Τσαμπουκάς ή bullying;

Πρώτα ακούσαμε όλοι τη φωνή της: «Με εμποδίζετε να περάσω;» Και, μετά, ακόμα πιο δυνατά: «Εμποδίζετε τη συνήγορο να περάσει;»

Τσαμπουκάς ή bullying;

Λίγο μετά τις 9 το πρωί.

Τι συνέβαινε; Η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιχειρούσε να μπει στην αίθουσα από την είσοδο των δημοσιογράφων και των συγγενών και μία αστυνομικός προσπαθούσε να τη σταματήσει. «Συνοδεύω γονείς!» φώναζε η Κωνσταντοπούλου. «Οι συγγενείς να περάσουν, εσείς παρακαλώ από την είσοδο των δικηγόρων», επέμενε η αστυνομικός.

Λίγα λεπτά αργότερα, η Κωνσταντόπουλου συνέχιζε να διαμαρτύρεται και να απειλεί την αστυνομικό, παρότι την είχαν ήδη αφήσει να περάσει. «Δώστε μου τώρα τα στοιχεία σας!» αναφωνούσε. «Είσαστε υποχρεωμένη να μου δώσετε τα στοιχεία σας!»

Τσαμπουκάς ή bullying?

Το ίδιο πρωί χρειάστηκε να επιδείξω κι εγώ λίγο τσαμπουκά, όταν, κάτω από την προστατευτική τέντα των δημοσιογράφων – λόγω βροχής – έξω από το Συνεδριακό Κέντρο είχε για λίγο επικρατήσει πανικός ότι πάλι δεν θα χωρούσαμε. Εξαιτίας των συνθηκών που είχαν επικρατήσει στην προηγούμενη συνεδρίαση, η Πρόεδρος είχε βγάλει διάταξη να επιτραπεί η είσοδος στο ακροατήριο μόνο στους 21 διαπιστευμένους δημοσιογράφους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης – εγώ δεν είμαι σε αυτή την κατηγορία – και μόνο σε άλλους 25 δημοσιογράφους στη βοηθητική αίθουσα.

Στάθηκα πρώτη μπροστά μπροστά στην είσοδο και πέρασα μέσα με το νούμερο 1.

Εμείς – οι 25 της βοηθητικής αίθουσας – θα βλέπαμε τη δίκη από δύο μεγάλες οθόνες. Ήταν σαν να παρακολουθούμε τηλεόραση, αλλά με την εικόνα παραμορφωμένη. Είχε επιλεγεί ευρυγώνιος φακός, για να χωρέσουν περισσότεροι στο πλάνο, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι στο βάθος, μπροστά από την έδρα, να μοιάζουν μικροσκοπικοί. Πέντε κεφαλάκια σε περίκλειστο ξύλινο πλαίσιο ανάμεσα σε 31 άδειες καρέκλες που προορίζονταν για τους απόντες συγκατηγορούμενους τους. Κάποιοι δικηγόροι που κάθονταν πιο κοντά στο φακό, σε καρέκλες με μικρά πτυσσόμενα τραπεζάκια, έμοιαζαν υπερμεγέθεις.

Τους συγγενείς δεν τους βλέπαμε καθόλου. Ούτε εκείνοι έβλεπαν. Οι θέσεις τους ήταν ψηλά, σε μία εσοχή της κύριας αίθουσας μπροστά από μία άλλη οθόνη.

Οι περισσότεροι ήταν δυσαρεστημένοι. Όλοι καταλαβαίναμε ότι η συγκεκριμένη χωροταξία δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς την αστυνομία.

Αλλά μόνο μία το είπε δυνατά.

«Ήρθε η χούντα! Έτσι θα δικάσετε; Σε στρατοδικείο είμαστε;» ακούστηκε η φωνή της Κωνσταντοπούλου, αμέσως μόλις η Πρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη του δικαστηρίου εμφανίστηκαν στην έδρα.

«ΔΕΝ ΕΧΩ ΔΩΣΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ!», φώναξε η Πρόεδρος, πιο δυνατά.

«Έτσι γίνονται οι στημένες δίκες», πετάχτηκε η Μαρία Καρυστιανού.

«Αν συνεχίσετε έτσι θα περάσετε έξω», της απάντησε η Πρόεδρος.

«Σήμερα έχει γενέθλια η κόρη μου, συλλάβετέ με…», είπε η Καρυστιανού.

Την ίδια στιγμή η Κωνσταντοπούλου επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα την αίθουσα μπροστά από την έδρα και να πλησιάσει τη Μιρέλα Ρούτσι – η Ρούτσι έχασε τον γιο της Ντένις στο δυστύχημα – και οι αστυνομικοί δεν την άφηναν.

Ακολούθησε νέα ένταση στην οποία συμμετείχαν και άλλοι: «Δεν μπορεί να εμποδίζεται συνήγορος μέσα στη δικαστική αίθουσα!»

Μέσα στην αναταραχή ο Πάνος Ρούτσι μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο.

Ήταν 10 το πρωί και η Πρόεδρος διέκοψε τη συνεδρίαση για μισή ώρα.

Όταν το δικαστήριο επέστρεψε, ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει.

Στο δικό μας ποινικό σύστημα, καμία δίκη δεν μπορεί να ξεκινήσει, εάν πρώτα δεν δηλώσουν όλοι οι δικηγόροι ποιον εκπροσωπούν – είτε κατηγορούμενο είτε πολιτικώς ενάγοντα. Η συγκεκριμένη διαδικασία είναι τυπική και, κανονικά, δεν διαρκεί πάνω από μερικά λεπτά.

Αλλά τα Τέμπη δεν είναι μία κανονική δίκη. Εκτός από τον μεγάλο αριθμό κατηγορουμένων (36), ο πίνακας παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας φτάνει τους 230.

Η Πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα φτάσει μέχρι το νούμερο 100 πριν τη λήξη της συνεδρίασης.

Η εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορούμενων πέρασε γρήγορα και ομαλά. Οι δικηγόροι υπεράσπισης δεν θέλουν να σηκώνουν σκόνη. Προτιμούν να περνούν οι εντολείς τους κάτω από το ραντάρ. Να μην ξέρουμε ποιοι είναι – εάν είναι δυνατόν να ξεχάσουμε και τα ονόματα τους. Σε λιγότερο από ένα τέταρτο ολοκληρώθηκε η νομιμοποίηση τους.

Οι δικηγόροι υποστήριξης της κατηγορίας όμως δεν θα τελείωναν σε μερικά λεπτά. Θα έπαιρναν περισσότερο χρόνο.

Είχε έρθει επιτέλους η ώρα να ακουστεί η φωνή αυτών που εκπροσωπούσαν – και, φυσικά, και η δική τους.

«Έχω έρθει να επιτελέσω ιερό έργο, θα μιλήσω ακόμα και να έρθει η Δευτέρα Παρουσία», διακήρυξε από το έδρανο ο δικηγόρος Όθων Παπαδόπουλος.

«Το στοίχημα αυτής της δίκης είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και, ακόμη περισσότερο, στη Δικαιοσύνη», είπε όταν ήρθε η σειρά των δικών του εντολέων, ο Γιάννης Μαρακάκης.

Η Πρόεδρος έδειχνε σε όλους ελαστικότητα – αλλά τους επανέφερνε στην τάξη.

«Τώρα κάνουμε τις νομιμοποιήσεις», υπενθύμιζε κάθε τόσο. «Τώρα γνωριζόμαστε.» Προσπαθούσε να διακόπτει τις εκτός τόπου και χρόνου αγορεύσεις των συνηγόρων και να περιορίσει τη διαδικασία στα τυπικά.

Δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο και με τους γονείς.

Όταν ήρθε η ώρα της νομιμοποίησης του δικηγόρου του, ο Νίκος Πλακιάς, που έχασε τις δίδυμες κόρες του Θωμαή και Χρυσή, και την ανιψιά του, Αναστασία Μαρία, φώναξε απευθυνόμενος στους πέντε κατηγορούμενους που ήταν παρόντες: «Στη φυλακή αλήτες, σκοτώσατε τα παιδιά μας».

Μετά από τρία χρόνια οι γονείς ήθελαν να μιλήσουν και τα ονόματα των παιδιών τους ακούγονταν το ένα μετά το άλλο σαν μνημόσυνο από τα ηχεία.

«Σας παρακαλώ, σαν μάνα σας ικετεύω να κάνετε τα πάντα για να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι», είπε απευθυνόμενη στο δικαστήριο η μητέρα της Κλαούντια Λάτα και όλοι ξαναθυμηθήκαμε γιατί είμαστε στην αίθουσα.

Γιατί αυτή η δίκη είναι ιστορική.

Ο πατέρας του Γεράσιμου Γεωργιάδη, του μοναδικού επιζώντα από το πρώτο βαγόνι μας μίλησε για τον γιο του «που ζει στο σκοτάδι άδικα».

Η μητέρα της Αφροδίτης Τσιώμα ζήτησε απαντήσεις για τα παιδιά τους που τα έκαψαν, τα σκότωσαν και τα πέταξαν στα σκουπίδια.»

Και ο Αντώνης Ψαρόπουλος, πατέρας της Μάρθης, αλλά και δικηγόρος, απευθύνθηκε στην έδρα όρθιος, έτοιμος να δώσει, όπως είπε, την πιο δύσκολη μάχη της ζωής του: «Για την εύρεση της αλήθειας, για τη μνήμη της κόρης μου και για τα υπόλοιπα θύματα.» Δίπλα του στεκόταν ακούνητη η Μαρία Καρυστιανού, η μητέρα της Μάρθης.

Πιο πολύ από όλους, όμως, μίλησε η Κωνσταντοπούλου. Το υπολόγισα με το ρολόι: από τις 7 περίπου ώρες που διήρκησε η συνεδρίαση, η Κωνσταντοπούλου μίλησε σχεδόν δύο ώρες. Και για όλα. Για το μπάζωμα, για το βίντεο, για τον Καραμανλή, για την «πυρόσφαιρα» που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, για να γίνει μαγνητοσκόπηση της δίκης, για να παραλάβει τις εξουσιοδοτήσεις από τις νομιμοποιήσεις…

H Πρόεδρος δεν την διέκοπτε και η υπόλοιπη αίθουσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει να αποφασίσει η ίδια να σταματήσει τον εαυτό της. Κάποια στιγμή αναστέναξε δυνατά και μας φάνηκε ότι κουράστηκε. Αλλά συνέχισε. Συνέχισε, ενώ η αίθουσα είχε πια σχεδόν αδειάσει και μόνο οι αστυνομικοί της Ομάδας Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (ΟΠΚΕ) κάθονταν πια στις δύο πίσω σειρές. Συνέχισε και όταν η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της συνεδρίασης. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου αποχώρησε από το δικαστήριο τελευταία, φωνάζοντας και διαμαρτυρόμενη.

Αλλά, καθώς πέρασε από μπροστά μου, μού χαμογέλασε. Και της χαμογέλασα κι εγώ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version