«Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί μια απλή διοικητική αστοχία. Είναι μια βαθιά πολιτική υπόθεση, με σαφές αποτύπωμα εξουσίας και ευθύνη, που εκτείνεται πέρα από τα επιμέρους πρόσωπα και αφορά στο σύνολο της κυβερνητικής περιόδου της Νέας Δημοκρατίας». Αυτό τονίζουν, σε κοινό τους πόρισμα οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, που μετείχαν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Σύμφωνα με τους βουλευτές των δύο κομμάτων, «αποκαλύπτεται ένα σύστημα τεχνητής δημιουργίας «επιλεξιμότητας», παράκαμψης ελέγχων και διανομής κοινοτικών ενισχύσεων σε εικονικούς ή μη δικαιούχους αποδέκτες, με πιθανή ζημία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πραγματικών αγροτών.
Οι μαρτυρίες, οι νόμιμες συνακροάσεις και το διαβιβαστικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν περιγράφουν μια μεμονωμένη απόκλιση. Περιγράφουν μια συστηματική πρακτική με διοικητική συνέχεια και πολιτική ανοχή. Δημόσια γη εμφανίζεται να αξιοποιείται ως μηχανισμός κατανομής ενισχύσεων, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδυναμώνονται και οι προειδοποιήσεις δεν οδηγούν σε θεσμική θωράκιση.
Σύμφωνα με το κοινό πόρισμα ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑΡ «οι πολιτικές ευθύνες των αρμόδιων υπουργών είναι σαφείς. Ο Μάκης Βορίδης, κατά τη θητεία του, δεν διασφάλισε ουσιαστική εποπτεία, δεν επέβαλε αποτελεσματικούς ελέγχους και -σύμφωνα με τα στοιχεία- δεν ανέκοψε ένα σύστημα που δημιουργούσε τεχνητές προϋποθέσεις λήψης ενισχύσεων. Ο Λευτέρης Αυγενάκης, αντί να προχωρήσει σε εξυγίανση, φέρεται να διατήρησε ένα πλαίσιο διοικητικής αστάθειας, με πιέσεις για αποδεσμεύσεις μπλοκαρισμένων ΑΦΜ και πληρωμές, ενώ εκκρεμούσαν έλεγχοι. Ωστόσο, σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αυτοχαρακτηρίζεται “Επιτελικό Κράτος”, η ευθύνη δεν σταματά στους υπουργούς. Η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και ο κεντρικός έλεγχος από το πρωθυπουργικό γραφείο σημαίνουν και συγκεντρωμένη πολιτική ευθύνη. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στο αφήγημα της απόλυτης κεντρικής εποπτείας και του στενού συντονισμού».
Επομένως, συμπεραίνουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑΡ, «τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: Ή γνώριζε για τις σοβαρές αδυναμίες, τις καταγγελίες και τον κίνδυνο δημοσιονομικών διορθώσεων και δεν παρενέβη —άρα φέρει πολιτική ευθύνη ανοχής. Ή δεν γνώριζε— άρα καταρρέει το ίδιο το αφήγημα του επιτελικού, αποτελεσματικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται. Όταν η εξουσία συγκεντρώνεται, συγκεντρώνεται και η λογοδοσία».
Να συσταθεί προανακριτική επιτροπή
«Για τον λόγο αυτό, η σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (Προανακριτικής Επιτροπής), σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος και το ισχύον πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών, αποτελεί θεσμική αναγκαιότητα. Όχι για πολιτική εκμετάλλευση, αλλά για πλήρη και σε βάθος διερεύνηση των ενδείξεων» τονίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑΡ. «Συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η Νέα Αριστερά εμμένουν στην άποψή τους για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά των:
i) Βορίδη Μαυρουδή (Μάκη), Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων από 09/07/2019 έως 05/01/2021 και
ii) Αυγενάκη Ελευθέριου, Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων από 27/06/2023 έως 14/06/2024
για τα αδικήματα της:
(i) συνέργειας σε κατάχρηση κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
(ii) ηθικής αυτουργίας στην τέλεση κατάχρησης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία υπάγονται στο εθνικό δίκαιο τυποποιούνται και τιμωρούνται ως:
(α) Συνέργεια σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 47 ΠΚ).
(β) Ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε., τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 46 παρ. 1 ΠΚ), καθώς και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα προκύψει, κατά την διενεργηθησόμενη Προκαταρκτική Εξέταση».
Στο πόρισμα προστίθεται επίσης ότι Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και η Νέα Αριστερά στάθηκαν με συνέπεια και τεκμηρίωση σε όλη τη διάρκεια των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής. Ανέδειξαν τα στοιχεία της δικογραφίας, επέμειναν στις συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες και κατέδειξαν ότι το ζήτημα δεν είναι μια «τεχνική δυσλειτουργία», αλλά ένα γαλάζιο σκάνδαλο με θεσμικό βάρος.
«Και αυτή η στάση δεν ολοκληρώνεται με ένα πόρισμα. Θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε όλες του τις διαστάσεις — πολιτικές, θεσμικές και ενδεχόμενα ποινικές.
Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην προστασία του δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα των πραγματικών αγροτών και την αξιοπιστία της χώρας.
Γιατί η Δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με σκιές.
Και η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις — όχι σιωπή» καταλήγουν στο κοινό πόρισμά τους οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς που συμμετείχαν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το πόρισμα του ΠαΣοΚ
Το ΠαΣοΚ που κατέθεσε το δικό του πόρισμα ζητά επίσης τη διενέργεια Προανακριτικής για τον Μάκη Βορίδη και τον Λευτέρη Αυγενάκη. Σύμφωνα με το πόρισμα του ΠαΣοΚ «στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης είχαν προκύψει στοιχεία που σχετίζονταν με τους πρώην Υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαυρουδή (Μάκη) Βορίδη και Ελευθέριο Αυγενάκη, αναφορικά με το αδίκημα της συνέργειας σε απιστία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά διαβιβάστηκαν στη Βουλή χωρίς αξιολόγηση, σύμφωνα με τη συνταγματική υποχρέωση του άρθρου 86 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του ν. 3126/2003».
Στο κείμενο που κατατέθηκε στη Γραμματεία της Εξεταστικής, το ΠαΣοΚ κάνει λόγο για συνειδητή πολιτική επιλογή της Νέας Δημοκρατίας να προκρίνει τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής γενικού χαρακτήρα, αντί της προσήκουσας διαδικασίας προκαταρκτικής εξέτασης με συγκεκριμένο αντικείμενο διερεύνησης ποινικών ευθυνών, όπως αυτές περιγράφονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Από την Χαριλάου Τρικούπη υποστηρίζουν ότι «κατά την κρίση μας σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες αναντίλεκτα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από τη Βουλή κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, ότι οι πρώην Υπουργοί Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδής (Μάκης) Βορίδης και κ. Ελευθέριος Αυγενάκης παρείχαν στους φυσικούς αυτουργούς συνδρομή, υλική και ψυχική, με πράξεις και παραλείψεις τους, τόσο πριν από την τέλεση επιμέρους πράξεων όσο και κατά τη διάπραξή τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτυχή ολοκλήρωση των ενεργειών που προκάλεσαν τη βλάβη».
ΝΔ: «Δεν στοιχειοθετούνται ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων»
Δεν προέκυψαν, κατά τις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ποινικές ευθύνες για τους πρώην υπουργούς Μ. Βορίδη και Ελ. Αυγενάκη, αναφέρουν οι βουλευτές της ΝΔ που μετέχουν στην Επιτροπή.
Τονίζουν, παράλληλα, ότι τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στον Οργανισμό δεν είναι συγκυριακά, αλλά διαχρονικά και διακομματικά, ότι η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται με σοβαρές ευθύνες ως προς την ορθή εφαρμογή της λεγόμενης «τεχνικής λύσης», και ότι αναδείχθηκαν φαινόμενα που παραπέμπουν σε πελατειακές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που συνδέονται και με το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής και τον πρόεδρό του, Νίκο Ανδρουλάκη, όπως «οι κουμπάροι του από την Κρήτη».
Σε σχετική ενημέρωση των βουλευτών της ΝΔ που μετέχουν στην Επιτροπή, παρατίθενται συνοπτικά τα βασικά στοιχεία και συμπεράσματα της διαδικασίας:
Διάρκεια και εύρος εργασιών
« – Η Επιτροπή λειτούργησε επί πέντε μήνες.
– Πραγματοποιήθηκαν 50 συνεδριάσεις, συνολικής διάρκειας περίπου 350 ωρών.
– Κατέθεσαν 76 μάρτυρες, εκ των οποίων 55 αφορούσαν στην περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Η έκταση της διαδικασίας και ο αριθμός των μαρτύρων καταδεικνύουν τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης»
Κεντρικά συμπεράσματα
« – Η επιλογή της σύστασης Εξεταστικής -και όχι Προανακριτικής- Επιτροπής αποδείχθηκε θεσμικά ορθή. Από τις καταθέσεις κρίσιμων μαρτύρων, όπως του πρώην υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Στ. Αραχωβίτη, καθώς και της κυρίας Π. Τυχεροπούλου, δεν προέκυψαν ποινικές ευθύνες για τους πρώην υπουργούς Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη.
– Τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στον Οργανισμό δεν είναι συγκυριακά, αλλά διαχρονικά και διακομματικά.
– Η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται με σοβαρές ευθύνες ως προς την ορθή εφαρμογή της λεγόμενης «τεχνικής λύσης».
– Αναδείχθηκαν φαινόμενα που παραπέμπουν σε πελατειακές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που συνδέονται και με το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής και τον πρόεδρό του, Νίκο Ανδρουλάκη, όπως οι κουμπάροι του από την Κρήτη».
Μη στοιχειοθέτηση ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων
« – Αποδείχθηκε ότι ο κ. Βορίδης ουδέποτε παρενέβη στη διεξαγωγή των ελέγχων, ούτε επεδίωξε να αναμειχθεί με ελέγχους ή αποδεσμεύσεις συγκεκριμένων ΑΦΜ. Περαιτέρω, η εφαρμογή της «τεχνικής λύσης» με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μέχρι το 2019 αποτελούσε μονόδρομο, για την οποιαδήποτε επόμενη κυβέρνηση. Και τούτο διότι δεν είχαν προχωρήσει τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης ή μια σειρά άλλων διοικητικών πράξεων που θα οδηγούσαν στην εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης λύσης.
– Ομοίως και στην περίπτωση του κ. Αυγενάκη, προκύπτει, από το συνδυασμό των αποδεικτικών στοιχείων, ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ειδική υπόσταση του αδικήματος της συνέργειας ή/και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία. Οι αβασίμως αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις, απορρέουν αποκλειστικά και μόνο από τηλεφωνικές επικοινωνίες τρίτων προσώπων και όχι κάποια δική του ενέργεια ή άλλο στοιχείο.
– Το γεγονός, δε, της παρότρυνσης εκ μέρους του Υπουργού προς τους αρμόδιους για ολοκλήρωση των ελέγχων, την αποδέσμευση και πληρωμή μόνο των ΑΦΜ που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, τη διατήρηση της δέσμευσης και ταυτόχρονα την αποστολή στη Δικαιοσύνη των ΑΦΜ που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν στοιχειοθετεί ποινικά ελέγξιμη πράξη, αλλά ενέργεια πλήρως προσανατολισμένη με το καθήκον άσκησης της διοικητικής εποπτείας».
Πολιτική δέσμευση
« – Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει με συνέπεια τις μεταρρυθμίσεις στον πρωτογενή τομέα, με στόχο οι ενισχύσεις να κατευθύνονται αποκλειστικά στους έντιμους και πραγματικούς δικαιούχους — γεωργούς, κτηνοτρόφους, αλιείς και μελισσοκόμους — προστατεύοντας τόσο τους παραγωγούς όσο και το δημόσιο συμφέρον».
