Υπάρχει μια – ρητορική – ερώτηση την οποία η Λένι Ρίφενσταλ, αν και είχε κουραστεί να αρθρώνει, δεν έπαψε ποτέ να επαναλαμβάνει. Την απηύθυνε προς τον κόσμο, αλλά κατά βάθος ίσως κυρίως προς τον εαυτό της: «Πώς θα μπορούσαμε να ξέρουμε;»
Ήταν τέτοια η επιμονή της στο παραπάνω ερώτημα, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να φανταστεί κανείς πως θα μπορούσε να αντικαταστήσει ακόμη και τον επιθανάτιο ρόγχο της. Η γυναίκα που σφράγισε όσο λίγοι τον κινηματογράφο του 20ού αιώνα πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2003 σε ηλικία 101 ετών, αφήνοντας πίσω της μια από τις πιο αμφιλεγόμενες καλλιτεχνικές κληρονομιές στην ιστορία του σινεμά.
Κυρίως δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι γνώριζε πως είχε στρατεύσει τον εαυτό και την τέχνη της στη δολοφονική μηχανή των Ναζί.

Η σκηνοθέτις που για τον Αδόλφο Χίτλερ ενσάρκωνε με κάθε ικμάδα της το αρχέτυπο της άριας γυναίκας δεν έπαψε ποτέ να υπερασπίζεται ένα οξύμωρο: ότι αν και υπήρξε η δημιουργός των πιο εμβληματικών εικόνων του ναζισμού, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι πραγματικά έπρατε το καθεστώς με το οποίο συντάχθηκε, υπηρέτησε και ύμνησε.
Κατά τη δική της εκδοχή της ιστορίας, ήταν απλώς μια καλλιτέχνις που είχε γοητευτεί από την εικόνα, τη μορφή και τη δύναμη της μάζας. Ήταν δε τόσο συνεπαρασμένη, ώστε δεν είχε αντιληφθεί τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους εκτοπισμούς, την οργανωμένη, βιομηχανοποιημένη βία που διαπερνούσε το Τρίτο Ράιχ, το Ολοκαύτωμα.

Εκτός Γερμανίας, όπως παραπονιόταν για δεκαετίες, κανείς δεν πίστευε αυτή την εκδοχή. Και μάλλον όχι άδικα.
700 κιβώτια γεμάτα ενοχή
Την εικόνα της «αθώας» και «αφελούς» δημιουργού που η ίδια οικοδόμησε με επιμονή επί μισό αιώνα έρχεται να αποδομήσει το ντοκιμαντέρ «Riefenstahl» («Ρίφενσταλ: Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ») του Αντρές Φάιελ, διαθέσιμο πλέον στην Cosmote TV.

Ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν επιχειρεί απλώς μια ακόμη βιογραφική αναδρομή στον ταραγμένο βίο και την αμφιλεγόμενη πολιτεία της δημιουργού. Αντί να ανακυκλώσει γνωστές πληροφορίες για τη ζωή της, βούτηξε στον απέραντο και μέχρι πρότινος αχαρτογράφητο ωκεανό του προσωπικού της αρχείου.
Η Ρίφενσταλ υπήρξε μια γυναίκα με εμμονή στην τάξη και την καταγραφή. Είχε διατηρήσει περίπου 700 κιβώτια με επιστολές, ημερολόγια, φιλμ, φωτογραφίες και ηχογραφήσεις.
Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο εγγράφων, ο Φάιελ εντόπισε τα θραύσματα που καταρρίπτουν το μεγαλύτερο επιχείρημα της σκηνοθέτιδας: ότι ήταν απλώς μια δημιουργός που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική.

Ανάμεσα στα ντοκουμέντα υπάρχει, για παράδειγμα, μια συνέντευξη που παραχώρησε στη βρετανική εφημερίδα Daily Express, όπου η Ρίφενσταλ δήλωνε ότι έγινε ένθερμη υποστηρίκτρια του εθνικοσοσιαλισμού το 1932, όταν διάβασε το μανιφέστο μίσους του Χίτλερ, το βιβλίο «Ο αγών μου». Τότε, έλεγε η ίδια, ούτε καν είχε ακούσει τη λέξη Ναζί.
Η εν λόγω αποκάλυψη δεν έχει απλώς αξία ιστορικής λεπτομέρειας. Αποδομεί πλήρως το αφήγημα της οιονεί αθωότητας στην οποία εκείνη ορκιζόταν μεταπολεμικά.

Σε μια άλλη συνέντευξή της η σκηνοθέτις εμφανίζεται να περιγράφει την έκσταση που ένιωσε την πρώτη φορά που άκουσε τον Χίτλερ να μιλά δημόσια σε συγκέντρωση του Βερολίνου. Γι’ αυτή την εμπειρία είχε αφηγηθεί πως ένιωσε τη γη να σχίζεται στα δύο και, καθώς ο Φίρερ κλιμάκωνε, αισθάνθηκε έναν βίαιο πίδακα νερού να αναβλύζει βίαια από τα έγκατά της.
Το δίωρο ντοκιμαντέρ φέρνει επίσης στο φως μια ακόμη πιο σκοτεινή πτυχή: τη στάση της μετά τον πόλεμο. Μέσα από την ιδιωτική αλληλογραφία και τις τηλεφωνικές συνομιλίες που ηχογραφούσε, φαίνεται ότι για δεκαετίες δεχόταν επιστολές θαυμασμού από αμετανόητους νοσταλγούς του Τρίτου Ράιχ. Αντί να αποστασιοποιηθεί από αυτό το κοινό, έμοιαζε να τρέφει τον ναρκισσισμό της με το θαυμασμό που απολάμβανε.
«Το κορίτσι του βουνού» που λάτρεψε την κάμερα
Πριν γίνει η πιο αμφιλεγόμενη γυναίκα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, η Ρίφενσταλ ήταν απλώς ένα κορίτσι από το Βερολίνο που ήθελε να χορεύει.

Πολλά χρόνια αργότερα θα παραδεχόταν πως η περίοδος που υπήρξε χορεύτρια ήταν μάλλον η πιο ευτυχισμένη της ζωής της. Ο χορός ήταν το πάθος της και παρά τις αντιρρήσεις του επιχειρηματία πατέρα της και με την υπόθαλψη της μητέρας της κατάφερε να τον ακολουθήσει.
Η καριέρα της όμως τερματίστηκε απότομα εξαιτίας ενός τραυματισμού και μιας χειρουργικής επέμβασης στο γόνατο. Ακόμα και τότε η φιλοδοξία της Ρίφενσταλ δεν εξαερώθηκε. Απλώς άλλαξε μέσο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, λίγο πριν κλείσει τα 30, η Ρίφενσταλ βρέθηκε μπροστά από την κινηματογραφική κάμερα, πρωταγωνιστώντας στις περίφημες γερμανικές «ταινίες βουνού» (Bergfilme). Οι ταινίες αυτές, με φόντο τις Άλπεις, εξυμνούσαν τη φύση, τη σωματική αντοχή και την ηρωική πάλη του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης.
Η εικόνα της ρωμαλέας νεαρής γυναίκας που σκαρφάλωνε σε βράχους, κατακτούσε με περίσσευμα κινδύνου βουνά και κινούνταν με άνεση στα χιονισμένα τοπία χάρισε στη Ρίφενσταλ το προσωνύμιο «το κορίτσι του βουνού».

Το πραγματικό άλμα όμως ήρθε το 1932. Τότε σκηνοθέτησε την πρώτη της ταινία, το «The Blue Light» («Η Γαλάζια Λάμψη»). Η Ρίφενσταλ εκτέλεσε ταυτόχρονα χρέη σκηνοθέτη, παραγωγού, σεναριογράφου και πρωταγωνίστριας. Για να χρηματοδοτήσει την παραγωγή λέγεται πως επινοικίασε ακόμη και το διαμέρισμά της.
Οι κόποι της δεν πήγαν στράφι. Η ταινία γνώρισε επιτυχία και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας – εκεί όπου κατά ειρωνεία της τύχης έκανε πρεμιέρα το ντοκιματέρ του Φάιελ το καλοκαίρι του 2024. Η Ρίφενσταλ που έδωσε ένα one woman show μπροστά και πίσω από τις κάμερες ένιωσε πως είχε κατακτήσει κάτι θεμελιώδες: την απόλυτη δημιουργική αυτονομία.
Η εικόνα στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ
«Δύο χρόνια μετά τη “Γαλάζια Λάμψη”, ήρθε ο Χίτλερ. Ήθελε να κάνω την ταινία για το συνέδριο του κόμματος», αφηγούνταν η ίδια.

Η μετάβαση από τη ρομαντική απεικόνιση των Άλπεων στον πυρήνα της ναζιστικής μηχανής προπαγάνδας αποτελεί μέχρι και σήμερα έναν αναπάντητο γρίφο. Πώς μια νέα, δυναμική, τολμηρή και ευφυής δημιουργός αποφάσισε να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία του απόλυτου κακού;
Τα έργα που δημιούργησε κατά παραγγελία του Χίτλερ χάρισαν στην Ρίφενσταλ την αθανασία αλλά και την αιώνια καταδίκη στέκονται ταυτόχρονα ως μνημεία τεχνικής αρτιότητας και ηθικής χρεοκοπίας.

Στον «Θρίαμβο της Θέλησης» «τερμάτισε» τη ναζιστική αισθητική που η ίδια είχε ορίσει και υμνήσει δυο χρόνια νωρίτερα με το ναζιστικό βάπτισμα του πυρός της στη «Νίκη της Πίστης». Και στα δύο φιλμ διάρκειας 114 και 61 λεπτών αντίστοιχα, η Ρίφενσταλ είχε κληθεί από τον Χίτλερ να καταγράψει τις συνόδους του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη.
Η ταινία εισήγαγε εντυπωσιακές κινηματογραφικές τεχνικές: κάμερες σε ράγες, θεαματικά πανοραμικά πλάνα, αεροφωτογραφίες, τεράστιες χορογραφίες μαζών, καινοτόμο για την εποχή μοντάζ. Η αισθητική της δύναμης, της πειθαρχίας και της συλλογικής έκστασης ήταν η γλώσσα με την οποία η σκηνοθέτις μάγευε τα πλήθη των Γερμανών και ανατροφοδοτούσε την εμπιστοσύνη των πρωτοπαλίκαρων του ναζισμού στο πρόσωπό της.

Η Ρίφενσταλ τελειοποίησε την τεχνική της στο επόμενο μεγάλο της έργο, το «Olympia», για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936. Για τις ανάγκες της παραγωγής ταξίδεψε ακόμη και στην αρχαία Ολυμπία για να κινηματογραφήσει τη διαδρομή της ολυμπιακής φλόγας από την αφή της. Τελικά, το mangum opus της έκανε πρεμιέρα ανήμερα των 49ων γενεθλίων του Φίρερ το 1938. Ήταν το δώρο της προς τον άνθρωπο που τη θαύμασε, την εμπιστεύτηκε και την ανέδειξε.
Μια βολική εθελοτυφλία
Παρά τη μάλλον αυταπόδεικτη λειτουργία των ταινιών της ως ιδεολογικών όπλων στη φαρέτρα του ναζισμού, η Ρίφενσταλ δεν κάμφθηκε και πολύ περισσότερο δε λύγισε ποτέ υπό το βάρος της ενοχής.

«Λένε “η Λένι είναι Ναζί”. Αλλά εγώ έκανα μόνο ό,τι έκανε και ο Αϊζενστάιν», υποστήριζε. «Θα έκανα το ίδιο εάν μου το ζητούσε ο Ρούζβελτ ή ο Στάλιν».
Το επιχείρημά της για να αποσείσει και να ξορκίσει τον όρο «προπαγάνδα» ήταν σχεδόν παιδαριώδες: έλεγε πως μια ταινία προπαγάνδας θα βασιζόταν σε φωνητική αφήγηση για να χειραγωγήσει και να κατευθύνει τον θεατή, ενώ στα δικά της έργα υπήρχαν μόνο εικόνες και η μουσική. «Όλα όσα βλέπετε είναι αληθινά», επέμενε.
Αυτή η πολύ προσωπική και ξεκάθαρα διαστρεβλωμένη αντίληψη της αλήθειας διαπερνούσε κάθε ερμάριο της μνήμης της.

Όταν τη ρωτούσαν για το περίφημο συμβάν στους Ολυμπιακούς του 1936, όπου ο Χίτλερ δεν συνεχάρη τον Αφροαμερικανό θρύλο Τζέσε Όουενς, η Ρίφενσταλ απαντούσε πως η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή είχε απαγορεύσει στον Φίρερ να καλεί αθλητές στο θεωρείο του, άρα η στάση του δεν είχε κανένα ρατσιστικό κίνητρο απέναντι στον Αμερικανό Ολυμπιονίκη.
Ακόμα πιο ανατριχιαστική ήταν η απάντησή της στις κατηγορίες ότι χρησιμοποίησε Ρομά κρατούμενους από στρατόπεδα συγκέντρωσης ως κομπάρσους για την ταινία της «Tiefland», η οποία γυρίστηκε μεταξύ 1940 και 1944.

Η Ρίφενσταλ απέκρουε την κατηγορία, ρίχνοντας το ανάθεμα στους βοηθούς της που ήταν υπεύθυνοι για το κάστινγκ. Επέμενε πως ο καταυλισμός τους ήταν αληθινός και επιστράτευε το ακραίο επιχείρημα πως «εκείνη την εποχή το Άουσβιτς δεν υπήρχε καν», άρα οι Ρομά βοηθητικοί ηθοποιοί δε θα ήταν δυνατό να έχουν καταλήξει εκεί.
Η επινόηση της αθωότητας
Μετά την πτώση του ναζισμού, η Ρίφενσταλ βρέθηκε στο περιθώριο, αφού ο κινηματογραφικός κόσμος της γύρισε την πλάτη.
Σε ένα ταξίδι της στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες μετά τον πόλεμο, αντιμετώπισε μποϊκοτάζ και απαξίωση, με τους δημοσιογράφους να την αποκαλούν «φιλενάδα του Χίτλερ» – κάτι που η ίδια αρνιόταν μετά βδελυγμίας, τονίζοντας πως ποτέ δεν λάμβανε εντολές από το καθεστώς. Επιβεβαιωμένα πάντως διατηρούσε φιλική σχέση τόσο με τον Χίτλερ όσο και με τον Γιόζεφ Γκέμπελς και την σύζυγό του Μάγκντα.

Παρεμπιπτόντως, παρότι είναι ξεκάθαρο ότι η σκηνοθέτις και ο Χίτλερ δε διατηρούσαν ερωτικό δεσμό, στο ημερολόγιο της Εύα Μπράουν υπάρχει η καταγραφή ενός στιγμιοτύπου, όπου η Ρίφενσταλ φέρεται να χόρεψε γυμνή για τα μάτια του Φίρερ.
Σε κάθε περίπτωση, ανήμπορη να χρηματοδοτήσει νέες ταινίες μεταπολεμικά η ηγερία του ναζισμού στράφηκε στη φωτογραφία. Ταξίδεψε στην Αφρική για να φωτογραφίσει τη φυλή των Νούμπα, αναζητώντας ξανά τα σώματα, τη δύναμη και την «αγνή» ομορφιά που πάντα τη γοήτευαν.

Ακόμη και στα εβδομήντα της χρόνια συνέχιζε να κυνηγά νέες εμπειρίες. Ανακάλυψε την κατάδυση και πραγματοποίησε πάνω από 1400 υποβρύχιες εξορμήσεις για τα φωτογραφικά της έργα. «Δεν ενδιαφέρομαι για τα αρνητικά πράγματα στην ζωή», δήλωνε με παρομιώδη απάθεια.
Ένα μάθημα για την εποχή της εικόνας
Σήμερα η μορφή της Ρίφενσταλ επανεξετάζεται και ενδιαφέρει ξανά. Όχι μόνο για το βάρος της ως ιστορικής φιγούρας αλλά ως σύμβολο ενός διαχρονικού ερωτήματος: ποια είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στην εξουσία;

Ειδικά σε μια εικολατρική εποχή σαν τη δική μας όπου οι εικόνες μπορούν να δημιουργηθούν, να κατασκευαστούν, να αλλοιωθούν και να διαδοθούν με πρωτοφανή ταχύτητα.
Η περίπτωση της Ρίφενσταλ υπενθυμίζει και κάτι ακόμα. Ότι η αισθητική δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η τέχνη, όσο υψηλή κι αν είναι η τεχνική της, δε δημιουργείται ούτε υπάρχει ποτέ σε συνθήκες πολιτικού κενού.

Κι όμως, ακόμη και σήμερα, κάποιοι εξακολουθούν να το υποστηρίζουν — όπως υπενθύμισε πρόσφατα η στάση του Βιμ Βέντερς στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου.
Με έναν τρόπο η Λένι Ρίφενσταλ συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της στην εποχή μας. Όχι μόνο ως μνήμη ενός σκοτεινού παρελθόντος, αλλά ως προειδοποίηση για τη σαρωτική – για καλό αλλά συχνά και για κακό – δύναμη της εικόνας.
