Πώς αφηγείσαι και πώς συνθέτεις πτυχές της κοινής γνώσης για έναν δημιουργό του διαμετρήματος του Θεοδωράκη; Πώς αναμετράσαι μαζί του σε κάθε ευκαιρία, είτε αυτή είναι μια υπέροχη έκθεση, όπως «Ο Γαλαξίας μου», είτε μια συλλεκτική έκδοση με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, όπως αυτή που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μέλισσα; Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον μύθο και στο τεκμήριο;
Ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, διευθυντής του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, και η Βάλια Βράκα, στέλεχος του Αρχείου Ελληνικής Μουσικής, επιμελήθηκαν την επετειακή έκδοση για τον Μίκη Θεοδωράκη, ένα βιβλίο που γεννά και πυροδοτεί διάλογο σχετικά με όλες τις πτυχές του έργου του μεγάλου δημιουργού.
Ζουν καθημερινά μέσα στον «γαλαξία» του αρχείου του, ένα σύνολο εκατοντάδων χιλιάδων σελίδων, χειρόγραφων, χαρτών, επιστολών, μουσικών τεκμηρίων και προσωπικών μαρτυριών που συνθέτουν το αποτύπωμα του Θεοδωράκη στην ελληνική ιστορία.
Η έκδοση δεν ακολουθεί μια γραμμική συμβατική χρονολογική αφήγηση. Δομείται, αντίθετα, γύρω από κομβικούς σταθμούς της πορείας του Θεοδωράκη. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που επιδιώκει να φωτίσει το μέγεθος του δημιουργού χωρίς να τον εγκλωβίζει στη γραμμικότητα του βίου του. Γιατί, όπως επισημαίνουν οι συνομιλητές μας, ένα αρχείο δεν είναι απλώς κληρονομιά, αλλά φορτίο θεσιμκή και ηθική ευθύνη.
Η Βάλια Βράκα και ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης μιλούν στο ΒΗΜΑ για το προνόμιο και το βάρος της «κατασκευής» της γνώσης γύρω από τον Θεοδωράκη, για την τόλμη ενός δημιουργού να εκθέσει πλήρως τη ζωή του, για τις υποτιμημένες πλευρές του έργου του και για τη σημασία του να παραμένει το αρχείο ανοιχτό. Διότι, όπως υπογραμμίζουν, η τέχνη δεν φυλακίζεται.
Ένα λεύκωμα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη από τους ανθρώπους που ζουν καθημερινά με το αρχείο του για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Γνωρίζετε σε βάθος το υλικό, αλλά σας έφερε προ εκπλήξεων η συγκεκριμένη έκδοση;
Βάλια Βράκα: Αρχικά θεωρούσα ότι θα ήταν μια πολύ εύκολη διαδικασία, επειδή ακριβώς το αρχείο Μίκη Θεοδωράκη το δουλεύουμε χρόνια και είχε προηγηθεί και η έκθεση «Ο γαλαξίας μου» που ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Ωστόσο, μόνο εύκολη δεν αποδείχθηκε καθώς έπρεπε να γίνουμε πολύ επιλεκτικοί όσον αφορά ποια τεκμήρια θα συμπεριλάβουμε και ποια όχι. Έπειτα, όλες αυτές οι πληροφορίες έπρεπε να οργανωθούν σε κεφάλαια και να τοποθετηθούν με τέτοια σειρά ώστε να συγκροτεί μια συνεκτική και θελκτική αφήγηση.
Αλέξανδρος Χαρκιολάκης: Προσωπικά, μού φαίνεται αδιανόητο ότι καταφέραμε να εκδώσουμε αυτόν τον τόμο μέσα σε οκτώ μήνες, διότι δεν μιλάμε για έναν κατάλογο της έκθεσης. Η προσέγγιση και το περιεχόμενό του είναι διαφορετικής φιλοσοφίας – στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται υλικό και κείμενα που δεν φιλοξενήθηκαν στην έκθεση. Τώρα αν τα καταφέραμε θα φανεί στο χειροκρότημα, όπως λένε. Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι έχουμε κάνει μια τίμια δουλειά και πιστεύω πως είναι ένα βιβλίο το οποίο θα μείνει.

O Μάκης Μάτσας παραδίδει στον Μίκη Θεοδωράκη το βραβείο του βρετανικού περιοδικού Music Week για την τεράστια επιτυχία των δίσκων του. 1974
Ποια είναι η ιστορία λοιπόν που θέλατε να αφηγηθείτε για τη ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη;
Β.Β.: Η αλήθεια είναι ότι είναι αδύνατο να συμπεριλάβεις κάθε πτυχή της ζωής και του έργου του Θεοδωράκη. Αποφύγαμε συνειδητά, τόσο στο βιβλίο όσο και στην έκδοση, μια γραμμική χρονολογική αφήγηση, διότι εν τέλει περιπλέκει την πρόσληψη της πληροφορίας. Εντοπίσαμε σταθμούς της καριέρας του και γύρω από αυτούς δομήσαμε την αφήγηση μας, η οποία συνδυάστηκε με εμβληματικά κείμενα, άλλα πρωτότυπα για τους σκοπούς της έκδοσης και άλλα σε αναδημοσίευση, τα οποία δίνουν με τη σειρά τους ένα στίγμα.
Αυτή η επιλογή, ο συνδυασμός των τεκμηρίων με κείμενα αναφοράς, προσφέρει μια αίσθηση διαλόγου…
Α.Χ.: Αυτή η αίσθηση που επισημαίνετε αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την γενική εικόνα των πραγμάτων και του μεγέθους του Θεοδωράκη. Για τον λόγο αυτό, σε κάποιες περιπτώσεις χρειάστηκε να αναθέσουμε κείμενα που γράφτηκαν ειδικά για τις ανάγκες της έκδοσης, ενώ όταν βρίσκαμε ένα κείμενο που εξυπηρετεί τη λογική του διαλόγου με τα τεκμήρια, όπως για παράδειγμα τα κείμενα των Ελύτη και Γεωργουσόπουλου, τα χρησιμοποιήσαμε δίχως δεύτερη σκέψη.
Φαντάζομαι ήταν συνειδητή επιλογή όλες οι ενότητες να έχουν περίπου την ίδια έκταση;
Α.Χ.: Για εμάς, οι σταθμοί που έχουμε επιλέξει είναι ισοβαρείς και η επιλογή έγινε δίχως συναισθηματισμούς. Διότι, όπως αντιλαμβάνεστε, υλικό και μαρτυρίες που αφορούν το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και τον Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ζούμε καθημερινά με και μέσα σε αυτό το αρχείο. Μέσα μου τουλάχιστον αυτό το κεφάλαιο βαραίνει λίγο –ελάχιστα- περισσότερο από τα υπόλοιπα.
Β.Β.: Συμφωνώ απόλυτα και νομίζω ότι τόσο η έκδοση όσο και η έκθεση μάς έδωσαν την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε κάτι που πιθανόν να μην είναι ευρύτερα γνωστό: Αποτέλεσε απόφαση ζωής του Μίκη Θεοδωράκη να δωρίσει το αρχείο του στο Μέγαρο Μουσικής. Το έκανε το 1997, σε μια εποχή που ήταν πολύ ακμαίος και δημιουργικός. Αν είχε πάρει μια άλλη απόφαση, αν, για παράδειγμα, επέλεγε να το κρατήσει σπίτι του, θα υπήρχε μια διαφορετική εξέλιξη. Το γνωρίζουμε πολύ καλά όλο το υλικό –και δεν το λέμε για να περιαυτολογήσουμε. Ξέρουμε ποια είναι σημασία μέχρι και για το τελευταίο χαρτάκι.

Οι Αλέξανδρος Χαρκιολάκης και Βάλια Βράκα κατά την παρουσίαση του λευκώματος.
Α.Χ.: Είναι καθοριστικής σημασίας η ώσμωση που έχουμε τόσες δεκαετίες με αυτό το υλικό. Θα το επαναλάβω: ήταν πάρα πολύ σημαντική η απόφαση του Θεοδωράκη να δωρίσει το αρχείο του. Ήταν σημαντικό για τον Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής, αλλά και για τον ίδιο. Άλλωστε, έδειξε με τον τρόπο του πώς θέλει να αξιοποιηθεί όλος αυτός ο πλούτος.
Τι σημαίνει ότι είναι κομμάτι της καθημερινότητας αυτό το αρχείο; Δηλαδή πως θα το συνοψίζεται ή πως θα το εξηγούσατε σε κάποιον;
Β.Β.: Εργάζομαι στο Σύλλογο και την Μουσική του Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο από το 2002 και από την πρώτη μέρα βρέθηκα στον ωκεανό του αρχείου του Μίκη Θεοδωράκη. Πρόκειται για ένα αρχείο με πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα – έρχονται σχολεία, μουσικοί, ερευνητές, συγγραφείς, πάρα πολλοί. Θέλουμε να είναι προσβάσιμο και ανοιχτό σε όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς σκοπούς.
Α.Χ.: Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και μια άλλη παράμετρος στη συζήτηση μας: η θεσμική ευθύνη που φέρουμε ως πολιτιστικός οργανισμός και η οποία δεν εξαντλείται μόνο στο αρχείο Θεοδωράκη, αλλά σε όλα τα αρχεία -συνολικά 60- που διαχειριζόμαστε. Άρα λοιπόν εμείς ζούμε καθημερινά με την ευθύνη αυτού του υλικού, το οποίο πρέπει να γίνει χρήσιμο και διαθέσιμο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Κάρολο Κουν, τον Γιώργο Σκούρτη και την Όλγα Παυλάτου. Από τις πρόβες για την κωμωδία του Αριστοφάνη Ιππής που παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου από το Θέατρο Τέχνης. Αύγουστος 1979 (Φωτογραφία: δωρεά Γιώργος Παναγιώτου)
Από την άλλη, πέρα από την ευθύνη, υπάρχει και το προνόμιο ότι ως Σύλλογος είστε αυτοί που ουσιαστικά κατασκευάζετε τη γνώση που έχουμε για τον Θεοδωράκη. Άρα πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην ευθύνη, αλλά και στο προνόμιο να διαχειρίζεστε αυτό το αρχείο;
Α.Χ.: Πράγματι, υπάρχει ένα προνόμιο, το οποίο το κερδίσαμε –δεν μας χαρίστηκε διότι έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να αναλάβουμε μια ευθύνη όπως αυτή. Έχει κριθεί αν είναι επιστημονικά, παιδαγωγικά, διδακτικά και ψυχαγωγικά κατάλληλες οι ιστορίες που αφηγούμαστε μέσα από αυτό το υλικό. Κι αν κάποια στιγμή λοξοδρομήσουμε –έως τώρα δεν έχει συμβεί- θα το διορθώσουμε, δεν θα το έχουμε κάνει με πρόθεση. Tο προνόμιο επομένως συνοδεύεται από μια σειρά υποχρεώσεων. Έχουμε ψηφιοποιήσει περίπου 600.000 σελίδες από όλο το αρχείο και μας μένουν περίπου άλλες τόσες και ευελπιστούμε να κατορθώσουμε να τις ψηφιοποιήσουμε και να τις αξιοποιήσουμε και αυτές. Μιλάμε για μια δουλειά που υπερβαίνει τα όρια της κατοχής και διάσωσης ενός αρχείου.
Β.Β.: Επίσης είναι ένα προνόμιο ανοιχτό σε όλους. Όλα μας τα αρχεία δεν τα απολαμβάνουμε μόνο εμείς. Χρειάστηκε, σε πρώτη φάση, η δική μας –προνομιακή έως ένα βαθμό- σχέση μαζί τους, αλλά ειδικά για το αρχείο Θεοδωράκη, θέλω να το επαναλάβω, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους. Δεν είναι κάτι κλειστό που το αξιοποιούν μόνο οι εκλεκτοί. Μπορεί να ψάξει ο καθένας ό,τι θέλει και του παρέχουμε και τα εργαλεία για να το κάνει. Διότι δεν αρκεί απλώς να ψάξει, αλλά και να μπορείς να ψάξεις προκειμένου να βρεις τις απαντήσεις που αναζητείς όσο εξειδικευμένες κι αν είναι.
Αυτή η ανοιχτότητα για την οποία μιλήσατε αμφότεροι προϋποθέτει την τόλμη του δημιουργού, οποιουδήποτε δημιουργού, να εκτεθεί πλήρως η ζωή του;
Β.Β.: Όταν ένας άνθρωπος, συνήθως μεγάλης ηλικίας, που είναι ο ίδιος ο δημιουργός αποφασίζει να αποχωριστεί το αρχείο του, το πνευματικό του παιδί στην ουσία, είναι σαν να ορίζει σιωπηρά ένας τέλος –όχι μόνο δημιουργικό. Αυτό το έχω αντιληφθεί γενικά από την επαγγελματική μου ενασχόληση με τα αρχεία. Μια τέτοια πράξη, λοιπόν, δείχνει μια γενναιότητα. Την ίδια γενναιότητα, οφείλω να πω, δείχνουν και όσοι κληρονόμοι αποφασίζουν να δωρίσουν το αρχείο ενός αποθανόντος καλλιτέχνη, διότι είναι επίσης πολύ ισχυροί οι συναισθηματικοί δεσμοί με αυτό το υλικό. Παρόλα αυτά, αντιλαμβάνονται τη σημασία που έχει η σωστή διαχείριση ενός αρχείου και ότι η τέχνη δεν γίνεται να φυλακίζεται.

ουτί με πούρα που έστειλε ο Φιντέλ Κάστρο στον Μ. Θεοδωράκη μέσω της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κούβα. Στο κουτί διακρίνεται και η υπογραφή του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος βρισκόταν στην Κούβα την ίδια χρονική περίοδο.
Από την άλλη, ξέρετε, υπάρχει ένας πειρασμός ότι γιγαντώνεται ο μύθος και το μυστήριο πίσω από έναν δημιουργό, όταν το αρχείο του μένει κλειστό και απρόσιτο. Είναι έτσι;
Β.Β.: Όπως το λέτε είναι. Παρόλα αυτά, αναρωτιέμαι αν μπορεί κάποιος να αποκαλείται καλλιτέχνης ένα δεν θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της οποιασδήποτε κριτικής. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν δημιουργούν μόνο για τον εαυτό τους, η τέχνη τους αφορά τον κόσμο.
Θα λέγατε ότι η στάση του Θεοδωράκη απέναντι στο αρχείο του, δηλαδή η απόφασή του να το διαθέσει και είναι προσβάσιμο, είναι απόλυτα συνεπής με τη συνολική του στάση απέναντι στα πράγματα;
Α.Χ.: Είμαστε πραγματικά ευτυχείς, όχι μόνο εμείς στον Σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής», αλλά γενικά ως πολίτες, επειδή αυτή η απόφαση σχηματοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που είχαν ο Θεοδωράκης με τον Λαμπράκη. Η αίσθηση που μου είχε αφήσει και ο ένας και ο άλλος είναι ότι αμφότεροι ήταν υπέρ αυτής της λογικής που έχουμε περιγράψει έως τώρα.
Β.Β.: Να προσθέσω κάτι; Επειδή έχω το προνόμιο να έχω δει τις συζητήσεις μεταξύ τους, θεωρώ ότι ήταν βρίσκονται και οι δύο στο ίδιο μήκος κύματος και μόνο επιμέρους λεπτομέρειες αναλύθηκαν. Θαρρώ ότι ο Θεοδωράκης αντιλαμβανόταν ότι οι κληρονόμοι του θα βρίσκονταν σε μια θέση μειονεκτική αν καλούνταν να ερμηνεύσουν εκείνοι τις δικές του προθέσεις και επιθυμίες όταν πια αυτός δεν θα βρισκόταν στη ζωή.
Πιστεύετε ότι για μεγέθη επιπέδου Θεοδωράκη θα είναι διαχρονικά αυτονόητη η αποδοχή του έργου τους ή χρειάζεται πάντα να δίνουμε ερεθίσματα και να ανοίγουμε διάλογο;
Β.Β.: Κι εμείς δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση, με την έννοια ότι όταν έχεις ένα πολιτιστικό προϊόν, γιατί ένα αρχείο είναι πολιτιστικό προϊόν, οφείλεις να το να το διαθέτεις με ποικίλους τρόπους, συγχρονισμένος με την εποχή κάθε φορά. Από την άλλη ο Θεοδωράκης είναι ένα κεφάλαιο για την Ελλάδα και τα κεφάλαια δεν χάνονται. Και τίποτα να μην έκανε κάποιος η μουσική του θα υπήρχε.

Βράβευση κατά την περιοδεία του Μ. Θεοδωράκη στη Σοβιετική Ένωση. Μόσχα, Ιούνιος 1966.
Α.Χ.: Ξέρετε, κάποιες φορές χρειάζεται ένας μεγεθυντικός φακός –κι αυτό θα είναι ένα κομμάτι της δουλειάς μας τα επόμενα χρόνια. Να ρίξουμε δηλαδή φως εκεί που δεν έχει φτάσει ακόμα. Θα υπάρξουν πολλές ευκαιρίες όχι μόνο για να αναδείξουμε το έργο του, αλλά να αναδείξουμε πτυχές του έργου που έχουν παραγνωριστεί.
Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι υποτιμημένες πτυχές του έργου του Θεοδωράκη;
Α.Χ.: Υπάρχουν κύκλοι τραγουδιών αλλά και άλλα έργα μικρότερης κλίμακας σε σχέση με τα ορχηστρικά τα οποία αξίζουν καλύτερης τύχης. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα πολύ καλό έργο μουσικής δωματίου με τίτλο «Ανατολικά του Αιγαίου» που μόλις πρόσφατα ακούστηκε ζωντανά στην Ελλάδα. Πρέπει να βρούμε τρόπο να ακουστεί περισσότερο.
Β.Β.: Υπάρχει ένας ανεξερεύνητος πλούτος και εκτός μουσική, που ουσιαστικά αφορά την κοινωνική και πολιτιστική ζωή όλης της Ελλάδας. Ακόμα για έργα που νομίζουμε ότι τα γνωρίζουμε και τα έχουμε διαβάσει όλα, όπως ο «Επιτάφειος», υπάρχει πάρα πολλή πληροφορία που δεν έχει έρθει στο φως και αφορά τις φιλοσοφικές θέσεις του Θεοδωράκη.
Αν σας ζητούσα να μοιραστείτε την πιο «πάραδοξη» χρήση του αρχείου που έχετε που έχετε σκεφτεί, ποια θα είναι αυτή;
Α.Χ.: Θα θέλαμε να το αξιοποιήσουμε για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο Θεοδωράκης στις φυλακές και τους τόπους εξορίας ήταν να σχεδιάζει χάρτες του χώρου. Θα θέλαμε να αφηγηθούμε αυτό το κομμάτι της ζωής του μέσα από τους συγκεκριμένους χάρτες κατασκευάζοντας ένα θεματικό δωμάτιο απόδρασης, αξιοποιώντας υλικό από το αρχείο.
