Η εφημερίδα

Αιχμές από τον Γιώργο Βέλτσο.

Η εφημερίδα

Ο Βενιζέλος αντεπιτίθεται. Ο Ανδρουλάκης βραχνιάζει. Ο Βελόπουλος πουλάει. Η Ζωή παρίσταται. Και ο Φάμελλος παραπαίει. Αυτό είναι πάνω-κάτω το σκηνικό, περιμένοντας, των Βαΐων, τον Τσίπρα -αν του κάνει τη χάρη ο Σακελλαρίδης.

Αν ο Χαρίτσης τον υποδεχτεί μετά φανών.

Στο μεταξύ ο Μητσοτάκης στο κόκκινο χαλί των Βρυξελλών, κορδώνεται.

Αυτό είναι πάνω-κάτω το πολιτικό τοπίο: μια φτηνή υδατογραφία σε επίχρυσο πλαίσιο σαν εκείνες που πουλάνε στα κορνιζάδικα της Ιπποκράτους με τον γερόλυκο και την πίπα ή τον Ιησού Χριστό ολόσωμο σε γαλάζιο φόντο όπως οι γιγαντοαφίσες στην Τεχεράνη με τον Χαμενεΐ.

Στο μεταξύ έξω, ο πόλεμος μαίνεται. Στο μεταξύ μέσα, η χώρα καταρρέει.

Μαίνεται όμως και η τηλεόραση. Μένουν οι εφημερίδες για μια νηφάλια επισκόπηση της φρίκης. Και φρίκη δεν είναι μόνον ο Νετανιάχου, ο Τραμπ και οι φανεροί οπαδοί του στην Κυβέρνηση Γεωργιάδης και Βορίδης αλλά και ο Jeff Bezos. Aγοράζει την «Ουάσιγκτον Ποστ», διώχνει τριακόσιους δημοσιογράφους και ζητά από τη διεύθυνση να διπλασιάσει την παραγωγικότητα των δημοσιογράφων με το μισό προϋπολογισμό, επικεντρώνοντας πλέον σε ένα οικονομικά βιώσιμο μοντέλο που δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στη δική του χρηματοδότηση.

Πιστεύω στην εφημερίδα όπως ο Καντ. Την αγοράζω από το περίπτερο στην συγκεκριμένη ώρα αλλά οι περαστικοί δεν με βλέπουν για να ρυθμίζουν τα ρολόγια τους.

Διαβάζουν εφημερίδα μόνον τις Κυριακές για τα δώρα με τα παστίτσια και τη μόδα.

Από φοιτητής στη Θεσαλονίκη αγόραζα την ισχνή «Αυγούλα» από ένα τσεκαρισμένο εντάξει περίπτερο στην Τσιμισκή. Κίνηση εκ μέρους μου υποτίθεται αντίστασης. Το να αγοράσεις τότε, επί ΕΡΕ, την «Αυγή», να τη διπλώσεις βιαστικά κοιτώντας καχύποπτα δεξιά και αριστερά, να τη χώσεις ύστερα ώστε να μη φαίνεται στη μέσα τσέπη της καμπαρτίνας, σε έκανε τον μικρό ήρωα που τον είχες δέσει μικρός σε τόμο γιατί είχες ταυτιστεί με τον Γιώργο Θαλάσση.

Αργότερα, επί χούντας, στο Παρίσι, στο υπόγειο μεγα-περίπτερο στο μετρό Σατλέ, η αγορά με καμάρι της «Μοντ» και οι δέκα τόσες στάσεις όρθιος ώσπου να φτάσεις στις Βενσέν στο Πανεπιστήμιο.

Ύστερα στην Αθήνα στη μεταπολίτευση και ξαφνικά να υπογράφω κι εγώ το «Όπως τα βλέπουν» στο πρωτοσέλιδο των «Νέων». Τι χαρά να ανεβαίνεις στον δεύτερο της Χρήστου Λαδά, να παραδίδεις το κείμενό σου στο Γιώργο Πυλιχό, να ακούς τον καπετάνιο στον εμφύλιο, Ηρακλή Τζάθα να αστειεύεται με τον τετραπέρατο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

Ν’ ακούς τις φωνές του Γιάννη Καψή από το γραφείο του (με το ράντζο), που τους επανέφερε στην τάξη. Μ’ άρεσε να ανεβαίνω κρυφά στον τελευταίο όροφο. Μες την μουτζούρα και το θόρυβο από τις λινοτυπικές μηχανές παρακολουθούσα την τελετουργία: πώς «δένουν» τη «μήτρα» με σπάγκο πάνω στο «μάρμαρο», πώς μετά περνάει με το ρολό στα στοιχεία το μελάνι. Και να το άρθρο εμφανίζεται σε εκείνο το φθηνό κίτρινο χαρτί για τη διόρθωση.

Μετά, όταν τα «Νέα» πέρασαν στη φωτοσύνθεση, να πηγαίνω στη Φωτρόν επί της Τσακάλωφ και να θαυμάζω τις επιδόσεις της Ασπασίας στη νέα τεχνολογία των κομπιούτερ και να μην μπορώ να πω γιατί η παλιά μηχανή με τις μυρωδιές μου άρεσε περισσότερο.

Από το 1975, που δημοσιεύω αδιαλείπτως (στο περίπου) στα «Νέα» και στο «Βήμα», πόσες χιλιάδες λέξεις πέταξαν στον αέρα – τον κάλαθο των αχρήστων μιας πεντηκονταετίας .

Γι’ αυτό αγαπώ την εφημερίδα και το χαρτί και την αγωνία των συντακτών της να ανταγωνίζονται υπομονετικά το διαδίκτυο.

Και χαίρομαι με τα ευρήματά τους για ένα διαβαστερό πρωτοσέλιδο κι όχι εκείνα τα κραυγαλέα της «Αυριανής» στα μανταλάκια. Θαυμάζω τα ευρήματα στο λεγόμενο «layout», τις συχνές αλλαγές της σελιδοποίησης, τα σκίτσα του Μητρόπουλου και πρόσφατα στο «Βήμα» την ιδέα του Περικλή Δημητρολόπουλου να ενθέσει στην πρώτη σελίδα με τις κομψές της γραμματοσειρές, τα μοναδικά σχέδια- σκίτσα του Γιάννη Κόκκου. Μας τιμά!

Το χαρτί, στην αφή του είναι σαν το ύφασμα – το «texte» του Ρολάν Μπαρτ- με τα πολλά νήματα που υφαίνουν υφάντρες-γραφιάδες.

Χωρίζω σε δύο κατηγορίες τους δημοσιογράφους: τους (δομιν)ικανούς («Dominicani»), από τους άλλους «ικανούς», πιστούς σκύλους όχι στον Κύριό τους αλλά στον εαυτό τους.
«Ικανό» ονομάζω τον δημοσιογράφο που ελέγχει την αυτολογοκρισία του, δηλαδή κάποιον που γνωρίζει τους κανόνες του παιχνιδιού και ξέρει πώς να τους παρακάμπτει. Δεν της υποτάσσεται αλλά και δεν την υπερβαίνει.

Η διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών «ικανών» δημοσιογράφων;

Ενώ οι πρώτοι περιορίζονται στις χαμηλές πολιτικές συχνότητες στα μπάσα της κοινωνίας, οι άλλοι πιάνουν μόνον τις ψηλές, ασήμαντες όμως για την πολιτική ανάλυση και άκρως πολιτικές.
Γι’ αυτό και η «δημοσιογραφία» στην οποία επιδίδομαι -ο Γιώργος Παπαχρήστος από το «Στίγμα» των «Νέων» με διαβεβαίωσε πως το «έχω»- αφιερώνεται μάλλον στον πατριωτισμό της γραφής, παρά στο σχόλιο ή στο ρεπορτάζ.

Το ρεπεράζ όμως γίνεται στα βιβλία που διαβάζω και στις ιδέες που «μεταφέρω».

Αν ο αναγνώστης συνεχίζει να με διαβάζει (ως τα μισά;) είναι απλούστατα γιατί «γράφω». Και «γράφω» σημαίνει ξαγρυπνώ. Είμαι διαρκώς απίκο είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

Όμως αντίθετα από αυτά που διαβάζω και ξαναδιαβάζω στον Ντελέζ (*), εγώ γράφω χρησιμοποιώντας τις νευρώσεις μου. Και επειδή ξέρω πως ένας μόνον τρόπος υπάρχει για να υπερασπιστώ τη γραφή, είναι να της επιτίθεμαι, το προσπαθώ χωρίς να τα καταφέρνω γιατί όλο και καλοπιάνω την δημοσιότητα, όλο και θέλω να δω αν μ’ αγαπάνε. («Γράφω για να με αγαπάνε», έλεγε ο Σάρτρ, αντίθετα από τον φίλο του Καμύ που έγραφε για να αποφύγει το έγκλημα.

Όλο και δεν «ανοίγω τρύπες» για να δω από πίσω «εκείνο που φωλιάζει απειλητικά».

Δημοσιογραφώντας γράφω αλλά δεν κάνω λογοτεχνία. Το ξέρω. Το μπάσταρδο είδος και το ύφος μου δεν είναι λογοτεχνία, δεν κατευθύνεται προς το αδιαμόρφωτο, δεν παραληρεί, δεν γίνεται άλλο από αυτό που δείχνει πως είναι. Αντίθετα, κλείνει τις τρύπες μου και νομίζει πως με κάνει αυτό που θα ήθελα να είμαι, αυτό που επιβάλλει μορφή, που οργανώνει το ένθεν χάος, κάτι σαν «χάοσμο» του Τζόυς ή σαν «χαόσμωση» του Γκουατταρί(**).

Αλλά «για να γράψεις, πρέπει να μπορείς να γίνεις κάτι άλλο από συγγραφέας»(**).

Εγώ ή μάλλον το φρουδικό «αυτό», με επιβραβεύει ως ποιητή.

Το κατάλαβα; Έχει σημασία;

(*) Ζυλ Ντελέζ, «Κριτικά και Κλινικά», Κέδρος,2025.

(**) Φελίξ Γκουαταρί, Πλέθρον,2026.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version