Οι πρόσφατες επιθέσεις του Ιράν κατά στόχων στο έδαφος κρατών του Κόλπου επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον το διεθνές ποινικό δίκαιο – και ιδίως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο – θα μπορούσε να αποτελέσει νομικό μηχανισμό διεθνούς λογοδοσίας για τις πράξεις αυτές. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι μόνιμο δικαστήριο αρμόδιο να δικάζει φυσικά πρόσωπα για τα σοβαρότερα διεθνή εγκλήματα, όπως εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας. Διαφέρει από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο επιλαμβάνεται διαφορών μεταξύ κρατών και όχι ατομικής ποινικής ευθύνης.
Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στην παρούσα συγκυρία εξαρτάται πρωτίστως από το ζήτημα της δικαιοδοσίας του. Καταρχάς, ούτε τα κράτη μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου ούτε το Ιράν είναι συμβαλλόμενα μέρη στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν διαθέτει, καταρχήν, δικαιοδοσία για πράξεις που τελούνται στο έδαφος των κρατών αυτών ή από υπηκόους τους. Κατά συνέπεια, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο, να ασκήσει αυτεπαγγέλτως την αρμοδιότητά του επί των εν λόγω γεγονότων.
Το Καταστατικό του Δικαστηρίου προβλέπει, ωστόσο, ορισμένους μηχανισμούς μέσω των οποίων η δικαιοδοσία του θα μπορούσε κατ’ εξαίρεση να ενεργοποιηθεί. Ο πρώτος είναι η παραπομπή στο Δικαστήριο από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη του ΟΗΕ. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Ασφαλείας δύναται να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ακόμη και έναντι κρατών που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στο Καταστατικό του.
Στην πράξη, ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο εμφανίζεται ιδιαίτερα δυσχερές από πολιτική και θεσμική άποψη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δύναται να παραπέμψει στο Δικαστήριο μόνο μια «κατάσταση» στο σύνολό της, χωρίς να περιορίζει την ενδεχόμενη έρευνα σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή πράξεις. Ως εκ τούτου, μια τέτοια παραπομπή θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην εξέταση ενδεχόμενων εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί από οποιοδήποτε μέρος της σύγκρουσης. Η προοπτική αυτή δημιουργεί σημαντικές πολιτικές επιφυλάξεις, ιδίως για τις ΗΠΑ που τηρούν διαχρονικά επιφυλακτική στάση έναντι του Δικαστηρίου. Επιπλέον, ακόμη και αν μια τέτοια πρωτοβουλία συγκέντρωνε την απαιτούμενη πλειοψηφία, είναι εξαιρετικά πιθανό ότι η Ρωσία ή η Κίνα θα ασκούσαν το δικαίωμα αρνησικυρίας.
Πέραν της οδού του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Καταστατικό του Δικαστηρίου προβλέπει έναν δεύτερο μηχανισμό ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 του Καταστατικού, ένα κράτος που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, με μονομερή δήλωση, να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για συγκεκριμένες πράξεις ή για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η δήλωση αυτή μπορεί να έχει ακόμη και αναδρομική ισχύ.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θα μπορούσαν θεωρητικά να αποδεχθούν τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και να ζητήσουν από τον Εισαγγελέα την έναρξη προκαταρκτικής εξέτασης σχετικά με τις επιθέσεις που σημειώθηκαν στο έδαφός τους. Μια τέτοια κίνηση δεν θα εξασφάλιζε κατ’ ανάγκην την έναρξη πλήρους έρευνας ή την άσκηση ποινικών διώξεων. Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβάλει στη διεθνοποίηση του ζητήματος και να ενισχύσει τη θεσμική πίεση για λογοδοσία.
Η ουσιαστική αξιολόγηση μιας τέτοιας υπόθεσης θα εξαρτηθεί, εν τέλει, από τα πραγματικά περιστατικά των επιθέσεων. Το άρθρο 8 του Καταστατικού του Δικαστηρίου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι συνιστούν εγκλήματα πολέμου η εκ προθέσεως εξαπόλυση επιθέσεων που προκαλούν δυσανάλογες απώλειες αμάχων ή ζημίες σε μη στρατιωτικά αντικείμενα, καθώς και η επίθεση κατά κτιρίων που δεν αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. Η στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών προϋποθέτει, ωστόσο, την απόδειξη της αναγκαίας πρόθεσης πρόκλησης βλάβης σε αμάχους ή σε μη στρατιωτικές υποδομές. Αντιθέτως, περιστατικά κατά τα οποία πύραυλοι προορίζονταν για στρατιωτικούς στόχους αλλά αναχαιτίστηκαν και τα συντρίμμια τους προκάλεσαν ζημίες σε αμάχους δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εγκλήματα πολέμου.
Τέλος, ακόμη και αν οι επιθέσεις του Ιράν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ, δεν θα ενέπιπταν κατ’ ανάγκην στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ως προς το έγκλημα της επίθεσης (crime of aggression). Και τούτο διότι η σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται, σύμφωνα με το Καταστατικό τoυ, σε πράξεις επίθεσης που διαπράττονται από κράτη τα οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη στο Καταστατικό.
Ωστόσο, η παρούσα κατάσταση αναδεικνύει και μια ευρύτερη θεσμική διάσταση. Εάν τα κράτη της περιοχής είχαν ήδη αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, είτε μέσω της κύρωσης του Καταστατικού του είτε μέσω ad hoc αποδοχής της δικαιοδοσίας του, θα μπορούσε ενδεχομένως να ανακύψει ζήτημα ατομικής ποινικής ευθύνης για διεθνή εγκλήματα – και ιδίως για εγκλήματα πολέμου – που τυχόν διαπράχθηκαν στο πλαίσιο των εχθροπραξιών. Στην περίπτωση αυτή, η διεθνής ποινική δικαιοσύνη θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν ουσιαστικό ρόλο στη διασφάλιση της διεθνούς λογοδοσίας και στην προστασία του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν αποτελεί, στην παρούσα συγκυρία, άμεσο μηχανισμό δικαστικής αντιμετώπισης της κρίσης. Η συζήτηση που ανακύπτει, ωστόσο, καταδεικνύει ότι η ενίσχυση της συμμετοχής στο σύστημα της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει ένα πρόσθετο νομικό εργαλείο για την αντιμετώπιση σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου.
Ο κ. Ιωάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης
