«Κλείσε σε παρακαλώ το τηλέφωνο, να μπορέσω να συνδεθώ στο διαδίκτυο», αυτή η φράση ακουγόταν σχεδόν καθημερινά στην Ελλάδα πριν περίπου δύο δεκαετίες.
Η ανάγκη της εξ αποστάσεως επικοινωνίας υπήρξε διαχρονική στην ανθρώπινη ιστορία, ωστόσο, έχουν αλλάξει ριζικά τα μέσα με την οποία την επιτελούμε, ειδικά στην ψηφιακή εποχή.
Σπάνια διαβάζει κανείς κείμενο σχετικά με την τεχνολογία, το οποίο δεν ξεκινά με την παραδοχή και πλέον κοινοτοπία πως «έχει αλλάξει μετασχηματιστεί η ζωή μας».
Ζούμε στην εποχή της απόλυτης τεχνολογικής διαμεσολάβησης, όπου η ψηφιακότητα δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο, αλλά τον ίδιο τον οντολογικό χώρο εντός του οποίου συγκροτείται η κοινωνική αλληλεπίδραση.
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, 5,66 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως διαθέτουν προφίλ σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων. Το 93,8% των χρηστών του διαδικτύου χρησιμοποιεί αυτές τις υπηρεσίες με μεγάλη συχνότητα, αφιερώνοντας κατά μέσο όρο δυόμισι ώρες την ημέρα μπροστά σε οθόνες.
Ωστόσο, η μετάβαση σε αυτό το επίπεδο υπερ-συνδεσιμότητας δεν υπήρξε γραμμική. Από τα πρώτα πειραματικά δίκτυα των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων έως τη σημερινή ολιγοπωλιακή κυριαρχία των «κλειστών» εφαρμογών chat, η αρχιτεκτονική της επικοινωνίας έχει υποστεί ριζικούς μετασχηματισμούς, επαναπροσδιορίζοντας τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η δημοκρατική διαβούλευση και κατ’ επέκταση συγκροτείται η σύγχρονη δημόσια σφαίρα.
Η «Προϊστορία» της Ψηφιακής Συνομιλίας
Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες που ο ιστορικός χρόνος είναι αρκετά πιο πεπιεσμένος σε σχέση με παλαιότερα. Μια γενιά μπορεί να μην αντιλαμβάνεται λέξεις-αναφορές σε τεχνολογίες που ήταν καθημερινότητα για την ακριβώς προηγούμενη γενιά.
CTSS, Talkomatic, BITNET, PowWow για άλλους είναι πλατφόρμες σύμβολα, ενώ για τους νεότερους λέξεις παντελώς άγνωστες.
Η ανάγκη για επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο προηγήθηκε κατά πολύ της έλευσης του Παγκόσμιου Ιστού, αναδυόμενη μέσα από τα πρώιμα συστήματα χρονομερισμού (time-sharing) της δεκαετίας του 1960, όπως το CTSS. Η πραγματική εννοιολογική τομή, εντούτοις, συντελέστηκε το 1973 με το εκπαιδευτικό σύστημα PLATO του Πανεπιστημίου του Ιλινόις. Εκεί, οι Doug Brown και David R. Woolley ανέπτυξαν το πρόγραμμα Talkomatic, το πρώτο λειτουργικό σύστημα ομαδικής συνομιλίας πολλαπλών χρηστών, το οποίο προηγήθηκε του IRC κατά 15 χρόνια. Η καινοτομία του Talkomatic έγκειτο στη μετάδοση των χαρακτήρων τη στιγμή ακριβώς που πληκτρολογούνταν, προσφέροντας μια πρωτόγνωρη ψευδαίσθηση οργανικής, φυσικής αμεσότητας.
Στο περιβάλλον του λειτουργικού συστήματος UNIX, η εντολή talk εισήγαγε τη διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ απομακρυσμένων σταθμών εργασίας. Λόγω των τεχνικών περιορισμών των τηλετύπων της εποχής, όπου οι χαρακτήρες των χρηστών αναμειγνύονταν αν πληκτρολογούσαν ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε μια πρώιμη «ψηφιακή εθιμοτυπία»: η υποχρέωση της σιωπής (παύση πληκτρολόγησης) όταν ο συνομιλητής παρενέβαινε. Παράλληλα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, το πρωτόκολλο Zephyr του MIT έλυσε το θεμελιώδες πρόβλημα της «ανίχνευσης παρουσίας» (presence detection) σε κατανεμημένα δίκτυα, επιτρέποντας στους χρήστες να γνωρίζουν εγκαίρως ποιος κόμβος είναι ενεργός. Τα πρώιμα αυτά συστήματα εγκαθίδρυσαν το τεχνολογικό λεξιλόγιο πάνω στο οποίο θα χτιζόταν η μετέπειτα κουλτούρα της «συνεχούς συνδεσιμότητας».
«Η Μεταφορά του Συνεδρίου»
Η κρίσιμη μετάβαση από τα τοπικά δίκτυα στην παγκοσμιοποιημένη διαδραστικότητα επήλθε τον Αύγουστο του 1988 με τη δημιουργία του Internet Relay Chat (IRC) από τον Φινλανδό Jarkko Oikarinen. Εμπνευσμένο από το σύστημα Relay του ακαδημαϊκού δικτύου BITNET , το IRC αποκέντρωσε την επικοινωνία, εισάγοντας τη λογική των καναλιών (channels), των ψευδωνύμων και των αυτοματοποιημένων bots.
Από ακαδημαϊκή σκοπιά, το IRC αποτέλεσε το αρχέτυπο αυτού που ο κοινωνιολόγος Guillaume Latzko-Toth ονομάζει «μεταφορά του συνεδρίου» (conference metaphor) στον ψηφιακό χώρο. Λειτούργησε ως ένας ημι-δημόσιος χώρος μη εστιασμένων αλληλεπιδράσεων, όπου άτομα χωρίς καμία απολύτως προηγούμενη γνωριμία (zero-history dyads) μπορούσαν να συγκεντρωθούν γύρω από κοινά ενδιαφέροντα και να υφάνουν πρωτογενείς ψηφιακούς κοινωνικούς δεσμούς. Ήταν ίσως η πιο αγνή, μη εμπορευματοποιημένη εκδοχή της ψηφιακής δημόσιας σφαίρας.
Η Κοινωνική Ζωή Ψηφιοποιείται
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η θεμελιώδης αρχιτεκτονική της συνομιλίας μετατοπίστηκε βίαια από τον δημόσιο (conference) στον ιδιωτικό χώρο, εγκαινιάζοντας το μοντέλο της «συμπαρουσίας» (copresence). Η κυκλοφορία του ICQ το 1996 εισήγαγε τη λίστα επαφών (buddy list), αλλάζοντας ριζικά την ψυχολογία του μέσου: ο χρήστης πλέον δεν αναζητούσε αγνώστους, αλλά μετέφερε το ήδη υπάρχον φυσικό κοινωνικό του δίκτυο (social graph) στην οθόνη του. Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ του AOL Instant Messenger (AIM) και του MSN Messenger διεύρυνε τις πρακτικές της ταυτοτικής έκφρασης μέσω της χρήσης emoticons και “away messages”, μετατρέποντας το instant messaging σε ζωτικό εργαλείο κοινωνικοποίησης, ιδίως για τις νεότερες γενιές.
Η απόλυτη αλλαγή, ωστόσο, συντελέστηκε με την έλευση των smartphones. Η ίδρυση του WhatsApp το 2009 κατήργησε τα πολύπλοκα usernames, ταυτίζοντας την ψηφιακή παρουσία άμεσα με τον τηλεφωνικό αριθμό του χρήστη. Η αξιοποίηση των push notifications επέτρεψε την παράκαμψη των παρόχων τηλεπικοινωνιών και την εξάλειψη του κόστους των SMS, μετασχηματίζοντας το chat από μια περιστασιακή δραστηριότητα γραφείου σε μια αδιάλειπτη, καθολική λειτουργία της καθημερινότητας.
Μια Κατακερματισμένη Υφήλιος
Σήμερα, ο παγκόσμιος χάρτης των εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων παρουσιάζει μια σημαντικές γεωγραφικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, απηχώντας τα τοπικά δίκτυα επιδράσεων (network effects) και τις εκάστοτε ρυθμιστικές πολιτικές. Η στρατηγική των πολυεθνικών ομίλων δεν περιορίζεται στην προσφορά συνομιλίας, αλλά στην πλήρη «πλατφορμοποίηση» (platformization) των υπηρεσιών , μετατρέποντας τα chat apps σε “Super-Apps” (όπως το WeChat), τα οποία ενσωματώνουν ψηφιακές πληρωμές, ηλεκτρονικό εμπόριο και κρατικές υπηρεσίες.
Η Νέα Δημόσια Σφαίρα
Η μαζική μετατόπιση του ψηφιακού πληθυσμού στα κλειστά οικοσυστήματα μηνυμάτων έχει πυροδοτήσει μια οξεία πολιτική και επιστημολογική συζήτηση. Ο Γερμανός φιλόσοφος Jürgen Habermas, αναθεωρώντας το 2022 την κλασική του θεωρία του 1962, προειδοποιεί για έναν «νέο δομικό μετασχηματισμό της δημόσιας σφαίρας» (A New Structural Transformation of the Public Sphere). Σύμφωνα με τον Habermas, η λογική του «καπιταλισμού της επιτήρησης» και η αλγοριθμική δομή των πλατφορμών θολώνουν σκόπιμα τα όρια μεταξύ της καθαρά ιδιωτικής ανταλλαγής μηνυμάτων και της δημόσιας εκπομπής, καταλήγοντας σε έναν αποπροσανατολισμένο και κατακερματισμένο δημόσιο λόγο (semi-public sphere).
Η θεωρητική αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται εμφατικά από τα πλέον πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα. Το Digital News Report (2024) του Ινστιτούτου του Reuters καταγράφει μια παγκόσμια επανακίνηση των πλατφορμών (platform reset). Οι χρήστες, εξουθενωμένοι από την τοξικότητα, τον αλγοριθμικό θόρυβο και τη συναισθηματική πόλωση των ανοιχτών δικτύων όπως το X/Twitter και το Facebook (η χρήση του οποίου για ενημέρωση έπεσε κατά 4%), στρέφονται μαζικά σε κλειστές εφαρμογές συνομιλίας. Ήδη το 21% του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί πλέον το WhatsApp για την τακτική ενημέρωση και τον διαμοιρασμό ειδήσεων.
Αυτή η τάση σηματοδοτεί την άνθιση του λεγόμενων dark social — των σκοτεινών, δηλαδή μη ανιχνεύσιμων από παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία, κοινωνικών δικτύων. Εντός αυτών των ομάδων, η είδηση δεν καταναλώνεται πλέον στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, αλλά διακινείται σε κλειστά «δωμάτια», εγείροντας σημαντικά ζητήματα στην ποιότητα και τη διαφάνεια του κοινωνικού διαλόγου και της δημοκρατικής διαβούλευσης.
Τα Πειράματα Προπαγάνδας και το Δημοκρατικό Παράδοξο
Η ταχύτατη υιοθέτηση των Κρυπτογραφημένων Εφαρμογών Ανταλλαγής Μηνυμάτων (Encrypted Messaging Apps – EMAs) για πολιτική χρήση έχει σημάνει συναγερμό στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Έρευνες του Πανεπιστημίου του Τέξας (Center for Media Engagement) και του Harvard Kennedy School υπογραμμίζουν ότι εφαρμογές όπως το WhatsApp, το Telegram και το Viber λειτουργούν πλέον ως σκιώδη «πεδία δοκιμών» (testing grounds) για εκστρατείες οργανωμένης παραπληροφόρησης.
Ο μηχανισμός χειραγώγησης βασίζεται σε ένα ψυχολογικό παράδοξο: την ψευδαίσθηση της οικειότητας. Επειδή ένα μήνυμα –ακόμη και αν περιέχει ψευδείς ειδήσεις ή θεωρίες συνωμοσίας– λαμβάνεται εντός μιας κλειστής οικογενειακής ή φιλικής ομάδας στο WhatsApp, ο παραλήπτης τείνει να παρακάμπτει τα κριτικά του φίλτρα, θεωρώντας το a priori πιο αξιόπιστο από μια ανώνυμη ανάρτηση στο Facebook.
Επιπλέον, πολιτικοί δρώντες και προπαγανδιστές εκμεταλλεύονται την «ασύμμετρη αλληλεξάρτηση». Δοκιμάζουν ακραία ή πολωτικά αφηγήματα μέσα σε μεγάλες, ανεξέλεγκτες ομάδες του Telegram (το οποίο συχνά λειτουργεί ως ανοιχτό κανάλι εκπομπής παρά ως αυστηρά ιδιωτικό chat). Εάν το αφήγημα επιτύχει να προκαλέσει «συναισθηματική εμπλοκή» (affective polarization), τότε εξάγεται η «διασταυρούμενη μόλυνση» σε πιο μαζικές πλατφόρμες όπως το TikTok και το YouTube.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος για την ερευνητική δημοσιογραφία και τη νομοθετική ρύθμιση. Η κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο (E2EE) αποτελεί αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο για την προστασία της ιδιωτικότητας.
Οι νομοθετικές προσπάθειες (όπως η πρωτοβουλία ProtectEU) που απαιτούν «πίσω πόρτες» (backdoors) προσκρούουν σφοδρά στα ψηφιακά δικαιώματα, αναδεικνύοντας το περίπλοκο τοπίο της σύγχρονης “νεο-ρύθμισης” (neo-regulation).
Τα Ενδεχόμενα Μέλλοντα της Επικοινωνίας
Από τα ακατέργαστα, πράσινα γράμματα του Talkomatic το 1973 μέχρι το περίπλοκο οικοσύστημα των τριών δισεκατομμυρίων κρυπτογραφημένων χρηστών του WhatsApp, η εξέλιξη της στιγμιαίας επικοινωνίας δεν είναι απλώς η ιστορία του κώδικα, αλλά η ιστορία του δομικού μετασχηματισμού της ανθρώπινης επικοινωνίας και της κοινωνικά συγκροτημένη δημόσιας σφαίρας.
Καθώς προχωράμε στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και των αλγοριθμικά ενισχυμένων κλειστών εφαρμογών συνομιλίας, η μεγαλύτερη πρόκληση για τις δημοκρατίες μας δεν είναι τεχνολογική, αλλά κοινωνική, πολιτική και αξιακή.
Η συνομιλίες μας πλέον δεν γίνονται με την μηχανή ως τον ενδιάμεσο κρίκο, αλλά ως τελικό αποδέκτη του μηνύματος.