον ρόλο. Συγχαρητήρια!». Στην «οντισιόν» τελικά νικήτρια ήταν μια γαλλίδα ακαδημαϊκός που είχαν συλλάβει την ίδια εβδομάδα με μένα, αλλά την κράτησαν στη φυλακή για ένα χρόνο.

Γιατί πιστεύετε ότι χάσατε στην «οντισιόν» έναντι της γαλλίδας ακαδημαϊκού;

Η Ελλάδα και το Ιράν εκείνη την εποχή είχαν καλές σχέσεις. Επίσης, ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί είχε κάνει διάφορες δημόσιες δηλώσεις, όπου βασικά απαιτούσε από τους Ιρανούς να την απελευθερώσουν και τίποτα δεν λειτουργεί χειρότερα στην ιρανική αντίληψη από το να προβάλλει κάποιος επιτακτικές απαιτήσεις.

Υπήρχαν κι άλλες σημαντικές παρεμβάσεις. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έγραψε μια επιστολή στον Αλί Χαμενεΐ, όπου έγραφε ότι με γνωρίζει προσωπικά, επειδή εκείνη την εποχή ζούσα στην Κωνσταντινούπολη, και διαβεβαίωνε ότι είμαι όντως δημοσιογράφος. Παρενέβη επίσης ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας Αμπντουλάχ Γκιουλ. Έπαιξε ρόλο ότι είχαμε στην Τεχεράνη τον εξαιρετικό πρέσβη Νικόλαο Γαριλίδη, ο οποίος είναι φοβερός διπλωμάτης και πάρα πολύ συμπαθής στους Ιρανούς γιατί ήταν, όπως μου είπαν, «ο μοναδικός ευρωπαίος πρέσβης που τους μίλαγε με σεβασμό αντί να κάνει υποδείξεις». Όλα αυτά οδήγησαν εντέλει στο να «χάσω την οντισιόν».

Τι θα λέγατε σε ένα δυτικό ή ελληνικό κοινό για την αυτοκατανόηση των Ιρανών;

Όταν ζούσα στην Τεχεράνη, είχα πλήρως συμμεριστεί την παλαιά περσική οπτική ότι η Περσία είναι το κέντρο της οικουμένης. Από την Τεχεράνη μπορούσα να ταξιδεύω στο Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο και τη Μεσόγειο. Άλλοτε πήγαινα προς τον Καύκασο, στην Αρμενία και άλλοτε στην Τουρκία. Ταξίδευα επίσης στα ανατολικά, στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

Στις ομιλίες μου έχω αναλύσει πώς η αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή έχει συγκρουστεί με αυτήν την αυτοεικόνα των Ιρανών. Πώς μέσα από τις αμερικανικές επεμβάσεις, λ.χ. στον εμφύλιο του Λιβάνου, είχαμε εξελίξεις, όπως τη δημιουργία της Χεζμπολάχ. Οι Αμερικανοί διπλωμάτες μπορεί να γνωρίζουν και να συζητούν κατ’ ιδίαν όλη αυτήν την ιστορία. Όμως η επίσημη πολιτική δεν επιτρέπει στον μέσο δυτικό πολίτη να κατανοήσει την ιρανική προοπτική, η οποία βλέπει την επιρροή λ.χ. στο Ιράκ ή στη Μεσόγειο ως συνέχεια μιας ιστορικής παρουσίας χιλιάδων ετών.

Ήσασταν σε επαφή κυρίως με την κοσμική μεσαία τάξη και τις ελίτ. Τι θα λέγατε, όμως, για τους λαϊκούς ανθρώπους λ.χ. τις γυναίκες που φορούν τα τσαντόρ, που καλύπτουν όλο το σώμα και το κεφάλι πλην του προσώπου;

Σχετικά με τη χρήση του τσαντόρ, αξίζει να παρατηρηθεί ότι οι γυναίκες αυτής της τάξης γνώρισαν τη μεγαλύτερη κοινωνική ανέλιξη μετά το 1979 υπό την Ισλαμική Δημοκρατία. Η συντηρητικοποίηση των ιρανικών πανεπιστημίων δημιούργησε ένα «safe space», έναν «ασφαλή χώρο» , για γυναίκες από παραδοσιακές οικογένειες, που ήθελαν να σπουδάσουν. Οι πατεράδες επέτρεπαν λ.χ. στις κόρες τους να πάνε στην Τεχεράνη να φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο επειδή ένιωθαν ασφάλεια. Ως αποτέλεσμα, την εποχή εκείνη, οι επτά στους 10 φοιτητές ήταν γυναίκες, γεγονός που οδήγησε στην ενδυνάμωσή τους.

Για να καταλάβει κανείς το Ιράν πρέπει να έχει υπ’ όψη του ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές πραγματικότητες. Ο δρόμος, δηλαδή ο δημόσιος χώρος, ο ιδιωτικός χώρος και η τηλεόραση. Στον δρόμο υπάρχει αυστηρός κώδικας ντυσίματος, και για τους άντρες ακόμα υπάρχουν περιορισμοί – δεν μπορούσαν να φορέσουν χρωματιστές κάλτσες. Οι γυναίκες προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τη δυνατότητα ότι είναι εμφανές το πρόσωπό τους, μέσα από την πλαστική χειρουργική, το μακιγιάζ και περίτεχνους τρόπους καλλωπισμού των φρυδιών.

Στον ιδιωτικό χώρο, στα σπίτια, γινόταν ό,τι μπορείς να φανταστείς. Πάρτι, αλκοόλ και χρήση ναρκωτικών, με το πρόβλημα της ηρωίνης να περιγράφεται ως εξαιρετικά σοβαρό. Η έννοια του «underground» ήταν συχνά μεταφορική. Ένας φίλος που διοργάνωνε «underground» πάρτι σε πολυώροφο πύργο έλεγε χαρακτηριστικά: «Είμαστε στο υπόγειο, στον 25ο όροφο». Στην τηλεόραση η Ισλαμική Δημοκρατία πρόβαλλε την αυτοεικόνα της, με τις παρουσιάστριες να φορούν πάντα τσαντόρ.

Πώς εκφράζεται η πολιτιστική αντίσταση;

Πολύ συχνά μέσω της μουσικής. Όταν ήμουν στην Τεχεράνη, υπήρχε μια πολύ ενδιαφέρουσα underground σκηνή heavy metal. Θυμάμαι μια φορά που είχε διοργανωθεί συναυλία heavy metal στο πανεπιστήμιο. Οι νέοι ήθελαν να κάνουν headbanging, αλλά απαγορευόταν ο χορός και η πολιτοφυλακή Μπασίτζ τους επέβλεπε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι φοιτητές έκαναν headbanging καθιστοί, μέχρι που η εκδήλωση διακόπηκε.

Πολύ ενδιαφέρον έχει η περσική ραπ, ιδίως ο καλλιτέχνης Hichkas που σημαίνει «Ο Κανένας», και μπλέκει παραδοσιακά περσικά όργανα με αστικά beats, μιλώντας για κοινωνικά θέματα και τη ζωή των νέων. Υπήρχαν επίσης μουσικοί που μελοποιούσαν περσική ποίηση με κιθάρα, αλλά δεν έπαιρναν άδεια από το υπουργείο Πολιτισμού. Το συγκρότημα Kiosk έπαιζε τζαζ και μπλουζ με περσικούς στίχους πριν φύγει για την Αμερική.

Αν κάνουμε μια γέφυρα στο σήμερα, τι θεωρείτε ότι έχει σημασία να καταλάβουμε για το Ιράν σε σχέση με τον τρέχοντα πόλεμο;
Θεωρώ χαρακτηριστικό της ιρανικής νοοτροπίας ότι απαντούν κλιμακωτά. Δεν επιτέθηκαν πρώτοι, αντιθέτως η επίθεση εναντίον τους ξεκίνησε εν μέσω διαπραγματεύσεων. Το Ιράν έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θα κλιμακώνει ποτέ πρώτο, αλλά θα απαντά αναλογικά στην κλιμάκωση. Η λογική αυτής της φιλοσοφίας είναι ότι απαντάμε, κάνοντας το ίδιο που κάνετε εσείς, τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο. Υποπτεύομαι ότι η στάση αυτή σχετίζεται με την αντίληψη της δικαιοσύνης στο Σιιτικό Ισλάμ.

Στο σύνολο, η ιρανική κοινωνία έχει ποικίλες αντιφάσεις. Το πετρέλαιο είχε επιτρέψει σε ένα μέρος της κοινωνίας να έχει υψηλό βιοτικό επίπεδο, όμως οι κυρώσεις έχουν ως αποτέλεσμα έναν δυσβάστακτο για όλους πληθωρισμό. Τα δύο στοιχεία που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι αφενός η σημασία που έχει η αξιοπρέπεια για την ιρανική κοινωνία. Είναι μια κοινωνία που έχει αλλεργία στο να δέχεται από άλλους, και μάλιστα από δυτικούς, υπαγορεύσεις, επιταγές, ντιρεκτίβες. Είναι μια κοινωνία που έχει «μουλαρώσει». Και επειδή ακριβώς βλέπουνε σε μέρος της Δύσης ηγέτες πολύ αναξιοπρεπείς, ενώ οι ίδιοι δίνουν μεγάλη σημασία στην αξιοπρέπεια, «μουλαρώνουν» ακόμη περισσότερο.

Το δεύτερο συναφές είναι ότι επί 40 χρόνια, από τα τέλη του πολέμου Ιράν-Ιράκ, προετοιμάζονται σοβαρά για αυτή τη στιγμή. Δεν θέλουν πια να είναι οι «καημένοι σιίτες μάρτυρες», αλλά μια δύναμη που θα έχει το «πάνω χέρι». Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη νίκη, αλλά σημαίνει έλεγχο στην κυριαρχία της κλιμάκωσης. Όλα αυτά, νομίζω, εξηγούν γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χαθεί στον «περσικό λαβύρινθο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version